"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

25 Ιουλ 2010

Η δολοφονία είναι η ακραία μορφή λογοκρισίας


«Η δολοφονία είναι η ακραία μορφή λογοκρισίας», είχε πει ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο. Μέχρι σήμερα αυτή τη μορφή λογοκρισίας την ασκούσαν μόνο τα εκτός Δύσης αυταρχικά καθεστώτα, όπως ισλαμοφασιστικά ή δικτατορικά, ψευτοδημοκρατίες τύπου Πούτιν και οι ποικίλες μαφίες του τρίτου κόσμου. Στην Ελλάδα, οι ανερμάτιστοι δολοφόνοι αποφάσισαν να μιμηθούν τις πρακτικές του υπόκοσμου ή και να συνεργαστούν μαζί τους, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης επανάστασης.
Με τη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια, ο στόχος των φονιάδων ήταν διττός. Από τη μια να λογοκρίνουν το μόνο μέσο πληροφόρησης που δεν μπορεί πια να ελεγχθεί, λόγω της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι αυτό δεν είναι άλλο παρά ο χώρος του ηλεκτρονικού ιστότοπου , τα αναρίθμητα δηλαδή μπλογκς, τα οποία έχουν εξελιχθεί πια στο πιο ανεξάρτητο και πιο μαζικό σε κίνηση Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης της χώρας, με τις συνεχείς καταγγελίες, αποκαλύψεις και σχολιασμούς τους. Ο νεκρός δημοσιογράφος άλλωστε ήταν ο βασικός εμπνευστής του «τροκτικού» και ως τέτοιος σηματοδοτούσε το νέο τρόπο ενημέρωσης, πληροφόρησης και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης που εγκαθιδρύεται και στον ελληνικό χώρο. Ο συγκεκριμένος στόχος τους σε αυτό το επίπεδο ήταν να φοβήσουν και να φιμώσουν τις ανεξάρτητες και ανεξέλεγκτες φωνές, οι οποίες συνθέτουν μια διαφορετική, μετανεοτερική πολιτική άποψη για την ελληνική κοινωνία, πέρα και πάνω από την άρρωστη, που το καζάνι της μεταπολίτευσης παρήγαγε. Γι αυτό βρίσκω καταδηλωτική την ακροτελεύτια ανάρτηση του «τρωκτικού»: «Καληνύχτα Ελλάδα, ο τόπος που γέννησε την Δημοκρατία κατάντησε να σκοτώνει την ελευθερία της έκφρασης».


Από την άλλη, η δεύτερη γενιά των τρομοκρατών, γνήσια παιδιά της καταναλωτικής κοινωνίας και της ρηχής και χωρίς ίχνος αναστοχασμού παιδείας μας, σκορπάει ασυλλόγιστα σφαίρες σε άοπλους ανθρώπους, με τον ίδιο τρόπο που σκοτώνει τους «άλλους» στα αγαπημένα βίντεο γκέιμς. Η πρακτική τους δεν επιζητεί καν την κοινωνική συναίνεση και οι νέοι τρομοκράτες δε θέλουν καν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Αυτοί οι τρομοκράτες δεν κουβαλούν ούτε καν τα αποστήματα της αριστερής παράδοσης, όπως οι προηγούμενοι. Δεν έχουν σχέση με ιδεολογικές επεξεργασίες. Χύνουν αίμα μόνο για τη δράση. Μοναδικός τους στόχος είναι να δημιουργήσουν θόρυβο, ζουν μόνο για τη μέθεξη του συμβάντος.
Αυτή η νέα γενιά τρομοκρατών είναι πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες, αλλά ευτυχώς η διεθνής εμπειρία υπονοεί ότι θα είναι βραχύβια. Αρκεί να ανασηκώσουν τα μανίκια οι αξιωματικοί της αντιτρομοκρατικής και να σκεφτούν αντισυμβατικά.

Ελπήνωρ

17 Ιουλ 2010

Το πραγματικό πρόσωπο της κοκκινοσκουφίτσας

O Ευγένιος Τριβιζάς, μας έχει συνηθίσει στις ανατροπές των κλασικών παραμυθιών. Το 1993 με τα «Τρία Μικρά Λυκάκια»  αναποδογύρισε το γνωστό παραμύθι,  "Τα τρία γουρουνάκια" με μεγάλη επιτυχία.
Τώρα στο νέο του έργο με τίτλο, «Για μια φούχτα μπάμιες» αντιστρέφει τους ρόλους του καλού και του κακού : η εύθραυστη Κοκκινοσκουφίτσα των αδελφών Γκριμ εμφανίζεται εδώ πανίσχυρη, με γνώσεις ζίου ζίτσου και ατομικό μηχανάκι για τις μετακινήσεις της. Οι δύο φτωχοί λύκοι του ερημωμένου δάσους καλούνται με αντιμισθία «μια φούχτα μπάμιες» να γίνουν σεκιουριτάδες στη φυτεία του κυνηγού μπαμπά της. Αυτή τη φορά στην ευρηματική του παράσταση «Για μια χούφτα μπάμιες» μας αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της Κοκκινοσκουφίτσας.  Στο νέο του έργο, που προέκυψε μετά από παραγγελία της Θεατρικής Εταιρείας «Σκαραβαίοι», ο Ευγένιος Τριβιζάς ασχολείται για πρώτη φορά στη θεατρική του καριέρα με το θέμα της καταστροφής της πανίδας του δάσους από την αλόγιστη ανάπτυξη και τον «πολιτισμό» , αναμειγνύοντας έντεχνα το γνωστό παραμυθικό μοτίβο της κοκκινοσκουφίτσας με σύγχρονα στοιχεία της κοινωνικής μας πραγματικότητας.
Το έργο στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου τρόπου σκέψης στα νεαρά άτομα, την απεξάρτησή τους από τα στερεότυπα και την ευαισθητοποίησή τους στα σύγχρονα προβλήματα και τον κίνδυνο ολοκληρωτικής αλλοίωσης του πλανήτη. Με τον γνωστό  ιδιαίτερο τρόπο γραφής του ο Τριβιζάς αποφεύγει συνειδητά το διδακτικό ύφος και ξετυλίγει με την ευφορία μιας τρελής σάτιρας, που θυμίζει περισσότερο ατμόσφαιρα τσίρκου.

Το έργο παίχτηκε το χειμώνα στο θέατρο Πειραιώς 131, ενώ  θα παρουσιαστεί στις 20 Ιουλίου στο Θέατρο Άλσους Δημήτριου Κιντή, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ηλιούπολης και στη συνέχεια θα περιοδεύσει στην υπόλοιπη Ελλάδα.
H παράσταση τελεί υπό την αιγίδα της «WWF», της «Καλλιστώ», πραγματοποιείται με την στενή συνεργασία της «Αρκτούρος» και είναι δοκιμασμένη με επιτυχία σε παιδιά από 2 ½ ετών έως και μεγάλους εφήβους.
Ελπήνωρ

14 Ιουλ 2010

Η ντροπή της Σρεμπρένιτσα

Ο Αχιλλέας Πεκλάρης θυμάται ένα παλιό, βαλκανικό western και το πόσο εύκολα πήραμε θέση…


