"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

11 Αυγ 2010

Διάγνωση του αυτισμού με απλό τεστ ανάλυσης του εγκεφάλου μέσω μαγνητικής τομογραφίας

Διάγνωση του αυτισμού σε μόλις 15 λεπτά υπόσχεται νέο τεστ ανάλυσης του εγκεφάλου μέσω μαγνητικής τομογραφίας, χαμηλού κόστους, που ανακάλυψαν Βρετανοί επιστήμονες. Η μέθοδος, η οποία θα αντικαταστήσει για πρώτη φορά τα σημερινά ψυχολογικά κυρίως διαγνωστικά τεστ της προσωπικότητας με ένα πιο αντικειμενικό βιολογικό τεστ, είναι πιθανό να είναι έτοιμη για γενική χρήση σε δύο χρόνια, από κανονικούς τομογράφους που θα χρησιμοποιούν ειδικό λογισμικό. Το τεστ θα ανακουφίσει τους ασθενείς και τους οικογένειές τους από πολλά χρόνια ταλαιπωρίας, καθώς η συγκεκριμένη διαταραχή συχνά δεν διαγιγνώσκεται ακόμα και μετά από δεκαετίες.
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του King's College του Λονδίνου, υπό την δρα Κριστίν Έκερ του Τμήματος Νευροαναπτυξιακών Επιστημών, όπως αναφέρουν σε σχετική έρευνα που παρουσίασαν στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Journal of Neuroscience», σύμφωνα ξένα έντυπα, χρησιμοποίησαν ειδικό λογισμικό αναγνώρισης ανεπαίσθητων δομικών μεταβολών στην φαιά ουσία του εγκεφάλου των αυτιστικών (κυρίως στις περιοχές εκείνες που συνδέονται με τη γλώσσα και την κοινωνική συμπεριφορά), πετυχαίνοντας έτσι να εντοπίσουν έγκαιρα τα αυτιστικά άτομα σε ποσοστό 90%. Η τεχνική αυτή μπορεί να οδηγήσει στην υιοθέτησή της για τον πρόωρο έλεγχο των παιδιών.
Ο αυτισμός, που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα διαταραχών, πλήττει περίπου έξι έως επτά άτομα στα χίλια και προκαλείται από ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, οι οποίες σε ένα βαθμό έχουν γενετική αιτιολογία. Μεταξύ άλλων, οδηγεί σε δυσκολία ανάγνωσης, αδυναμία έκφρασης συναισθημάτων, κοινωνικής και σωματικής επαφής, προβλήματα προσαρμογής κ.α., με συνέπεια την απομόνωση του πάσχοντος.
Τα συμπτώματα μπορεί να είναι από ήπια έως σοβαρά, όμως εκτιμάται ότι περίπου οι μισοί άνθρωποι που έχουν αυτισμό, δεν έχουν την κατάλληλη διάγνωση. Αν και η πάθηση θεωρείται ότι δεν θεραπεύεται, μια έγκαιρη διάγνωσή της επιτρέπει την πρόωρη έναρξη θεραπείας και μπορεί να βοηθήσει αρκετά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του αυτιστικού.
Οι Βρετανοί επιστήμονες επί τρία χρόνια σύγκριναν τον εγκέφαλο 20 αυτιστικών ατόμων με ισάριθμους εγκεφάλους υγιών ατόμων ηλικίας 20 - 68 ετών. Με τον τρόπο αυτό, προγραμμάτισαν το λογισμικό του υπολογιστή να διακρίνει τρισδιάστατα εγκεφαλικά «μοτίβα» που εμφανίζονται μόνο στους αυτιστικούς, χρησιμοποιώντας παρόμοιες τεχνικές με αυτές που αξιοποιούνται για τη δημιουργία λογισμικού αναγνώρισης προσώπων και γραφικών χαρακτήρων.
Οι διαφορές του αυτιστικού από τον φυσιολογικό εγκέφαλο είναι πολύ μικρές για να γίνουν ορατές από το ανθρώπινο μάτι, ακόμα κι ενός ειδικού, όμως το λογισμικό μπορεί να τις εντοπίσει. Το πρόγραμμα δίνει απάντηση αν όντως υπάρχει αυτισμός σε εξέλιξη και πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση. Η έρευνα, προς το παρόν, ανέλυσε εγκεφάλους μόνο ανδρών (επειδή διεθνώς οι άρρενες αυτιστικοί υπερτερούν των γυναικών σε αναλογία τέσσερις προς μια), όμως νεότερες μελέτες ήδη προγραμματίζονται από την ίδια ερευνητική ομάδα, τόσο σε γυναίκες όσο και παιδιά με τη διαταραχή.
NAFTEMPORIKI.GR Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