Πέρασαν κιόλας δεκαπέντε χρόνια από τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Μαύρη επέτειος. Κι όμως, θυμάμαι πολύ καθαρά, λες και ήταν χθες, εκείνη την εποχή, εκείνες τις μέρες και τα χρόνια που ακολούθησαν. Όλη η Ελλάδα ήταν ανάστατη, σε πολεμικό συναγερμό. Είμασταν έτοιμοι να πάρουμε τα όπλα και να ανηφορήσουμε βόρεια. Ελλάς – Σερβία – Συμμαχία! Όχι στους βομβαρδισμούς. Δεν μπορούσαμε να ανεχθούμε την αδικία. Βράζαμε, ουρλιάζαμε, χτυπιόμασταν. Στα τηλεοπτικά παράθυρα ήταν οι ίδιες φάτσες (...) και ωρύοντο πιο δυνατά απ’ όλους, για να δώσουν το ρυθμό. Μπροστάρης η Εκκλησία του συγχωρεμένου του Χριστόδουλου. Και από πίσω, όλος ο υπόλοιπος εθνικοπατριωτικός διακομματικός συρφετός, που πάντοτε αυτο-επιστρατεύεται ενστικτωδώς σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μικρά πλην έντιμος Ελλάς ήταν και πάλι κατά των ισχυρών. Γερά, με τσαμπουκά. Τα άτακτα παιδιά (του καναπέ) της Ευρώπης.
Τα πράγματα, ευτυχώς, ήταν πάρα πολύ ξεκάθαρα. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε ΟΛΕΣ τις περιπτώσεις που ο Ελληνικός λαός καλείται να πάρει θέση απέναντι σε ένα διεθνές θέμα. Έτσι, και τούτη τη φορά είχαμε μπροστά μας ένα πολύ ωραίο, βολικό και εύκολο δίλημμα να απαντήσουμε:
-Από τη μιά μεριά, ήταν οι Σέρβοι του Μιλόσεβιτς και του Κάρατζιτς, τα κυνηγημένα «αδέλφια μας», με το Μεγαλόσταυρο μόστρα στο καπέλο τους. Χριστιανοί Ορθόδοξοι μέχρι το κόκκαλο. Μικροί, αδύναμοι, φτωχοί, βαλκάνιοι και καταφρονεμένοι. Εχθροί των ακατονόμαστων εχθρών μας. Αντίσταση στο «ισλαμικό τόξο». Να ανάβουν κεριά στις εκκλησίες τους, να καίνε λιβάνια, να σταυροκοπιούνται.
-Κι από την άλλη; Οι κακοί, σιδηρόφρακτοι Αμερικάνοι του Μπιλ Κλίντον και της Μαντλίν Όλμπραϊτ. Μαζί τους, οι γνωστοί φονιάδες του ΝΑΤΟ. Πάνοπλοι και πάμπλουτοι. Ισχυροί και αδίστακτοι. Κατά της Ορθοδοξίας μας, του Χριστούλη και της Παναγίτσας. Υπέρ των επίσης «κακών» μουσουλμάνων. Δυτικοί, ακαταλαβίστικοι, ξένοι, αδησώπητοι. Κρύοι άνθρωποι της Εσπερίας. Εξ ορισμού φονιάδες των λαών.
(...ΕΣΥ ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΕΙΣΑΙ, ΡΕ; Με μας ή με τους άλλους;)
Η απάντηση, όπως πάντα, ήταν πανεύκολη. Θα είμαστε υπέρ των «καλών και αδύναμων». Θα είμαστε κατά των «κακών και παντοδύναμων». Θα μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς; Ούτως ή άλλως, όπως λέει και ο Νίκος ο Ζαχαριάδης, ψοφάμε για διλήμματα τύπου western. Που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη σκέψη, ανάλυση, προβληματισμό. Διλήμματα τύπου «άσπρο» vs «μαύρο». «Καουμπόηδες» εναντίον «ινδιάνων». Όλοι ξέρουμε τί πρέπει να κάνουμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Πάμε με τον αδύναμο, ακόμα κι αν σφάζει. Πάμε με τον ομόδοξο, ακόμα κι αν δολοφονεί. Το σίγουρο είναι ότι εξ ορισμού ΔΕΝ πάμε με τον πιο δυνατό. Ακόμα κι αν έχει δίκιο – ή έστω, ψήγματα δίκιου.
Άλλωστε, η απάντηση σε τέτοιου είδους διλήμματα των Ελλήνων δεν έχει να κάνει (ποτέ δεν είχε...) ούτε με τη λογική, ούτε με το ποιός έχει δίκιο. Έχει αποκλειστικά να κάνει με το βαθύ συναίσθημα και το προσωπικό γούστο του μέσου Έλληνος πατριώτου. Τί τον κάνει να πορώνεται περισσότερο. Τί ταιριάζει με τη δική του κοσμο-θεωρία της συνομωσίας. Τί του λέει η καρδιά του. Όπως όταν βλέπεις μια ταινία. Η λογική δεν έχει καμία θέση εδώ, άλλωστε τα πτώματα δεν είναι αληθινά, το αίμα είναι κέτσαπ. Οπότε, δεν έχεις και τύψεις. Ταινία είναι, βρε χαζό...
'ΟΜΩΣ, φευ, κάπου ανάμεσα σ’ αυτό το υπέροχο, απλοϊκό, πατριωτικό δίλημμα υπήρχαν και κάποιες χιλιάδες σφαγμένοι στη Σρεμπρένιτσα. Και το χειρότερο; Κανονικά σφαγμένοι, όχι με κέτσαπ. Oκτώ χιλιάδες άνθρωποι. Οκτώ χιλιάδες ψυχές. Οκτώ χιλιάδες πτώματα. Η μεγαλύτερη σφαγή – γενοκτονία που έγινε στην Ευρώπη, μετά τον Β.Π.Π.. Η πλειοψηφία των σφαγμένων ήταν αγόρια κάτω από 15 χρόνων και άνδρες πάνω από 65 χρόνων. Άμαχοι. Οι Σέρβοι «αδελφοί μας» τους παραχώσανε σε ομαδικούς τάφους. Ήταν μουσουλμάνοι. Άρα, εξ ορισμού «κακοί» (στο συγκεκριμένο δίλημμα).
Για άλλη μια φορά, αντιδράσαμε σαν ανώριμοι έφηβοι. Άρνηση. «Δεν υπάρχει σφαγή, είναι όλα προπαγάνδα των κακών Αμερικάνων». Κι όταν βρέθηκαν τα πτώματα; Όταν μετρήθηκαν τα σφαγμένα κορμιά στους λάκκους; Τότε, σιγή. Απόλυτη σιγή. Σαν την απόλυτη ντροπή. Αλλαγή συζήτησης. Βλέμματα στο κενό, πότε στον ουρανό, πότε στο πάτωμα. Πότε παραδεχθήκαμε το λάθος μας, για να το παραδεχτούμε στην περίπτωση της Σρεμπρένιτσα;
Μη μου τους (φαύλους) κύκλους τάρατε...
Συγνώμη, αλλά αηδίασα. Δεν γράφω άλλο.

Του Αχιλλέα Πεκλάρη, αναρτήθηκε στο www.athensvoice.gr, στις 12/7/2010

11 Ιουλ 2010

Τα ερωτήματα της κρίσης

Σε κάθε περίοδο κρίσης πληθαίνουν οι ερωτήσεις για το μέλλον: «πού πάμε;», «θα τα βγάλουμε πέρα;», «υπάρχει φως στον ορίζοντα;» «θα πιάσουν τόπο οι θυσίες των πολιτών;», «το “η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει” ισχύει, ή ήταν κι αυτό ένας από τους μύθους της μεταπολίτευσης;» κ. ά. Αντιθέτως σε περιόδους ευημερίας (πραγματικής ή πλασματικής) το ερωτηματολόγιο περιορίζεται στο «πού θα πάμε το βράδυ;».
Στα παραπάνω ερωτήματα δεν υπάρχει σαφής απάντηση, αλλά ένα από τα καλά της κρίσης είναι ότι μας αναγκάζει να στοχαστούμε όχι μόνο για το «πού πάει η χώρα;», αλλά κυρίως για το «πού θέλουμε να πάει η χώρα». Για την Αριστερά κι ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ η απάντηση είναι εύκολη: «στο παρελθόν» · τότε που είχαμε μεγάλο δημόσιο τομέα, δηλαδή τότε που κάναμε δέκα χρόνια να βάλουμε τηλέφωνο κι έπρεπε να έχουμε μπάρμπα βουλευτή για να εγκριθεί το στεγαστικό δάνειο πριν πεθάνουμε.
Είναι όμως η Ελλάδα του παρελθόντος που θέλουμε, ή απλώς έχουμε σκιαχτεί τόσο πολύ από το παρόν που φτιάχνουμε ένα ρόδινο χθες για να κρατηθούμε; Διότι ακόμη και πριν από την κρίση δεν είχαμε πολλά πράγματα τα οποία δεν γκρινιάζαμε. Ο δημόσιος τομέας ήταν διεφθαρμένος κι αναποτελεσματικός, η ζωή στις πόλεις αφόρητη, η ακρίβεια μεγάλη κ.λ.π. Σύμφωνοι! Αλλάζει το ασφαλιστικό. Αλλά μεταξύ μας: όλοι δεν ψιθυρίζαμε ότι το σύστημα δεν βγαίνει και χαριτολογούσαμε με εκείνους τους συναδέλφους που «πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη»;
Η ύφεση θα είναι ένα πλήγμα, αλλά αν έχουν δίκιο οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών, η οικονομία θα υποχωρήσει στα επίπεδα που ήταν το 2007, για να βρεθεί και πάλι σε θετικό έδαφος. Οσο δε για το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: Περάσαμε ένα το 1985-1987, ένα το 1990-1993, ένα το 1994-2000 και θα περάσουμε ένα ακόμη το 2010-2013. Τα νούμερα -για τα οποία ανησυχούν οι πιστωτές μας και κοιτούν οι επιτηρητές μας- θα διορθωθούν. Το ερώτημα είναι άλλο: εμείς θα αφήσουμε αυτήν την κρίση να πάει χαμένη; Ή μήπως πρέπει να σκεφτούμε τι δεν κάναμε καλά ώστε μετά από κάθε σταθεροποιητικό πρόγραμμα να χρειαζόμαστε το επόμενο;
Το ερώτημα λοιπόν τώρα δεν είναι αν «θα τα βγάλουμε πέρα», αλλά οι όροι εξόδου από την κρίση. Μπορούμε να «τα βγάλουμε πέρα», όπως τα βγάζαμε στο παρελθόν, χωρίς δηλαδή να αλλάζουμε τις δομικές παθογένειες που μάς έφεραν ώς εδώ, με αποτέλεσμα να χρειαζόμαστε κάθε λίγο και λιγάκι νέα προγράμματα. Ή μπορούμε να σκεφτούμε τους τρόπους για να μην επανέλθουμε ποτέ στη σημερινή δυσχερή θέση. Κυρίως πρέπει να σκεφτούμε πώς αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα. Περιμένουμε απλώς να διογκώνονται μέχρι να σκάσουν (όπως κάναμε με την οικονομία, το κράτος, το ασφαλιστικό και τόσα άλλα), ή διορθώνουμε την πορεία μας όταν τα προβλήματα δεν βρίσκονται σε όξυνση, τότε δηλαδή που η θεραπεία είναι λιγότερο επώδυνη;
Η κρίση είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία. Οχι μόνο για να φτιάξουμε τα δημοσιονομικά, ώστε να μην είμαστε εκτεθειμένοι στους ανέμους της αγοράς. Αλλά, κυρίως, για να αλλάξουμε και όλα εκείνα που μας πλήγωναν και πριν από την κρίση. Να αποκεντρώσουμε το κράτος για να γίνει πιο λειτουργικό, να αποκρατικοποιήσουμε τον κρατικοδίαιτο ιδιωτικό τομέα για να γίνει παραγωγικός, να φτιάξουμε τις πόλεις για να είναι ανθρώπινες. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που ακόμη έχουμε μπροστά μας...
Του Πάσχου Μανδραβέλη, από την Καθημερινή, 11-07-10.