9 Αυγ 2010

Το χρέος των πλουσίων


Η επιχειρηματική τάξη της χώρας απήλαυσε επί τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια διαρκή ανάπτυξη, σε σταθερό πολιτικό περιβάλλον, χωρίς κοινωνικές εντάσεις και εμπόδια. Από το 1994 και ως το 2008 οι ρυθμοί ανάπτυξης διατηρήθηκαν σταθερά υψηλοί, κοντά στο 4% ετησίως. Από το 1998 και εντεύθεν μάλιστα, με την ένταξη της δραχμής στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, οι ευκαιρίες προόδου και μεγέθυνσης ήταν μοναδικές. Το χρήμα ήταν φθηνό, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ανοιχτό και γαλαντόμο στην παροχή πιστώσεων, η κατανάλωση διαρκώς αυξανόμενη, το εμπόριο ανθηρό, οι κατασκευές μοναδικές και τα εισοδήματα ισχυρά και ικανά να στηρίξουν πλήθος δραστηριοτήτων. Ταυτοχρόνως, την ίδια περίοδο η επιχειρηματική κοινότητα είχε την ευκαιρία άντλησης απίθανων κεφαλαίων από το Χρηματιστήριο Αθηνών, τα οποία απορροφούσαν με περισσή ευκολία, χωρίς έλεγχο και πολλές δεσμεύσεις.
Μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών εξασφάλισε απίστευτα επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία ούτε στα πιο τρελά όνειρά τους δεν μπορούσαν να φαντασθούν. Αποδεδειγμένα, οι περισσότεροι αποθησαύρισαν σε εκείνα τα χρόνια της μεγάλης ευφορίας και δεν επένδυσαν τα αντίστοιχα, όπως είχαν υποχρέωση. Το χειρότερο όμως είναι ότι στην πρώτη στροφή, με την εκδήλωση της κρίσης, οι άλλοτε ευνοημένοι εφοπλιστές, κατασκευαστές, χρηματιστές, τοκιστές και σουλατσαδόροι, μεγαλέμποροι, μεγαλομέτοχοι, μεγαλοστελέχη, μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, τηλεοπτικοί και κάθε λογής αστέρες, το πρώτο που σκέφθηκαν ήταν να την κοπανήσουν και να μεταφέρουν τους θησαυρούς τους σε ασφαλέστερους τόπους. Και τις υποχρεώσεις τους, φορολογικές και άλλες, φρόντισαν επίσης να αμβλύνουν, αφήνοντας τα βάρη στους συνεπείς μισθωτούς, στους έχοντες συνείδηση αστούς της παλαιάς επιχειρηματικότητας και στις λαϊκότερες των τάξεων που δεν έχουν τρόπους να αποφύγουν τα βάρη.
Είναι η στάση τους προκλητικά άδικη και ενδεικτική των ηθών, ειδικώς της νεόπλουτης τάξης. Αποθησαύρισαν με όλους τους τρόπους, θεμιτούς και αθέμιτους, στα χρόνια της ευφορίας και διέφυγαν στον καιρό της κρίσης. Οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς πρώτα εύχονταν την κατάρρευση, επένδυαν στην πτώχευση και τώρα περιμένουν ως άλλοι λύκοι να περάσει ο χειμώνας της ελληνικής οικονομίας για να αβγατίσουν και πάλι την περιουσία τους, αγοράζοντας μισοτιμής τα εναπομείναντα της βαρυχειμωνιάς.
Αν έχουν παραμικρή αίσθηση ευθύνης, μπορούν και τώρα να προσφέρουν χείρα βοηθείας στη δοκιμαζόμενη ελληνική οικονομία. Να επαναπατρίσουν τις καταθέσεις τους και να βοηθήσουν τη χώρα να βγει μία ώρα αρχύτερα από την κρίση. Δεν κινδυνεύουν πια, η χώρα είναι ασφαλισμένη. Θα κουραστεί, θα ταλαιπωρηθεί, αλλά θα βγει πέρα από αυτή την τόσο σκληρή περίοδο.
Ας γνωρίζουν λοιπόν οι νεόπλουτοι της Μεταπολίτευσης ότι δεν είναι τουρίστες στον τόπο τους, έχουν ελάχιστο χρέος και, αν τους έχει απομείνει ίχνος πατριωτισμού. οφείλουν να πράξουν τα δέοντα.
Του Αντώνη Καρακούση, στο ΒΗΜΑ, στις 8 Αυγούστου 2010.

8 Αυγ 2010

Έχει η δημοκρατία αδιέξοδα;

Ακούω συχνά διάφορους πολιτικούς μας, φαύλους και μη, γραμματιζούμενους και μη, να επαναλαμβάνουν τη φράση «Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα» αναφερόμενοι στη χώρα μας στην παρούσα περίοδο. Η συχνότητα της επανάληψης με κάνει ν΄ αναρωτηθώ: πράγματι δεν έχουμε αδιέξοδα; Σύμφωνα με το λεξικό, το αδιέξοδο είναι μια δύσκολη κατάσταση για την οποία δεν φαίνεται να υπάρχει λύση. Υπ΄ αυτή την έννοια, πράγματι στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή μιας χώρας δεν υπάρχουν αδιέξοδα διότι πάντα υπάρχουν λύσεις. Βέβαια, οι λύσεις αυτές δεν είναι πάντοτε αυτές που θέλουμε. Αντίθετα, οι λύσεις στις δημιουργούμενες δύσκολες καταστάσεις είναι πολύ συχνά ανεπιθύμητες, συχνά βίαιες και ορισμένες φορές αιματηρές. Π.χ. το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας είναι μια εξαιρετικά δυσχερής κατάσταση την οποία αντιμετωπίζουμε με τον γνωστό επώδυνο τρόπο. Το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας είναι μια πολύ δύσκολη κατάσταση την οποία δεν ξέρουμε ακόμη αν θα αντιμετωπίσουμε και πώς. Η άρνηση των ιδιοκτητών βυτιοφόρων και φορτηγών να αποδεχθούν το άνοιγμα του επαγγέλματος δημιούργησε μια δύσκολη κατάσταση και η επίταξη ήταν μια λύση, αλλά όχι η επιθυμητή.
Συνεπώς, η πρόταση ότι η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα είναι άνευ περιεχομένου. Εκείνο που έχει σημασία είναι η δημιουργία θεσμών και μηχανισμών τέτοιων που να αποτρέπουν την εμφάνιση δύσκολων καταστάσεων για τις οποίες οι αναγκαίες λύσεις θα ήταν ανεπιθύμητες, δραματικές ή βίαιες.
Δυστυχώς, η χώρα μας έχει να αντιμετωπίσει πολλά αδιέξοδα τέτοιου τύπου. Μετά τους φορτηγατζήδες έρχονται τα παλικάρια της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ που έστειλαν και τις πρώτες επαναστατικές διακηρύξεις προς τους πολιτικούς μας. Είμαι βέβαιος ότι κάτι ανάλογο θα κάνουν και οι του ΟΣΕ μόλις έρθει η ώρα τους, και ασφαλώς θα ακολουθήσουν οι άλλες συντεχνίες του δημοσίου τομέα που έχουν βρει τον μήνα που τρέφει τους έντεκα.
Υπάρχουν όμως και χειρότερα, τα οποία οι πολιτικοί μας προσποιούνται εδώ και είκοσι χρόνια ότι δεν τα βλέπουν. Εννοώ βέβαια την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τις χιλιάδες νομίμων και παράνομων μεταναστών που ζουν στη χώρα μας και η οποία είναι εξαιρετικά δυσάρεστη και ταυτόχρονα αδύνατον να αντιμετωπισθεί ομαλά.
Σε αντίθεση αυτών που λένε οι πολιτικοί μας, τα αδιέξοδα της χώρας είναι τόσο προφανή ώστε μόνο αυτοί που δεν θέλουν να τα δουν δεν τα βλέπουν. Και τα αδιέξοδα αυτά, όπως όλα, θα βρουν τη λύση τους. Αυτό είναι βέβαιο. Εκείνο που δεν είναι βέβαιο και που τρομάζει τους απλούς πολίτες είναι οι συνέπειες. Διότι η πείρα τούς έχει διδάξει ότι όταν οι πολιτικοί και τα μεγάλα συμφέροντα φέρνουν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής καλούμαστε εμείς, οι μικροί και ασήμαντοι, να σώσουμε την κατάσταση και να υποστούμε τις θυσίες.
Συμπέρασμα, αντί να μας λένε ανοησίες περί ανυπαρξίας αδιεξόδων, ας κάνουν τη δουλειά τους σωστά.