1 Ιουλ 2010

Οταν η Αριστερά αυτοκτονεί


Ενώ ο καπιταλισμός βυθίζεται σε βαθιά διαρθρωτική κρίση, η Αριστερά στην εποχή μας αυτοκτονεί, τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη. Η παράδοξη εμπειρία του 1930 επαναλαμβάνεται: ο φιλελεύθερος και ασύδοτος καπιταλισμός καταβαραθρώθηκε τότε, όπως και σήμερα, όμως η υπέρβασή του δεν προήλθε από την Αριστερά, αλλά από δυνάμεις που η Αριστερά εσπίλωνε ως «μη-ταξικές», «μικροαστικές», «ουτοπικές».
Ο Βρετανός οικονομολόγος Κέινς (1883-1947) και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούζβελτ (1882-1945) υλοποίησαν αυτό που οι ακεραιόφρονες της Αριστεράς κατήγγειλαν ως «απατηλή ουτοπία»: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με ανακατανομή εισοδήματος, άμβλυνση ανισοτήτων, σχετική κοινωνική δικαιοσύνη, το «Νιου Ντιλ» (1935), που, λόγω της επιτυχίας του, γενικεύθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη. Ο,τι είχε θεωρηθεί «ουτοπία» έλαβε σάρκα και οστά. Από το 1930, οι ακεραιόφρονες της συντηρητικής πλευράς, όπως και της προοδευτικής, διαβεβαίωναν ότι οι δημόσιες δαπάνες κατέστελναν τις ιδιωτικές, ότι η επέκταση του κράτους συρρίκνωνε την οικονομία και την κοινωνία. Ομως, ο έμπρακτος απολογισμός τού μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους αποδείχθηκε συντριπτικός: ποτέ άλλοτε στην ιστορία ο καπιταλισμός δεν πραγματοποίησε τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, συσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών, και ποτέ άλλοτε δεν έφθασε τόσο κοντά στη συρρίκνωση της ανεργίας και πλήρη απασχόληση. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατοχυρώθηκαν από τον μεταπολεμικό καπιταλισμό με το αζημίωτο.
Στην προχιτλερική Γερμανία του 1930, όπως επισημαίνει ο Σουμπέτερ (1883-1950), μόνον τα εργατικά συνδικάτα διεκδικούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δογματική Αριστερά μετά βδελυγμίας απέρριπτε κάθε δυνατότητα συμβιβασμού μεταξύ των δύο πόλων της κοινωνίας. Φανταζόταν ότι έτσι θα αποκόμιζε οφέλη από την αύξουσα κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Ομως, με τον αυτοαποκλεισμό της από τις αναζητήσεις διεξόδου από την κρίση, στην ουσία θεωρήθηκε η ίδια παράγων συντήρησης του ανυπόληπτου πολιτικού συστήματος.
Ενώ η γερμανική κοινωνία σπαρασσόταν από κοινωνικά κινήματα, η ακεραιόφρων Αριστερά έθεσε εαυτήν εκτός πολιτικής, στιγματίζοντας όσους μετείχαν αυτής, εκτιμώντας ότι η επερχόμενη κατάρρευση θα απέβαινε σε όφελός της. Το στοίχημα χάθηκε: η ολιγωρία της Αριστεράς κατανοήθηκε από την κοινωνία ως έμμεση κάλυψη του καταρρέοντος συστήματος και η ίδια ως ιδιότυπο, αλλά αναπόσπαστο ανάχωμα αυτού. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σαρώθηκε, όχι από το κεφάλαιο, αλλά με τη λαϊκή ετυμηγορία των θυμάτων του αποπληθωρισμού και της εκρηκτικής ανεργίας, που επέβαλαν οι τράπεζες, με συγκατάνευση της Αριστεράς. Η τελευταία ύψωσε σημαία της τον αποπληθωρισμό, συνέπλευσε με τους τραπεζίτες, με πρόσχημα την προστασία του εργατικού εισοδήματος από τον πληθωρισμό, υπό την παραπλανητική ρητορεία περί «ταξικής συσπείρωσης».
Στην εποχή μας, το παράδοξο επαναλαμβάνεται: τα ιδανικά της Αριστεράς συναντούν ασύγκριτα ευρύτερη κοινωνική απήχηση απ' ό,τι οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Η γοητεία των ιδεών της αντισταθμίζεται με τη δυσπιστία και την καχυποψία, στην οποία προσκρούουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της. Βασική εξήγηση θα ήταν ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί φορείς της Αριστεράς δεν πείθουν πως υπηρετούν πράγματι τα ιδανικά που επαγγέλλονται.
Η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού των αριστερών σχηματισμών αφιερώνει ασύγκριτα περισσότερο χρόνο στα οργανωτικά και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών, παρά στην εγκαθίδρυση σταθερών και δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Αντί να είναι κοινωνιοκεντρικοί, παραμένουν εξουσιοκεντρικοί. Αντί να απευθύνονται προς την κοινωνία, της στρέφουν τα νώτα και απλώς την επικαλούνται καιροσκοπικά στις μεταξύ τους διενέξεις. Αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός της γραφειοκρατικοποίησης των αριστερών σχημάτων και μορφωμάτων, που καταλήγουν σήμερα να εμπνέουν περισσότερη καχυποψία, παρά εμπιστοσύνη. Καταγεγραμμένη φιλοδοξία όλων είναι να ηγεμονεύσουν σε κάποιο μυθικό κοινωνικό κίνημα, που φαντάζονται ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την ηγεσία τους.
Ομως, η ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνικές ανατροπές δεν είναι ποτέ προϊόν οργανωτικών αποφάσεων ούτε ηγεσιών, όσο φωτισμένες και αν υποτεθούν αυτές. Οι κοινωνικές εξελίξεις ακολουθούν ανελέητο και ανεξέλεγκτο δικό τους ρυθμό, ενώ πρόβλημα των πολιτικών σχηματισμών παραμένει σταθερά ότι αιφνιδιάζονται πάντα από τα κοινωνικά γεγονότα και τρέχουν με υστέρηση πίσω από αυτά, προκειμένου να συμμετάσχουν στη φάση της περιστολής τους. Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά πάντοτε η Αριστερά από την ιστορία.
Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Αριστερά δεν σώζεται με αναδίπλωση σε κανένα προκατασκευασμένο δόγμα ούτε με την απομονωτική αυτοανακηρυγμένη «ταξική πολιτική». Αλλά δεν σώζεται επίσης ούτε με καιροσκοπικό «άνοιγμα» στον χώρο του πολιτικού δικομματισμού, ο οποίος σήμερα έχει δυσφημισθεί όσο ποτέ άλλοτε.
Φυσικά και αβίαστα, μοναδική οδός για την Αριστερά θα ήταν η ανεπιφύλακτη επάνοδός της στην κοινωνία, χωρίς βεβαίως να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες που μπορεί εκάστοτε να προκύπτουν από τις αντιφάσεις του σημερινού, έστω και καταρρέοντος, πολιτικού συστήματος. Αλλωστε, σπάνιες είναι οι ιστορικές στιγμές που το πολιτικό σύστημα ανασκευάζεται μέσω μετωπικής σύγκρουσης με «εξωτερικές» δυνάμεις. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο: υπό την αύξουσα κοινωνική πίεση, κάποιες δυνάμεις από το εσωτερικό του πολιτικού συστήματος αναλαμβάνουν μεταρρύθμιση προς διάσωσή του, που όμως μπορεί να καταλήγει ακόμη και στην κατάρρευση και ανατροπή του.
Η Αριστερά σήμερα επισημαίνει έλλειμμα κοινωνικής ευαισθησίας των αστικών πολιτικών δυνάμεων, όμως η ίδια, σε όλες τις παραλλαγές της, με την αποκλειστική προσήλωσή της στην οργανωτικιστική και εσωστρεφή κατανόηση του κοινωνικού προβλήματος, αποδεικνύεται περισσότερο αμείλικτη και άστοργη κοινωνικά απ' ό,τι οι υποτιθέμενοι αντίπαλοί της. Η επιχείρηση ένταξης των λαϊκών κινητοποιήσεων σε προκατασκευασμένα από το παρελθόν σχήματα δεν συνιστά αριστερή πολιτική, αλλά γραφειοκρατικό εγχείρημα. Πρόβλημα της Αριστεράς σήμερα δεν είναι το έλλειμμα προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων: η υπόνοια ότι δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί. Εάν η αυτοκτονία της κατανοηθεί ως αναγνώριση του προβλήματος, αυτό θα συνιστούσε για την κοινωνία απαρχή για μια νέα ελπίδα.

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ.Δημοσιεύθυκε στην έντυπη έκδοση της Ελευθεροτυπίας στις 30 -6-2010

30 Ιουν 2010

Με κλαρίνα και βιολιά



Τώρα που άρχισε η καλοκαιρινή περίοδος και όλοι οι Ηπειρώτες ξεφαντώνουν με τους ήχους της δημώδους ηπειρώτικης μουσικής στα πανηγύρια που οργανώνονται στα χωριά, στις παραλίες και στα ξωκκλήσια, ο πολυτάλαντος δάσκαλος και φίλος, υπεύθυνος πολιτιστικών προγραμμάτων Α/θμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας, Βασίλης Δόσης, έβγαλε το πρώτο του CD ως τραγουδιστής και μάλιστα με τη συνοδεία του αέναου κλαρινίστα Γρηγόρη Καψάλη.

Ένα CD με τίτλο, "Με κλαρίνα και βιολιά", το οποίο περιέχει 21 παραδοσιακά ηπειρώτικα τραγούδια, πωγωνίσια, ζαγορίσια, συρτά, καλαματιανά, τσάμικα είναι η νέα πολιτιστική δουλειά του αγαπητού Βασίλη. Θεωρούμε πως ο Βασίλης δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις και επαίνους για την πολιτιστική του δημιουργία, αφού είναι ήδη γνωστός στην περιοχή μας ως μουσικός, τραγουδιστής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός, ζωγράφος, κ.α.

Ελπήνωρ

28 Ιουν 2010

Το τέλος του μύθου


Tου Κωστα Iορδανιδη

Η ελληνική κοινωνία αρχίζει να βιώνει σταδιακά το τέλος ενός μύθου, που άρχισε να διαμορφώνεται στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και που προσέλαβε διαστάσεις ανεξέλεγκτες στα χρόνια της μεταπολιτεύσεως. Ηταν ο μύθος της αενάου οικονομικής αναπτύξεως, της μαζικής συμμετοχής σε εκλεκτικές δραστηριότητες, όπως η παιδεία και ο πολιτισμός, της βεβαιότητος με μία λέξη ότι η επιστροφή στο καθεστώς ανέχειας ήταν απλώς αδιανόητη.

Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 κάποιοι στοχαστές στην Ευρώπη -κυρίως στη Γαλλία- προβληματίζονταν με ποιον τρόπο θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθεί δημιουργικά ο ελεύθερος χρόνος των πολιτών, καθώς αυτός θα αυξανόταν διαρκώς χάρη στην διαρκή εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγή. Το αριστοκρατικό πλεονέκτημα της αργίας -και όχι ο μόχθος των αστών- φαινόταν προσιτό ακόμη και στις μη προνομιούχες τάξεις.
Στην εσωτερική σκηνή, το πολιτικό σύστημα της χώρας θεώρησε ότι με την είσοδο της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και αργότερα στη Ζώνη του Ευρώ, το 2000, έλυνε τα προβλήματα του έθνους, που επί τέλους θα ενσωματωνόταν οριστικά και αμετάκλητα στη Δύση. Η διάψευση υπήρξε τραγική, σε σημείο που ορισμένοι να νοσταλγούν την περίοδο της δραχμής, δίχως φυσικά να έχουν αντίληψη τι συνεπάγεται ακριβώς μία εξέλιξη της μορφής αυτής.
Κάποιοι από τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως στην Ελλάδα επίστευαν εντίμως ότι η ενσωμάτωση της χώρας στη λέσχη των προηγμένων ευρωπαϊκών κρατών θα είχε ως συνέπεια την ωρίμανση του πολιτικού συστήματος, την μεγαλύτερη διαφάνεια, τον εξορθολογισμό του δημοσίου βίου. Αντί ωριμάνσεως, η πολιτική αντιπαράθεση προσέλαβε ενίοτε βάρβαρες διαστάσεις και αντί για διαφάνεια ανεδείχθη πρωτοφανής διαφθορά.
Για όλες αυτές τις στρεβλώσεις διόλου δεν ευθύνεται η Ευρωπαϊκή Ενωση ως σύνολο ή τα κράτη-μέλη που την συγκροτούν, αλλά η ελληνική ιδιορρυθμία και η αδυναμία του πολιτικού συστήματος της χώρας να λειτουργήσει με τρόπο παραδειγματικό για τους πολίτες.
Το ανησυχητικότερο όμως όλων, σε αυτήν τη φάση, είναι ότι η Ενωση βυθίζεται σταδιακώς σε μία κρίση, από την οποία η έξοδος δεν είναι προφανής. Ιδιαίτερα, η απόκλιση Γαλλίας - Γερμανίας, δύο χωρών που διαμόρφωσαν την σημερινή Ευρώπη, έχει προσλάβει διαστάσεις σοβαρές, και αυτό αυξάνει το αίσθημα αναφαλείας. Η κρίση επίσης έφερε στην επιφάνεια λανθάνουσες τάσεις εθνικισμού, όχι απλώς στο επίπεδο της ηγεσίας αλλά στο επίπεδο των πολιτών, πράγμα εξόχως επικίνδυνο.
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση δεσμεύθηκε να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα εξυγιάνσεως και ανορθώσεως της οικονομίας και οφείλει να το εφαρμόσει. Αλλά η κοινωνία δεν είναι ένα σύνολο ανδραπόδων, που ακολουθεί κελεύσματα. Για να υποβληθεί σε θυσίες θα πρέπει να πεισθεί ότι διακυβεύεται κάτι σαφώς ανώτερο από την υλική ευημερία. Αυτό συνέβαινε την εποχή που η αντίληψη των εθνικών κρατών ήταν κραταιά.
Σήμερα η κατάσταση είναι περιπλοκότερη. Η ενωμένη Ευρώπη ως αντίληψη έχει πληγεί, αν και όχι ανεπανόρθωτα, και εθνικό κράτος στο πλαίσιο της οικονομίας δεν υφίσταται. Απαιτείται νέο ιδεολόγημα ώστε να μην μετατραπεί η χώρα σε πεδίο νέας εμφυλιακής συγκρούσεως.

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_28/06/2010_1292023

23 Ιουν 2010

Ήρθε ο καιρός να λειτουργήσει η σχολική κοινότητα!


Την εποχή του ΔΝΤ και της περιστολής εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων μιλάμε για αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας; Προφανώς, αλλιώς ας περιμένουμε να πεθάνουμε μοιραίοι, δειλοί και άβουλοι αντάμα. Ειδάλλως, ας επαναστατήσουμε, ας ανατρέψουμε με τη βία το υπάρχον καθεστώς και ας επιβάλλουμε την επαναστατική κυβέρνηση που ξέρει που βρίσκονται τα λεφτά και τον τρόπο για να τα πάρει και να τα μοιράσει. Όσο λοιπόν δεν πέφτει στο τραπέζι πρόταση για αληθινό πόλεμο, δεν έχουμε παρά να δουλέψουμε. Τώρα κάτι μυξοκλάματα και παράπονα και «να πληρώσει η πλουτοκρατία», αφήστε τα για την δήθεν Αριστερά.

Ας αυτοοργανωθούμε οριζόντια, πλάγια και κατακόρυφα και ας σώσουμε τον τόπο μας, το ψωμί μας, τα παιδιά μας. Η υπουργός Τουρισμού, για παράδειγμα, είτε κούκλα είτε μουστόγρια, δεν πρόκειται να καθορίσει την τουριστική μας κίνηση. Πολύ απλά γιατί δεν ξέρει πως, ούτε και τη νοιάζει. Ας οργανωθούν οι ξενοδόχοι και οι ρουμτουλέτηδες, ας διαφημιστούν, ας κάνουν το προϊόν τους ελκυστικό και ας το πουλήσουν μόνοι τους. Από το πολιτικό προσωπικό, κίτρινο, πράσινο, κόκκινο ή μπλε δεν έχουν να περιμένουν τίποτα.