Του Θεόδωρου Π. Λιανού, στο ΒΗΜΑ στις 8 Αυγούστου 2010.

7 Αυγ 2010

Οιδίπους Τύραννος στο Αρχαίο Θέατρο Ηφαιστείας

Για πρώτη φορά μετά από 2.300 χρόνια θα επαναλειτουργήσει το αρχαίο θέατρο της Ηφαιστείας στη Λήμνο, το οποίο αναστηλώθηκε τα τελευταία χρόνια Το αρχαίο θέατρο της Ηφαιστείας κτισμένο σε καίρια θέση της αρχαίας πόλης, στα βορειοανατολικά του νησιού, είναι ένα από τα σπουδαιότερα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Χρονολογείται ως προς το μεγαλύτερο μέρος του στο τέλος του 5ου ή στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα, με προσθήκες από την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή.
Στο κεντρικό τμήμα των κερκίδων του κοίλου, αλλά και έξω από αυτό, αποκαλύφθηκαν τμήματα πρωϊμότερης φάσης του, της αρχαϊκής, καθώς και δύο αρχαϊκά ιερά, που επιβεβαιώνουν τη σχέση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου με τη λατρεία.
Ο γνωστός από την αρχαία ελληνική γραμματεία «Λημνιακός» κύκλος τραγουδιών που γράφτηκαν από τους μεγάλους ποιητές της κλασικής περιόδου, συνδέεται αναμφίβολα με το Αρχαίο Θέατρο της Ηφαιστείας και την κατάκτηση της Λήμνου το 510 π.Χ. από τον Αθηναίο στρατηγό Μιλτιάδη, που συνέδεσε το νησί με την Αθήνα.
Στις 11 Αυγούστου αναβιώνει το αρχαίο δράμα, , με την παράσταση του εμβληματικού έργου του Σοφοκλή, «Οιδίπους Τύραννος», σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου.
Στην παράσταση πρωταγωνιστούν οι: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης που ερμηνεύει τον Οιδίποδα και η Καρυοφυλιά Καραμπέτη που ερμηνεύει την Ιοκάστη, ενώ συνολικά συμμετέχουν περίπου 25 ηθοποιοί.
Οι κάτοικοι της Λήμνου περιμένουν με ανυπομονησία και από ότι μαθαίνουμε έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρακολούθηση του αρχαίου δράματος, μετά από 2300 χρόνια στο νησί τους και προσδοκούν στην ετήσια καθιέρωση ενός διήμερου αρχαίας τραγωδίας στον ιερό χώρο του θεάτρου. Εμείς ατυχήσαμε, γιατί επισκεφθήκαμε το νησί στην αρχή του καλοκαιριού, αλλά το συνιστούμε ανεπιφύλακτα σε όλους.




Ελπήνωρ

5 Αυγ 2010

«Φον Φούφουτοι» ή κατσαπλιάδες;

Κάντε το εξής πείραμα σκέψης. Υποθέστε ότι, παρά το τεράστιο έλλειμμα, παρά τον δυσθεώρητα υψηλό δανεισμό, παρά την κρίση ανταγωνιστικότητας, η χώρα δεν αντιμετώπιζε οξύτατο πρόβλημα δανεισμού μετά τον Οκτώβριο 2009. Θα βγαίναμε στις διεθνείς χρηματαγορές και θα δανειζόμασταν. Θα καλύπταμε τα ελλείμματά μας, θα βουλώναμε τις τρύπες και θα συνεχίζαμε.