Αυτοοργάνωση. Ας δουλέψουμε για μας και όχι για κανένα αφεντικό.
Στο σχολείο, στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, ήρθε η ώρα να δουλέψουμε πραγματικά. Να ορίσουμε στόχους, να καθορίσουμε δράσεις, να μοιράσουμε καθήκοντα, να ελέγξουμε την εφαρμογή τους και στο τέλος να αξιολογήσουμε όλοι μαζί το έργο μας.
Μετά θα ανεβάσουμε τα συμπεράσματά μας στο διαδίκτυο και θα ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας με συναδέλφους από άλλα σχολεία. Με όλον τον κόσμο.
Στο τέλος θα είμαστε σοφότεροι. Θα έχουμε ασκήσει εμείς την κοινωνική πολιτική που δεν ασκεί η κυβέρνηση, θα έχουμε εμείς βοηθήσει εμάς τους ίδιους να γίνουμε παραγωγικοί, τους μαθητές να γίνουν καλύτεροι, την κοινωνία να νιώσει ασφαλής από τη δική της δράση και όχι από τις επιλογές του κάθε κυβερνώντα.
Κάπως έτσι φαντάζομαι τη λεγόμενη αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας. Απέναντι σ’ ένα πιλοτικό πρόγραμμα, έχεις όλες τις δυνατότητες να προτείνεις ή και να επιβάλλεις λύσεις. Σιγά μην έχουν στο υπουργείο, σαφή εικόνα για το τι θέλουν. Αν είχαν δεν θα είχαμε πιλοτικό πρόγραμμα, αλλά νόμο του κράτους.
Το πιλοτικό πρόγραμμα δεν ευτύχησε να έχει την αποδοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Και δεν είναι, η κύρια αιτία, η πολεμική που άσκησε εναντίον του η συνδικαλιστική ηγεσία και η βαθιά συντηρητική «Αριστερά». Είναι το καθεστώς λειτουργίας της κάθε σχολικής μονάδας που αποτελεί άγονο περιβάλλον για οποιαδήποτε οργάνωση, καινοτομία, έλεγχο και μέτρηση στα σχολεία. Είναι ο φόβος των δασκάλων μπροστά στο καινούργιο.
Το σχολικό καθεστώς, διαθέτει κάθε είδους μηχανισμό για την τήρηση της γραφειοκρατίας. Τα μισθολογικά παρακολουθούνται αυστηρά, οι μεταθέσεις, αποσπάσεις, τοποθετήσεις και οι ανάλογες «διευκολύνσεις» γίνονται νομότυπα, τα υλικά παραλαμβάνονται με όλα τα παραστατικά, διαβιβαστικά πηγαινοέρχονται, οι απουσίες καταγράφονται, οι βαθμοί περνάνε σε χίλιες δύο καρτέλες και πρωτόκολλα.
Το μόνο που δεν ελέγχεται είναι τι κάνει ο κάθε δάσκαλος μέσα στην τάξη. Α! εκεί υπάρχει το άβατον.
Ο δάσκαλος στην τάξη είναι ο απόλυτος άρχοντας. Η μόνη υποχρέωση που έχει είναι να γράφει σε ένα άθλιο βιβλίο ύλης την παράγραφο του βιβλίου που δίδαξε. Να τη γράφει, χωρίς να σημαίνει ότι τη δίδαξε κιόλας. Για το πώς τη δίδαξε ούτε λόγος να γίνεται. Από κει και μετά κανείς δεν ξέρει εκτός από τους μαθητές που έμειναν ξύπνιοι και αυτόν, τι συνέβη για μια ώρα μέσα στην τάξη. Ούτε έχει χρέος να δώσει αναφορά γι’ αυτό. Εννοείτε ότι κανείς μηχανισμός δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη επιστημονική του, πόσο μάλλον την παιδαγωγική του επάρκεια. Από τη στιγμή που έχει πτυχίο και διορίστηκε νόμιμα έχει δια βίου όλα τα προσόντα και την άδεια να κάνει ότι θέλει. Δεν έχω διάθεση να αμφισβητήσω τα προσόντα κανενός. Όμως, χωρίς συνεχή επιμόρφωση και μετεκπαίδευση, χωρίς στοιχειώδη έλεγχο από κανένα πως διασφαλίζεται η κοινωνία ότι ο εκπαιδευτικός λειτουργός, λειτουργεί ορθά και δεν σαχλαμαρίζει; Και τι γίνεται με αυτούς που έχουν τα τυπικά προσόντα, αλλά δεν κάνουν για δάσκαλοι; Με αυτούς που βαριούνται, με αυτούς που δεν θέλουν; Ποια τυπική διαδικασία υπάρχει όταν μια τάξη δεν αποδέχεται ένα δάσκαλο; Καμιά. Ποιος είναι ο ρόλος του σχολικού συμβούλου; Ουσιαστικά και τυπικά κανένας.
Εγώ ο δάσκαλος:
Προφανώς και είμαι αυστηρός αξιολογητής των μαθητών μου και τους επιτιμώ όταν αδιαφορούν και δεν διαβάζουν.
Προφανώς και εξανίσταμαι όταν το πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά το παιδί μου δεν αξιολογείται, διότι το πτυχίο του, στο οποίο εγώ επενδύω, υποβαθμίζεται.
Προφανώς και οργίζομαι όταν τα νοσοκομεία δεν αξιολογούνται, γιατί εκεί μέσα μπαίνω για να με θεραπεύσουν.
Προφανώς και κρίνω καθημερινά του άχρηστους πολιτικούς.
Προφανώς και απορώ που η δασκάλα του παιδιού μου στο διπλανό σχολείο κάνει λάθη και πάω και διαμαρτύρομαι γιατί δεν τέλειωσε την ύλη.
Προφανώς και αξιολογώ τον διευθυντή του σχολείου και σχολιάζω την ανεπάρκεια του συναδέλφου χαμηλόφωνα.
Από εμένα όμως πως τολμούν να ζητούν προγραμματισμό, έλεγχο και εσωτερική ή εξωτερική αξιολόγηση; Αφού είμαι ο τέλειος, τι να αξιολογήσω, τον Θεό;
Αλλά και έτσι να μην είναι, τέτοιες συλλογικές διαδικασίες απαιτούν και κάποιο κόπο και κάποιο χρόνο εκτός του ατομικού ωραρίου, και δεν είναι εποχές για να χαζολογάμε στο σχολείο. Έχουμε και δουλειές. Δεκτόν.
Άσε που τα όποια στοιχεία συλλεχθούν μπορεί κάποιος, κάποτε, να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου. Να συνδέσει το μισθό μου με την επίδοση των μαθητών μου, που λέει και το ΠΑΜΕ. Στην Ελλάδα ζούμε, ποιος ξέρει τι γίνεται αύριο; Δεκτόν.
Όμως το δημόσιο σχολείο πεθαίνει κάθε μέρα, και το παιδί σου φοιτά στο ίδιο δημόσιο σχολείο, που εσύ δουλεύεις. Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου τουλάχιστον; Εσύ δεν είσαι που πληρώνεις φροντιστήρια και ιδιαίτερα από την Α΄ γυμνασίου για να καλύψεις την αδυναμία του σχολείου να δώσει με επάρκεια ακόμα και αυτήν την τυποποιημένη γνώση; Εσύ δεν είσαι και μάλιστα το πιο σημαντικό μέλος αυτού του ήδη νεκρού οργανισμού; Τότε απαράδεκτον.
Πριν από 40 χρόνια πήγαινες στο φροντιστήριο μόνο στην τελευταία τάξη, με μια αχανή εξεταστέα ύλη, για να μπεις στα ΑΕΙ, εκτός και αν είχες μαθησιακά προβλήματα. Πριν 30 χρόνια το φροντιστήριο κατέβηκε σε όλο το λύκειο. Πριν 20 χρόνια πήγε και στην Γ γυμνασίου. Πριν από 10 χρόνια πήγε σε όλο το γυμνάσιο. Σήμερα αγγίζει και το Δημοτικό και κατεβαίνει. Τα παιδιά παίρνουν τις όποιες γνώσεις μόνο από το φροντιστήριο. Ας το παραδεχτούμε. Το σχολείο είναι απλώς μια τυπική διαδικασία. Ακόμα και στα ιδιωτικά το ίδιο περίπου συμβαίνει, εκτός εξαιρέσεων. Με τη σημερινή οργάνωση του σχολείου είναι πολύ δύσκολο να δουλέψει κάποιος και να αποδώσει. Εκτός και αν είναι θαυματοποιός και σας πληροφορώ ότι, τέτοιοι, υπάρχουν αρκετοί και φαίνονται. Γιατί;
Σίγουρα πριν φτάσεις να ζητήσεις ευθύνες από τον δάσκαλο θα συναντήσεις πληγές που χαίνουν. Ποιες είναι;
- Έλλειψη εθνικού στόχου για το τι θέλουμε από την βασική και μέση εκπαίδευση.
- Αποτυχημένα αναλυτικά προγράμματα, ύλη πολλή και άχρηστη, επικαλύψεις, λάθος δομή.
- Σχολικά βιβλία για γέλια, αδύνατον να διαβαστούν και να κατανοηθούν από μαθητές.
- Εποπτικά μέσα διδασκαλίας άλλων εποχών, όταν έχεις την τύχη και υπάρχουν.
- Κτήρια - φυλακές, απρόσωπα, βρώμικα, κατεστραμμένα, ακατάλληλα.
Όμως έχεις ένα σχολείο, ένα σύνολο ψυχών, έχεις μια ύλη, λίγα μέσα, αλλά έχεις τη γνώση και μπορείς να την περάσεις, έχεις τον τρόπο;
Αν δεν τον έχεις κάτσε και μελέτησε, ρώτα αυτόν που ξέρει, βάλε λίγο διάλογο στη ζωή σου, θέλησε να εκτεθείς, να πεις δεν ξέρω, να ακούσεις, να μάθεις. Κανείς δεν σου επιβάλλει ούτε καν χαλαρό πλαίσιο για το τι θα κάνεις. Η εξουσία σιχαίνεται να ασχολείται με την ουσία της εκπαίδευσης, την θεωρεί αντιπαραγωγική. Η εξουσία έχει σπουδάσει στο κολέγιο ή στο εξωτερικό, δεν έχει βιώσει, δεν καταλαβαίνει, δεν θέλει να δώσει πραγματική παιδεία. Και τώρα που προτείνει την αυτοαξιολόγηση, μάλλον θα αρκεστεί σε ποσοτικά, τυπικά, στοιχεία δεν θα επιμείνει στην ουσία.
Εσύ όμως είσαι ο δάσκαλος του γένους. Είσαι λειτουργός, αυτό δεν λες; Πάρε λοιπόν την ευκαιρία που σου δίνει η εξουσία και απέκτησε την ισχύ που ονειρεύεσαι.
Ας βγούμε από τη μιζέρια μας και ας νικήσουμε τους φόβους μας.
Ας δουλέψουμε συλλογικά και ας εμπνεύσουμε τα παιδιά μας να κάνουν το ίδιο.
Ας οργανώσουμε την ύλη που θα διδάξουμε κατά ειδικότητα και τάξη, συλλογικά.
Ας φτιάξουμε ένα χρονοδιάγραμμα για να το τηρήσουμε, για να προλάβουμε να κάνουμε αυτά που πρέπει με την ανάλογη βαρύτητα. Δεν είναι ανάγκη να τα κάνουμε όλα, ας κάνουμε αυτά για τα οποία θα έχουμε συμφωνήσει.
Ας φτιάξουμε, σημειώσεις, φύλλα εργασίας, πειραματικές διατάξεις, προβολές, διαδικτυακές δράσεις που θα μας βοηθήσουν να κάνουμε πιο ελκυστική και ωφέλιμη τη δουλειά μας.
Ας σχεδιάσουμε τον τρόπο διδασκαλίας από κοινού με τους συναδέλφους. Ας κάνουμε το μάθημα χαλαρό αλλά και ουσιώδες, φροντιστηριακό, όχι τυποποιημένο, όχι στεγνό.
Ας κάνουμε τους μαθητές κοινωνούς της όλης προσπάθειας.
Ας αξιοποιήσουμε τις νέες τεχνολογίες. Αν δεν ξέρουμε εμείς ξέρει ο νεώτερος συνάδελφος.
Ας μιλήσουμε με τους γονείς και τους μαθητές μας για την ουσία της εκπαίδευσης.
Ας οργανώσουμε από κοινού εκδηλώσεις, επισκέψεις και εκδρομές που θα έχουν, για κάθε χρονιά, ένα θέμα και ένα στόχο, που από κοινού θα έχουμε επιλέξει.
Αν χρειάζονται λεφτά και λείπουν, ας τα αναζητήσουμε στο Δήμο, στην κοινότητα, παντού, προκειμένου να γίνει η δουλειά.
Ας ελέγχουμε τις δράσεις μας κάθε μήνα και ας τις αξιολογούμε.
Ας ανεβάσουμε τη δουλειά μας, μαζί με τα παιδιά, σε blog του σχολείου μας, απ’ όπου ο καθένας μπορεί να τη δει και ας δεχτούμε την κριτική, ας συζητήσουμε.
Ας φέρουμε τη δημοκρατία μέσα στο σχολείο, τη συμμετοχική δράση και την αλληλεγγύη.
Αν γίνουν κάποια από αυτά το σχολείο θα αρχίσει να αλλάζει. Η δράση μας θα έχει συνέπειες, θα γίνει από μόνη της δύναμη πραγματικής ανατροπής. Γονείς και μαθητές θα νιώσουν ότι κάτι άλλο συμβαίνει, θα σταθούν και θα στήσουν αυτί, θα μας ακουμπήσουν.
Τα παιδιά μας είναι οι μαθητές και οι γονείς τους είμαστε εμείς οι δάσκαλοι. Αξίζει να το παλέψουμε!!!