Τι ακριβώς θα συνεχίζαμε; Το αγαπημένο μας σπορ εδώ και τρεις τριετίες - τη λεηλασία των κοινών. Οι πολιτικάντηδες, μετρ της ανικανότητας και της φαυλότητας, θα συνέχιζαν τα ρουσφέτια τους, τις δωροληψίες τους, τις μίζες τους. Οι πολίτες, πρωταθλητές του μικροαστικού ωχαδερφισμού, θα συνέχιζαν να βρίζουν το κράτος, να φοροδιαφεύγουν, να χτίζουν αυθαίρετα, αλλά να απαιτούν και μια θεσούλα στο Δημόσιο. Και, φυσικά, με την ίδια άνεση που οι πολίτες εξαπατούν το κράτος, αυτό θα εξακολουθούσε να εξαπατά τους εταίρους του. Ολα είναι κύκλος. Μια λέξη αποδίδει την κυρίαρχη κουλτούρα της μεταπολίτευσης: λαθρεπιβασία - πώς να καρπώνεσαι ιδιωτικά οφέλη, αλλά να πληρώνει άλλος τον λογαριασμό!
Η αρχή του τέλους της λαθρεπιβασίας έγινε στις 6 Μαΐου 2010, ημερομηνία ψήφισης του Μνημονίου με τους δανειστές μας από τη Βουλή. Ανακαλύψαμε ξαφνικά τον οικονομικό νόμο της βαρύτητας: δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Δεν μπορείς να μεταθέτεις τα προβλήματά σου στο μέλλον εσαεί. Δεν μπορείς να εξαπατάς και να αυταπατάσαι στο διηνεκές. Υπάρχουν όρια. Η «αρχή της πραγματικότητας» δεν εξαφανίστηκε επειδή την περιφρόνησες.
Οι λαϊκιστές ηγέτες χάιδεψαν το εγώ μας. Μας έπεισαν ότι μπορούμε να ικανοποιούμε όλες μας τις επιθυμίες. Καταπιεσμένοι ποικιλοτρόπως στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, δίχως ελευθερία στη χουντική επταετία, θεωρήσαμε μετά στη μεταπολίτευση ότι η δημοκρατία είναι το πολίτευμα του κάνω-ό, τι-γουστάρω. Οι λαϊκιστές πολιτικοί, κολακεύοντας το πόπολο, εξέθρεψαν τον ναρκισσισμό του, εκμαύλισαν το ήθος του, του πρόσφεραν «συμμετοχή» σε όλα, ακόμα και στη διαφθορά. Οι θεσμοί ταυτίστηκαν με τον μυθοποιημένο «λαό»: αποδυναμώθηκε η διηθητική λογική τους, χαλάρωσαν οι κανόνες τους. Εννοιες κλειδιά ανασημασιοδοτήθηκαν: ο νόμος θεωρήθηκε αυθαίρετος περιορισμός, η νόμιμη εξουσία μεταφράστηκε σε παράλογη καταπίεση, η οικονομία εκλήφθηκε ως μια δευτερεύουσας σημασίας δραστηριότητα. Αντε τώρα να τα μαζέψεις…
Προσέξτε πόσο δύσκολα, ακόμα και τώρα, ξηλώνονται οι «βαθιές δομές» που καθηλώνουν τη χώρα. Παρά τη χρεοκοπία, οι κυανέρυθροι λαϊκιστές κηρύσσουν την έναρξη ανένδοτου αγώνα «απαλλαγής» από το Μνημόνιο! Διεκτραγωδούν τη «μείωση της εθνικής κυριαρχίας», μιλάνε για «κατοχική» κυβέρνηση και άλλα φαιδρά. Το μοτίβο της «εθνικής αντίστασης» αναβιώνει. Στη λαϊκιστική φαντασία ο «λαός» υπάρχει κυρίως ως «θύμα». Αυτή είναι η αγαπημένη εθνική μας αφήγηση, δεν μάθαμε άλλη...
Εχοντας επιδοθεί με ζήλο στη λαθρεπιβασία, συρρικνώσαμε τον χρόνο στο «εδώ και τώρα». Αποφύγαμε επώδυνα διλήμματα και επιλογές. Οταν συνωστίζονταν πολλοί στην πόρτα, τη μεγαλώναμε για να περάσουν όλοι - αρκεί να μην επιλέξουμε. Ετσι και τώρα: απωθώντας την «αρχή της πραγματικότητας», οι λαϊκιστές αρνούνται τη διλημματική φύση της κρίσης: χρεοκοπία ή επώδυνα μέτρα; Γι’ αυτούς διλήμματα δεν υπάρχουν, είναι φανταστικά ή προϊόντα συνωμοσίας. Στο λαϊκιστικό σύμπαν δεν υπάρχει τριβή, όλα είναι ελαστικά και ακόπως αντιστρέψιμα. Οι πράξεις αποσυνδέονται από τις συνέπειές τους. Η φαντασίωση μετατρέπεται σε πραγματικότητα.
Η οικονομία ήταν ανέκαθεν ο κατ’ εξοχήν χώρος που συντρίβονται οι αυταπάτες. Ξέρετε γιατί; Διότι ζούμε σε έναν πεπερασμένο κόσμο, στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι και να επιλέγουμε και να υφιστάμεθα τις συνέπειες των επιλογών μας. Αν δεν είσαι νοικοκύρης, μοιραία θα σε κυνηγούν οι δανειστές σου. Για να μπορείς να είσαι κυρίαρχος της ζωής σου, πρέπει να δημιουργήσεις τις αντίστοιχες προϋποθέσεις. Η αυτο-κυριαρχία και η αξιοπρέπεια κοστίζουν. Αν θέλεις να αποφύγεις δυσάρεστα διλήμματα, πρέπει να ενεργήσεις με προβλεπτικότητα.
Οπως ένας επαίτης χάνει το δικαίωμα της επιλογής, μια χρεοκοπημένη χώρα χάνει ένα κομμάτι της εθνικής κυριαρχίας της. Ας πρόσεχε… Οσο πιο πρωτόγονες είναι οι ανάγκες μας τόσο πιο χονδροειδή είναι τα διλήμματά μας. Αν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε τα λεπτεπίλεπτα ερωτήματα της Νορβηγίας («ποιος είναι ο πιο ηθικός τρόπος να επενδύουμε τις προσόδους από τις εξαγωγές πετρελαίου;»), ας φροντίσουμε να αποκτήσουμε τη λεπτότητα της νορβηγικής πολιτικής κουλτούρας και την ακμαιότητα της οικονομίας της.
Αν πρέπει να απαλλαγούμε από κάτι, αυτό είναι οι χρόνιες κακές μας συνήθειες. Το Μνημόνιο είναι ιδιαιτέρως επώδυνο επειδή άργησε τόσο. Ας προσέχαμε… Δεν είχαμε το θάρρος να υπερβούμε τη χρόνια ακρασία μας και το πληρώνουμε. Ολα κοστίζουν. Το «έλλογο εγώ», λέει ο Φρόιντ, δεν κυβερνάται από την «αρχή της ηδονής», αλλά από την «αρχή της πραγματικότητας». Εμείς την αγνοήσαμε.
Ουδόλως με στενοχωρεί να με κυβερνούν οι Βορειοευρωπαίοι «Φον Φούφουτοι», αφού οι δικοί μου εκπρόσωποι αποδείχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια Βαλκάνιοι κατσαπλιάδες. Δεν μειώνεται καθόλου η αξιοπρέπειά μου αν αύριο τις διοικήσεις των νοσοκομείων τις επιλέξει η τρόικα, αφού η δική μου υπουργός διαιωνίζει την παράδοση του φαύλου κομματισμού. Δεν με ενοχλεί καθόλου αν οι αλλοδαποί δανειστές μου εγκαταστήσουν επιτρόπους στις ΔΕΚΟ και τους ΟΤΑ, αφού οι δικοί μου νοιάζονται κυρίως για τη μίζα, την ψηφοθηρία και το ρουσφέτι. Ξέρετε γιατί; Διότι ξέρω ότι, ενίοτε, τα διλήμματά μου δεν τα επιλέγω - μου τα θέτουν τα γεγονότα…
Οχι, δεν πενθώ για την Ελλάδα που χάνεται. Ντρέπομαι μόνο για την ανικανότητά μας να δημιουργήσουμε την Ελλάδα που ονειρευτήκαμε το 1974.

Του Χαρίδημου K. Tσούκα, στην Καθημερινή στις 01-08-10

25 Ιουλ 2010

Η δολοφονία είναι η ακραία μορφή λογοκρισίας


«Η δολοφονία είναι η ακραία μορφή λογοκρισίας», είχε πει ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Μέχρι σήμερα αυτή τη μορφή λογοκρισίας την ασκούσαν μόνο τα εκτός Δύσης αυταρχικά καθεστώτα, όπως ισλαμοφασιστικά ή δικτατορικά, ψευτοδημοκρατίες τύπου Πούτιν και οι ποικίλες μαφίες του τρίτου κόσμου. Στην Ελλάδα, οι ανερμάτιστοι δολοφόνοι αποφάσισαν να μιμηθούν τις πρακτικές του υπόκοσμου ή και να συνεργαστούν μαζί τους, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης επανάστασης.
Με τη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια, ο στόχος των φονιάδων ήταν διττός. Από τη μια να λογοκρίνουν το μόνο μέσο πληροφόρησης που δεν μπορεί πια να ελεγχθεί, λόγω της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι αυτό δεν είναι άλλο παρά ο χώρος του ηλεκτρονικού ιστότοπου , τα αναρίθμητα δηλαδή μπλογκς, τα οποία έχουν εξελιχθεί πια στο πιο ανεξάρτητο και πιο μαζικό σε κίνηση Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης της χώρας, με τις συνεχείς καταγγελίες, αποκαλύψεις και σχολιασμούς τους. Ο νεκρός δημοσιογράφος άλλωστε ήταν ο βασικός εμπνευστής του «τροκτικού» και ως τέτοιος σηματοδοτούσε το νέο τρόπο ενημέρωσης, πληροφόρησης και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης που εγκαθιδρύεται και στον ελληνικό χώρο. Ο συγκεκριμένος στόχος τους σε αυτό το επίπεδο ήταν να φοβήσουν και να φιμώσουν τις ανεξάρτητες και ανεξέλεγκτες φωνές, οι οποίες συνθέτουν μια διαφορετική, μετανεοτερική πολιτική άποψη για την ελληνική κοινωνία, πέρα και πάνω από την άρρωστη, που το καζάνι της μεταπολίτευσης παρήγαγε. Γι αυτό βρίσκω καταδηλωτική την ακροτελεύτια ανάρτηση του «τρωκτικού»: «Καληνύχτα Ελλάδα, ο τόπος που γέννησε την Δημοκρατία κατάντησε να σκοτώνει την ελευθερία της έκφρασης».


Από την άλλη, η δεύτερη γενιά των τρομοκρατών, γνήσια παιδιά της καταναλωτικής κοινωνίας και της ρηχής και χωρίς ίχνος αναστοχασμού παιδείας μας, σκορπάει ασυλλόγιστα σφαίρες σε άοπλους ανθρώπους, με τον ίδιο τρόπο που σκοτώνει τους «άλλους» στα αγαπημένα βίντεο γκέιμς. Η πρακτική τους δεν επιζητεί καν την κοινωνική συναίνεση και οι νέοι τρομοκράτες δε θέλουν καν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Αυτοί οι τρομοκράτες δεν κουβαλούν ούτε καν τα αποστήματα της αριστερής παράδοσης, όπως οι προηγούμενοι. Δεν έχουν σχέση με ιδεολογικές επεξεργασίες. Χύνουν αίμα μόνο για τη δράση. Μοναδικός τους στόχος είναι να δημιουργήσουν θόρυβο, ζουν μόνο για τη μέθεξη του συμβάντος.
Αυτή η νέα γενιά τρομοκρατών είναι πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες, αλλά ευτυχώς η διεθνής εμπειρία υπονοεί ότι θα είναι βραχύβια. Αρκεί να ανασηκώσουν τα μανίκια οι αξιωματικοί της αντιτρομοκρατικής και να σκεφτούν αντισυμβατικά.

Ελπήνωρ

17 Ιουλ 2010

Το πραγματικό πρόσωπο της κοκκινοσκουφίτσας

O Ευγένιος Τριβιζάς, μας έχει συνηθίσει στις ανατροπές των κλασικών παραμυθιών. Το 1993 με τα «Τρία Μικρά Λυκάκια»  αναποδογύρισε το γνωστό παραμύθι,  "Τα τρία γουρουνάκια" με μεγάλη επιτυχία.
Τώρα στο νέο του έργο με τίτλο, «Για μια φούχτα μπάμιες» αντιστρέφει τους ρόλους του καλού και του κακού : η εύθραυστη Κοκκινοσκουφίτσα των αδελφών Γκριμ εμφανίζεται εδώ πανίσχυρη, με γνώσεις ζίου ζίτσου και ατομικό μηχανάκι για τις μετακινήσεις της. Οι δύο φτωχοί λύκοι του ερημωμένου δάσους καλούνται με αντιμισθία «μια φούχτα μπάμιες» να γίνουν σεκιουριτάδες στη φυτεία του κυνηγού μπαμπά της. Αυτή τη φορά στην ευρηματική του παράσταση «Για μια χούφτα μπάμιες» μας αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της Κοκκινοσκουφίτσας.  Στο νέο του έργο, που προέκυψε μετά από παραγγελία της Θεατρικής Εταιρείας «Σκαραβαίοι», ο Ευγένιος Τριβιζάς ασχολείται για πρώτη φορά στη θεατρική του καριέρα με το θέμα της καταστροφής της πανίδας του δάσους από την αλόγιστη ανάπτυξη και τον «πολιτισμό» , αναμειγνύοντας έντεχνα το γνωστό παραμυθικό μοτίβο της κοκκινοσκουφίτσας με σύγχρονα στοιχεία της κοινωνικής μας πραγματικότητας.
Το έργο στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου τρόπου σκέψης στα νεαρά άτομα, την απεξάρτησή τους από τα στερεότυπα και την ευαισθητοποίησή τους στα σύγχρονα προβλήματα και τον κίνδυνο ολοκληρωτικής αλλοίωσης του πλανήτη. Με τον γνωστό  ιδιαίτερο τρόπο γραφής του ο Τριβιζάς αποφεύγει συνειδητά το διδακτικό ύφος και ξετυλίγει με την ευφορία μιας τρελής σάτιρας, που θυμίζει περισσότερο ατμόσφαιρα τσίρκου.

Το έργο παίχτηκε το χειμώνα στο θέατρο Πειραιώς 131, ενώ  θα παρουσιαστεί στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Άλσους Δημήτριου Κιντή, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ηλιούπολης και στη συνέχεια θα περιοδεύσει στην υπόλοιπη Ελλάδα.
H παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της «WWF», της «Καλλιστώ», πραγματοποιείται με την στενή συνεργασία της «Αρκτούρος» και είναι δοκιμασμένη με επιτυχία σε παιδιά από 2 ½ ετών έως και μεγάλους εφήβους.
Ελπήνωρ

14 Ιουλ 2010

Η ντροπή της Σρεμπρένιτσα

Ο Αχιλλέας Πεκλάρης θυμάται ένα παλιό, βαλκανικό western και το πόσο εύκολα πήραμε θέση…