Αναρτήθηκε στις 17-6-2010, από Leo, στο Blog, Μη μαδάς τη μαργαρίτα.

21 Ιουν 2010

Η καταγωγή των Σαρακατσαναίων - Μύθος και πραγματικότητα

"Προσερχόμενο στην επιστημονική γνώση το πνεύμα δεν είναι πάντα νεαρό. Είναι μάλιστα αρκετά γερασμένο, γιατί κουβαλά την ηλικία των προκαταλήψεών του".

G. Bachelard

 Με moto αυτό το απόσπασμα, ο Σαρακατσάνος, Γιώργος Τσουμάνης, Διευθυντής του Β΄ Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων, εξετάζει σε ένα πόνημα 200 σελίδων, με τίτλο: "Η καταγωγή των Σαρακατσαναίων - Μύθος και πραγματικότητα",  το θέμα της καταγωγής των ελληνόφωνων νομάδων κτηνοτρόφων που ονομάζονται Σαρακατσαναίοι.Ο Γιώργος Τσουμάνης, με ένα λόγο μετρημένο, λιτό και δηλωτικό, ακριβώς όπως ο ίδιος είναι και στην προσωπική του ζωή, χωρίς να ωραιοποιεί, αλλά ούτε και να μηδενίζει την ιστορία των Σαρακατσαναίων, προσπαθεί να δημιουργήσει μία προβληματική διαλόγου γύρω από την σκόπιμα υπερτονισμένη από τον κυρίαρχο λόγο αντίληψη, πως δήθεν  οι Σαρακατσαναίοι είναι μια ανάδελφη φυλή που έλκει την καταγωγή της από τα αρχαία χρόνια. Αξιοποιώντας γραπτές και προφορικές πηγές το βιβλίο υποστηρίζει, αντίθετα από αυτήν την έως τώρα επικρατούσα και κυρίαρχη άποψη,  ότι οι Σαρακατσαναίοι είναι δημιούργημα των χρόνων της Τουρκοκρατίας και δεν υπάρχουν ως ξεχωριστή πολιτισμική ομάδα ή φυλή από τα αρχαία χρόνια.
Ο χώρος της έρευνας και μελέτης του βιβλίου είναι η Ήπειρος, όπου οι Σαρακατσαναίοι έμειναν από τους τελευταίους στην Ελλάδα, που άφησαν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής με τις συνεχείς μετακινήσεις. Στο δοκίμιο αυτό ο Γ. Τσουμάνης, αξιοποιεί τις γραπτές αλλά και προφορικές πηγές του,  τις οποίες αναμειγνύει δημιουργικά με  σύγχρονες βιβλιογραφικές πολυεπιστημονικές και διεπιστημονικές απόψεις, στοιχειοθετώντας  έναν επιστημονικό λόγο για την καταγωγή των Σαρακατσαναίων, όχι με σκοπό να επιβάλλει τη δική του προκατασκευασμένη θέση, αλλά να προκαλέσει έναν διάλογο γύρω από γενικότερα ζητήματα που έχουν ως βάση στερεότυπα ιδεολογήματα περί καταγωγής και φυλετικής καθαρότητας διαφόρων πολιτιμικών ομάδων στον ελληνικό χώρο. Χωρίς να αναιρεί την επικρατούσα άποψη, περί ελληνικότητας των Σαρακατσαναίων, δημιουργεί προύποθέσεις για μία άλλη ανάγνωση της καταγωγής, όχι με εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά, αλλά ως δημιούργημα και αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών.
Ελπίζω, βέβαια, να υπάρξει  παρουσίαση του βιβλίου στα Γιάννενα, την Ηγουμενίτσα και σε άλλες πόλεις, στις οποίες παρατηρείται  μεγάλη συγκέντρωση Σαρακατσαναίων. Θεωρώ όμως, ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους φίλους Σαρακατσαναίους, αλλά αφορά όλους όσους ενδιαφέρονται ή αρέσκονται να μελετούν ιστορικά, λαογραφικά, εθνολογικά ή φιλοσοφικά θέματα.
Ελπήνωρ

15 Ιουν 2010

Ποιος μας προστατεύει από τους φύλακες ή γιατί κατέρρευσε το Ταμείο Πρόνοιας των δημοσίων Υπαλλήλων!

Κάθε κύριο ή επικουρικό ταμείο συνταξιοδότησης για να μπορεί να λειτουργεί και να ανανεώνεται διαρκώς είναι υποχρεωμένο να ακολουθεί δύο βασικές αρχές, την αρχή της αναλογικότητας, κάθε ασφαλισμένος δηλαδή να λαμβάνει σύνταξη ανάλογη με τις εισφορές που είχε στον εργασιακό του βίο και την αρχή της ανταποδοτικότητας, οι εισφορές δηλαδή να αποδίδονται στο δικαιούχο με βάση τους κανόνες που διέπουν το σύστημα ώστε αυτό να είναι βιώσιμο.
Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλες τις πολιτισμένες και ευνομούμενες χώρες του κόσμου. Αντίθετα, στην Ελλάδα, το Ταμείο Πρόνοιας των Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) και όχι μόνον , έχει πάθει έμφραγμα, καθώς εκκρεμούν περισσότερες από 20 χιλιάδες υποθέσεις συνταξιούχων δημοσίων υπαλλήλων , οι οποίοι αναμένουν ήδη δύο και πλέον έτη για να πάρουν το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούνται με βάση τις εισφορές τους, ενώ οι εισφορές που σήμερα εισπράττονται φτάνουν μόνον για 700 περίπου άτομα κατ’ έτος. Οι προβλέψεις για το μέλλον, είναι εφιαλτικές και υπάρχει ο κίνδυνος το γεγονός αυτό να αποτελέσει τη θρυαλλίδα γενικευμένων κοινωνικών εκρήξεων, αφού μόνο μέχρι το τέλος του έτους, απαιτείται το ποσό του 1,6 δισ. ευρώ προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες για τα εφάπαξ.
Γιατί φθάσαμε όμως σε αυτό το σημείο; Για τον απλό λόγο, ότι δεν τηρήθηκαν οι δύο παραπάνω βασικές αρχές από αυτούς που αποτελούσαν τους θεματοφύλακες των ασφαλιστικών μας ταμείων, την εκτελεστική και δικαστική εξουσία. Έτσι, όλες οι κυβερνήσεις, με σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων και με βασικό στόχο την ικανοποίηση της εκλογικής τους πελατείας και διάφορων φύλλα προσκείμενων συντεχνιακών ομάδων ζημίωσαν το Ταμείο κατά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, αφού είχαν ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι επαγγελματικές ομάδες και οι περιπτώσεις δικαιούχων του ταμείου, χωρίς ωστόσο να συνοδευτούν με τις απαραίτητες εισφορές.
Το κράτος τα τελευταία χρόνια εφάρμοσε διάφορα εργασιακά τερτίπια, όπως τα προγράμματα Stage, δηλαδή την ανασφάλιστη εργασία, συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου κ.λ.π. χωρίς ασφάλιση των εργαζομένων στα Ταμεία του Δημοσίου. Η καταστροφή δε για τα ταμεία ολοκληρώθηκε με την κακοδιαχείριση από τις εγκάθετες και κομματοκρατούμενες διοικήσεις που όριζαν κατά καιρούς οι κυβερνήσεις σ’ αυτά ταμεία.
Επίσης, η δικαστική εξουσία με ανάλογες δικαστικές αποφάσεις που η ίδια έβγαζε για τα μέλη της κατοχύρωσε για τους δικαστικούς διπλό εφάπαξ βοήθημα ενώ οι ίδιοι πλήρωναν το 41,5% των εισφορών.
Τα επόμενα χρόνια το πρόβλημα αναμένεται να γίνει ακόμη πιο οξύ, καθώς το κύμα φυγής από το Δημόσιο φαίνεται να αυξάνεται με ιλιγγιώδη ρυθμό, αφού οι δημόσιοι υπάλληλοι φοβούνται τις αλλαγές που γίνονται στο ασφαλιστικό σύστημα. Συνολικά, εκτιμάται ότι εντός του έτους ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων που θα κάνει αίτηση συνταξιοδότησης θα ξεπεράσει τις 15.000 σε αντίθεση με 11.000 αιτήσεις που έγιναν πέρυσι. Στην περίπτωση που ξεσπάσει μαζικό κύμα συνταξιοδοτήσεων οι οικονομικές υποχρεώσεις του Ταμείου θα διευρυνθούν δραματικά και το ταμείο ενδέχεται να κηρύξει στάση πληρωμών.

Αν δεν υπάρξει άμεση κρατική επιχορήγηση, πράγμα αδύνατον για τη συγκεκριμένη οικονομική περίοδο, η μόνη λύση για την αντιμετώπιση του ζητήματος είναι είτε να δίνεται με τη μορφή ομολόγου είτε πια εκείνη της επίτευξης συμφωνίας μεταξύ κράτους, Ταμείου και τραπεζών, ώστε μέσω μιας βεβαίωσης που θα δίδεται στον ασφαλισμένο να μπορεί να λαμβάνει το ποσό του εφάπαξ άμεσα από τις τράπεζες, οι οποίες εν συνεχεία θα πληρώνονται από το Δημόσιο με αντίστοιχο μεταχρονολογημένο ομόλογο.
Γι αυτή την κατάσταση τι έχουν να μας πουν οι φύλακες;

Ελπήνωρ