Πέρασαν κιόλας δεκαπέντε χρόνια από τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Μαύρη επέτειος. Κι όμως, θυμάμαι πολύ καθαρά, λες και ήταν χθες, εκείνη την εποχή, εκείνες τις μέρες και τα χρόνια που ακολούθησαν. Όλη η Ελλάδα ήταν ανάστατη, σε πολεμικό συναγερμό. Είμασταν έτοιμοι να πάρουμε τα όπλα και να ανηφορήσουμε βόρεια. Ελλάς – Σερβία – Συμμαχία! Όχι στους βομβαρδισμούς. Δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε την αδικία. Βράζαμε, ουρλιάζαμε, χτυπιόμασταν. Στα τηλεοπτικά παράθυρα ήταν οι ίδιες φάτσες (...) και ωρύοντο πιο δυνατά απ’ όλους, για να δώσουν το ρυθμό. Μπροστάρης η Εκκλησία του συγχωρεμένου του Χριστόδουλου. Και από πίσω, όλος ο υπόλοιπος εθνικοπατριωτικός διακομματικός συρφετός, που πάντοτε αυτο-επιστρατεύεται ενστικτωδώς σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μικρά πλην έντιμος Ελλάς ήταν και πάλι κατά των ισχυρών. Γερά, με τσαμπουκά. Τα άτακτα παιδιά (του καναπέ) της Ευρώπης.
Τα πράγματα, ευτυχώς, ήταν πάρα πολύ ξεκάθαρα. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε ΟΛΕΣ τις περιπτώσεις που ο Ελληνικός λαός καλείται να πάρει θέση απέναντι σε ένα διεθνές θέμα. Έτσι, και τούτη τη φορά είχαμε μπροστά μας ένα πολύ ωραίο, βολικό και εύκολο δίλημμα να απαντήσουμε:
-Από τη μιά μεριά, ήταν οι Σέρβοι του Μιλόσεβιτς και του Κάρατζιτς, τα κυνηγημένα «αδέλφια μας», με το Μεγαλόσταυρο μόστρα στο καπέλο τους. Χριστιανοί Ορθόδοξοι μέχρι το κόκκαλο. Μικροί, αδύναμοι, φτωχοί, βαλκάνιοι και καταφρονεμένοι. Εχθροί των ακατονόμαστων εχθρών μας. Αντίσταση στο «ισλαμικό τόξο». Να ανάβουν κεριά στις εκκλησίες τους, να καίνε λιβάνια, να σταυροκοπιούνται.
-Κι από την άλλη; Οι κακοί, σιδηρόφρακτοι Αμερικάνοι του Μπιλ Κλίντον και της Μαντλίν Όλμπραϊτ. Μαζί τους, οι γνωστοί φονιάδες του ΝΑΤΟ. Πάνοπλοι και πάμπλουτοι. Ισχυροί και αδίστακτοι. Κατά της Ορθοδοξίας μας, του Χριστούλη και της Παναγίτσας. Υπέρ των επίσης «κακών» μουσουλμάνων. Δυτικοί, ακαταλαβίστικοι, ξένοι, αδησώπητοι. Κρύοι άνθρωποι της Εσπερίας. Εξ ορισμού φονιάδες των λαών.
(...ΕΣΥ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΕΙΣΑΙ, ΡΕ; Με μας ή με τους άλλους;)
Η απάντηση, όπως πάντα, ήταν πανεύκολη. Θα είμαστε υπέρ των «καλών και αδύναμων». Θα είμαστε κατά των «κακών και παντοδύναμων». Θα μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς; Ούτως ή άλλως, όπως λέει και ο Νίκος ο Ζαχαριάδης, ψοφάμε για διλήμματα τύπου western. Που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη σκέψη, ανάλυση, προβληματισμό. Διλήμματα τύπου «άσπρο» vs «μαύρο». «Καουμπόηδες» εναντίον «ινδιάνων». Όλοι ξέρουμε τί πρέπει να κάνουμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Πάμε με τον αδύναμο, ακόμα κι αν σφάζει. Πάμε με τον ομόδοξο, ακόμα κι αν δολοφονεί. Το σίγουρο είναι ότι εξ ορισμού ΔΕΝ πάμε με τον πιο δυνατό. Ακόμα κι αν έχει δίκιο – ή έστω, ψήγματα δίκιου.
Άλλωστε, η απάντηση σε τέτοιου είδους διλήμματα των Ελλήνων δεν έχει να κάνει (ποτέ δεν είχε...) ούτε με τη λογική, ούτε με το ποιός έχει δίκιο. Έχει αποκλειστικά να κάνει με το βαθύ συναίσθημα και το προσωπικό γούστο του μέσου Έλληνος πατριώτου. Τί τον κάνει να πορώνεται περισσότερο. Τί ταιριάζει με τη δική του κοσμο-θεωρία της συνομωσίας. Τί του λέει η καρδιά του. Όπως όταν βλέπεις μια ταινία. Η λογική δεν έχει καμία θέση εδώ, άλλωστε τα πτώματα δεν είναι αληθινά, το αίμα είναι κέτσαπ. Οπότε, δεν έχεις και τύψεις. Ταινία είναι, βρε χαζό...
'ΟΜΩΣ, φευ, κάπου ανάμεσα σ’ αυτό το υπέροχο, απλοϊκό, πατριωτικό δίλημμα υπήρχαν και κάποιες χιλιάδες σφαγμένοι στη Σρεμπρένιτσα. Και το χειρότερο; Κανονικά σφαγμένοι, όχι με κέτσαπ. Oκτώ χιλιάδες άνθρωποι. Οκτώ χιλιάδες ψυχές. Οκτώ χιλιάδες πτώματα. Η μεγαλύτερη σφαγή – γενοκτονία που έγινε στην Ευρώπη, μετά τον Β.Π.Π.. Η πλειοψηφία των σφαγμένων ήταν αγόρια κάτω από 15 χρόνων και άνδρες πάνω από 65 χρόνων. Άμαχοι. Οι Σέρβοι «αδελφοί μας» τους παραχώσανε σε ομαδικούς τάφους. Ήταν μουσουλμάνοι. Άρα, εξ ορισμού «κακοί» (στο συγκεκριμένο δίλημμα).
Για άλλη μια φορά, αντιδράσαμε σαν ανώριμοι έφηβοι. Άρνηση. «Δεν υπάρχει σφαγή, είναι όλα προπαγάνδα των κακών Αμερικάνων». Κι όταν βρέθηκαν τα πτώματα; Όταν μετρήθηκαν τα σφαγμένα κορμιά στους λάκκους; Τότε, σιγή. Απόλυτη σιγή. Σαν την απόλυτη ντροπή. Αλλαγή συζήτησης. Βλέμματα στο κενό, πότε στον ουρανό, πότε στο πάτωμα. Πότε παραδεχθήκαμε το λάθος μας, για να το παραδεχτούμε στην περίπτωση της Σρεμπρένιτσα;
Μη μου τους (φαύλους) κύκλους τάρατε...
Συγνώμη, αλλά αηδίασα. Δεν γράφω άλλο.

Του Αχιλλέα Πεκλάρη, αναρτήθηκε στο www.athensvoice.gr, στις 12/7/2010

11 Ιουλ 2010

Τα ερωτήματα της κρίσης

Σε κάθε περίοδο κρίσης πληθαίνουν οι ερωτήσεις για το μέλλον: «πού πάμε;», «θα τα βγάλουμε πέρα;», «υπάρχει φως στον ορίζοντα;» «θα πιάσουν τόπο οι θυσίες των πολιτών;», «το “η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει” ισχύει, ή ήταν κι αυτό ένας από τους μύθους της μεταπολίτευσης;» κ. ά. Αντιθέτως σε περιόδους ευημερίας (πραγματικής ή πλασματικής) το ερωτηματολόγιο περιορίζεται στο «πού θα πάμε το βράδυ;».
Στα παραπάνω ερωτήματα δεν υπάρχει σαφής απάντηση, αλλά ένα από τα καλά της κρίσης είναι ότι μας αναγκάζει να στοχαστούμε όχι μόνο για το «πού πάει η χώρα;», αλλά κυρίως για το «πού θέλουμε να πάει η χώρα». Για την Αριστερά κι ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ η απάντηση είναι εύκολη: «στο παρελθόν» · τότε που είχαμε μεγάλο δημόσιο τομέα, δηλαδή τότε που κάναμε δέκα χρόνια να βάλουμε τηλέφωνο κι έπρεπε να έχουμε μπάρμπα βουλευτή για να εγκριθεί το στεγαστικό δάνειο πριν πεθάνουμε.
Είναι όμως η Ελλάδα του παρελθόντος που θέλουμε, ή απλώς έχουμε σκιαχτεί τόσο πολύ από το παρόν που φτιάχνουμε ένα ρόδινο χθες για να κρατηθούμε; Διότι ακόμη και πριν από την κρίση δεν είχαμε πολλά πράγματα τα οποία δεν γκρινιάζαμε. Ο δημόσιος τομέας ήταν διεφθαρμένος κι αναποτελεσματικός, η ζωή στις πόλεις αφόρητη, η ακρίβεια μεγάλη κ.λ.π. Σύμφωνοι! Αλλάζει το ασφαλιστικό. Αλλά μεταξύ μας: όλοι δεν ψιθυρίζαμε ότι το σύστημα δεν βγαίνει και χαριτολογούσαμε με εκείνους τους συναδέλφους που «πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη»;
Η ύφεση θα είναι ένα πλήγμα, αλλά αν έχουν δίκιο οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών, η οικονομία θα υποχωρήσει στα επίπεδα που ήταν το 2007, για να βρεθεί και πάλι σε θετικό έδαφος. Οσο δε για το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: Περάσαμε ένα το 1985-1987, ένα το 1990-1993, ένα το 1994-2000 και θα περάσουμε ένα ακόμη το 2010-2013. Τα νούμερα -για τα οποία ανησυχούν οι πιστωτές μας και κοιτούν οι επιτηρητές μας- θα διορθωθούν. Το ερώτημα είναι άλλο: εμείς θα αφήσουμε αυτήν την κρίση να πάει χαμένη; Ή μήπως πρέπει να σκεφτούμε τι δεν κάναμε καλά ώστε μετά από κάθε σταθεροποιητικό πρόγραμμα να χρειαζόμαστε το επόμενο;
Το ερώτημα λοιπόν τώρα δεν είναι αν «θα τα βγάλουμε πέρα», αλλά οι όροι εξόδου από την κρίση. Μπορούμε να «τα βγάλουμε πέρα», όπως τα βγάζαμε στο παρελθόν, χωρίς δηλαδή να αλλάζουμε τις δομικές παθογένειες που μάς έφεραν ώς εδώ, με αποτέλεσμα να χρειαζόμαστε κάθε λίγο και λιγάκι νέα προγράμματα. Ή μπορούμε να σκεφτούμε τους τρόπους για να μην επανέλθουμε ποτέ στη σημερινή δυσχερή θέση. Κυρίως πρέπει να σκεφτούμε πώς αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα. Περιμένουμε απλώς να διογκώνονται μέχρι να σκάσουν (όπως κάναμε με την οικονομία, το κράτος, το ασφαλιστικό και τόσα άλλα), ή διορθώνουμε την πορεία μας όταν τα προβλήματα δεν βρίσκονται σε όξυνση, τότε δηλαδή που η θεραπεία είναι λιγότερο επώδυνη;
Η κρίση είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία. Οχι μόνο για να φτιάξουμε τα δημοσιονομικά, ώστε να μην είμαστε εκτεθειμένοι στους ανέμους της αγοράς. Αλλά, κυρίως, για να αλλάξουμε και όλα εκείνα που μας πλήγωναν και πριν από την κρίση. Να αποκεντρώσουμε το κράτος για να γίνει πιο λειτουργικό, να αποκρατικοποιήσουμε τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα για να γίνει παραγωγικός, να φτιάξουμε τις πόλεις για να είναι ανθρώπινες. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που ακόμη έχουμε μπροστά μας...
Του Πάσχου Μανδραβέλη, από την Καθημερινή, 11-07-10.

1 Ιουλ 2010

Οταν η Αριστερά αυτοκτονεί


Ενώ ο καπιταλισμός βυθίζεται σε βαθιά διαρθρωτική κρίση, η Αριστερά στην εποχή μας αυτοκτονεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη. Η παράδοξη εμπειρία του 1930 επαναλαμβάνεται: ο φιλελεύθερος και ασύδοτος καπιταλισμός καταβαραθρώθηκε τότε, όπως και σήμερα, όμως η υπέρβασή του δεν προήλθε από την Αριστερά, αλλά από δυνάμεις που η Αριστερά εσπίλωνε ως «μη-ταξικές», «μικροαστικές», «ουτοπικές».
Ο Βρετανός οικονομολόγος Κέινς (1883-1947) και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ (1882-1945) υλοποίησαν αυτό που οι ακεραιόφρονες της Αριστεράς κατήγγειλαν ως «απατηλή ουτοπία»: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ανακατανομή εισοδήματος, άμβλυνση ανισοτήτων, σχετική κοινωνική δικαιοσύνη, το «Νιου Ντιλ» (1935), που, λόγω της επιτυχίας του, γενικεύθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ο,τι είχε θεωρηθεί «ουτοπία» έλαβε σάρκα και οστά. Από το 1930, οι ακεραιόφρονες της συντηρητικής πλευράς, όπως και της προοδευτικής, διαβεβαίωναν ότι οι δημόσιες δαπάνες κατέστελναν τις ιδιωτικές, ότι η επέκταση του κράτους συρρίκνωνε την οικονομία και την κοινωνία. Ομως, ο έμπρακτος απολογισμός τού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε συντριπτικός: ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο καπιταλισμός δεν πραγματοποίησε τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών, και ποτέ άλλοτε δεν έφθασε τόσο κοντά στη συρρίκνωση της ανεργίας και πλήρη απασχόληση. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατοχυρώθηκαν από τον μεταπολεμικό καπιταλισμό με το αζημίωτο.
Στην προχιτλερική Γερμανία του 1930, όπως επισημαίνει ο Σουμπέτερ (1883-1950), μόνον τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δογματική Αριστερά μετά βδελυγμίας απέρριπτε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού μεταξύ των δύο πόλων της κοινωνίας. Φανταζόταν ότι έτσι θα αποκόμιζε οφέλη από την αύξουσα κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Ομως, με τον αυτοαποκλεισμό της από τις αναζητήσεις διεξόδου από την κρίση, στην ουσία θεωρήθηκε η ίδια παράγων συντήρησης του ανυπόληπτου πολιτικού συστήματος.
Ενώ η γερμανική κοινωνία σπαρασσόταν από κοινωνικά κινήματα, η ακεραιόφρων Αριστερά έθεσε εαυτήν εκτός πολιτικής, στιγματίζοντας όσους μετείχαν αυτής, εκτιμώντας ότι η επερχόμενη κατάρρευση θα απέβαινε σε όφελός της. Το στοίχημα χάθηκε: η ολιγωρία της Αριστεράς κατανοήθηκε από την κοινωνία ως έμμεση κάλυψη του καταρρέοντος συστήματος και η ίδια ως ιδιότυπο, αλλά αναπόσπαστο ανάχωμα αυτού. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σαρώθηκε, όχι από το κεφάλαιο, αλλά με τη λαϊκή ετυμηγορία των θυμάτων του αποπληθωρισμού και της εκρηκτικής ανεργίας, που επέβαλαν οι τράπεζες, με συγκατάνευση της Αριστεράς. Η τελευταία ύψωσε σημαία της τον αποπληθωρισμό, συνέπλευσε με τους τραπεζίτες, με πρόσχημα την προστασία του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, υπό την παραπλανητική ρητορεία περί «ταξικής συσπείρωσης».
Στην εποχή μας, το παράδοξο επαναλαμβάνεται: τα ιδανικά της Αριστεράς συναντούν ασύγκριτα ευρύτερη κοινωνική απήχηση απ' ό,τι οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Η γοητεία των ιδεών της αντισταθμίζεται με τη δυσπιστία και την καχυποψία, στην οποία προσκρούουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Βασική εξήγηση θα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί φορείς της Αριστεράς δεν πείθουν πως υπηρετούν πράγματι τα ιδανικά που επαγγέλλονται.
Η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των αριστερών σχηματισμών αφιερώνει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο στα οργανωτικά και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών, παρά στην εγκαθίδρυση σταθερών και δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Αντί να είναι κοινωνιοκεντρικοί, παραμένουν εξουσιοκεντρικοί. Αντί να απευθύνονται προς την κοινωνία, της στρέφουν τα νώτα και απλώς την επικαλούνται καιροσκοπικά στις μεταξύ τους διενέξεις. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της γραφειοκρατικοποίησης των αριστερών σχημάτων και μορφωμάτων, που καταλήγουν σήμερα να εμπνέουν περισσότερη καχυποψία, παρά εμπιστοσύνη. Καταγεγραμμένη φιλοδοξία όλων είναι να ηγεμονεύσουν σε κάποιο μυθικό κοινωνικό κίνημα, που φαντάζονται ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ηγεσία τους.
Ομως, η ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνικές ανατροπές δεν είναι ποτέ προϊόν οργανωτικών αποφάσεων ούτε ηγεσιών, όσο φωτισμένες και αν υποτεθούν αυτές. Οι κοινωνικές εξελίξεις ακολουθούν ανελέητο και ανεξέλεγκτο δικό τους ρυθμό, ενώ πρόβλημα των πολιτικών σχηματισμών παραμένει σταθερά ότι αιφνιδιάζονται πάντα από τα κοινωνικά γεγονότα και τρέχουν με υστέρηση πίσω από αυτά, προκειμένου να συμμετάσχουν στη φάση της περιστολής τους. Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά πάντοτε η Αριστερά από την ιστορία.
Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Αριστερά δεν σώζεται με αναδίπλωση σε κανένα προκατασκευασμένο δόγμα ούτε με την απομονωτική αυτοανακηρυγμένη «ταξική πολιτική». Αλλά δεν σώζεται επίσης ούτε με καιροσκοπικό «άνοιγμα» στον χώρο του πολιτικού δικομματισμού, ο οποίος σήμερα έχει δυσφημισθεί όσο ποτέ άλλοτε.
Φυσικά και αβίαστα, μοναδική οδός για την Αριστερά θα ήταν η ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία, χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, σπάνιες είναι οι ιστορικές στιγμές που το πολιτικό σύστημα ανασκευάζεται μέσω μετωπικής σύγκρουσης με «εξωτερικές» δυνάμεις. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: υπό την αύξουσα κοινωνική πίεση, κάποιες δυνάμεις από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του.
Η Αριστερά σήμερα επισημαίνει έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων, όμως η ίδια, σε όλες τις παραλλαγές της, με την αποκλειστική προσήλωσή της στην οργανωτικιστική και εσωστρεφή κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος, αποδεικνύεται περισσότερο αμείλικτη και άστοργη κοινωνικά απ' ό,τι οι υποτιθέμενοι αντίπαλοί της. Η επιχείρηση ένταξης των λαϊκών κινητοποιήσεων σε προκατασκευασμένα από το παρελθόν σχήματα δεν συνιστά αριστερή πολιτική, αλλά γραφειοκρατικό εγχείρημα. Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί. Εάν η αυτοκτονία της κατανοηθεί ως αναγνώριση του προβλήματος, αυτό θα συνιστούσε για την κοινωνία απαρχή για μια νέα ελπίδα.

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ.Δημοσιεύθυκε στην έντυπη έκδοση της Ελευθεροτυπίας στις 30 -6-2010