"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

10 Ιουν 2013

Το κόμμα των ανοήτων και η ανάπτυξη

John Maynard Keynes
Του Γιώργου Παγουλάτου, Καθημερινή

Με τα σημερινά συμφραζόμενα, ο μεγάλος οικονομολόγος Κέινς ήταν ένας φιλελεύθερος κεντροαριστερός μεταρρυθμιστής. Κατέφυγε σε ένα σχήμα για να εκδηλώσει την απέχθειά του προς τις ιδεολογικές απλουστεύσεις Δεξιάς και Αριστεράς, μιλώντας για «το κόμμα των βλακών» και «το κόμμα των ανοήτων» (the party of the stupid and the party of the fools). Το πρώτο ήταν οι τότε Συντηρητικοί, που πίστευαν στα θαύματα του laisser-faire, μιας τάχα αυτορρυθμιζόμενης ελεύθερης αγοράς. Το δεύτερο ήταν οι Εργατικοί, που είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη φενάκη των εθνικοποιήσεων και του ακραίου παρεμβατισμού, αγνοώντας τα κίνητρα επιχειρηματικότητας και τον τρόπο με τον οποίο μια οικονομία λειτουργεί.
Στη συζήτηση για την πολυπόθητη ανάπτυξη στη χώρα μας, συγκρούονται ξανά δύο ακραίες ιδεολογικές και εν τέλει μονομερείς αντιλήψεις.
Η πρώτη, ιδιαίτερα δημοφιλής, λέει περίπου τα εξής: πρέπει να πέσουν χρήματα, να ρίξει η Ευρώπη επενδύσεις, να ανοίξουν οι κάνουλες των φθηνών πιστώσεων, για να ξεφύγουμε από την ύφεση και να ανοιχτούμε στη λεωφόρο της ανάκαμψης. Το κράτος δημόσιες επενδύσεις, η Ευρώπη κοινοτικά κεφάλαια, ιδού η ανάπτυξη. Συγγνώμη: εάν ερχόταν ένα ελικόπτερο και έριχνε χρήμα στην επικράτεια, αυτό από μόνο του θα έλυνε το αναπτυξιακό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας; Ή απλώς, χωρίς δομικές αλλαγές, θα επιστρέφαμε στο ίδιο μοντέλο που μας οδήγησε στην κρίση;
Διατηρήσιμη ανάπτυξη σημαίνει μεγαλύτερος εξαγωγικός τομέας, με αγαθά υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, με εκμετάλλευση συγκριτικών πλεονεκτημάτων, αυξημένη δυνατότητα της χώρας να προσελκύει αξιοπρεπές μερίδιο άμεσων ξένων επενδύσεων, εξασφαλίζοντας περιβάλλον φιλόξενο για την επιχειρηματικότητα. Πόση χρησιμότητα έχουν οι αυξημένες ροές κοινοτικών κονδυλίων, εάν κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση και αρμόδιοι φορείς δεν μπορούν να τα διαχειριστούν επαρκώς; Ομηρία επενδυτών σε εξουθενωτική γραφειοκρατία, αλλαγές φορολογικού καθεστώτος, εμπόδια τοπικών παραγόντων, δικαστικές περιπέτειες που μπορούν να διαρκέσουν πάρα πολλά χρόνια; Και πόση εμπιστοσύνη μπορεί να εμπνεύσει το κράτος όταν χιλιάδες περιπτώσεις μεγάλης φοροδιαφυγής παραμένουν στο συρτάρι, παρά τις πιέσεις της τρόικας, ή κινούνται με ταχύτητες παγετώνος, την ώρα που παραγωγικοί επιχειρηματίες και μισθωτοί στραγγαλίζονται από τους φόρους;
Η στερεότυπη επίκληση κρατικών και ευρωπαϊκών κεφαλαίων ήταν πάντοτε «μια κάποια λύσις». Στους κυβερνώντες επιτρέπει να ξεφύγουν από το πολιτικό κόστος οδυνηρών μεταρρυθμίσεων. Στην Αριστερά, να ξεπεράσει την ιδεολογική αμηχανία που της προκαλεί η συνύπαρξη με την πραγματικότητα της αγοράς. Από το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ απουσιάζει πλήρως η ιδιωτική πρωτοβουλία. Το οικονομικό περιβάλλον που προτείνει θα έτρεπε σε άτακτη φυγή και τους τελευταίους τολμηρούς που επέλεξαν να δεσμεύσουν κεφάλαια και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας στη χώρα μας αποβλέποντας σε κάποιο εύλογο κέρδος. Η ψευδαίσθηση του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», αδύνατη σε περιβάλλον οικονομικής διεθνοποίησης, αποτέλεσε παιδική ασθένεια της Αριστεράς. Καλή ίσως για να τραβά ψηφοφόρους, ιδίως σε κοινωνίες με λατινοαμερικανικά αντανακλαστικά. Κοντής διάρκειας όμως, όταν αναμετριέται με την πραγματικότητα.
Είναι επομένως μικρονοϊκή η αντίληψη ότι μπορούμε να περάσουμε στην ανάπτυξη αρκεί να πέσει κρατικό και ευρωπαϊκό χρήμα, που ούτως ή άλλως κανείς δεν μας δίνει χωρίς προϋποθέσεις σοβαρής διαχείρισης. Παραβλέπει τα κίνητρα του ιδιωτικού τομέα και τον ρόλο του στην ανάπτυξη, και αδιαφορεί για τις συνθήκες που καθιστούν την οικονομία ελκυστική στους επενδυτές και πρόσφορη στην υγιή επιχειρηματικότητα.
Αντίστοιχα μικρόψυχη, όμως, είναι και η δεύτερη θεώρηση, που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα. Είναι η επωδός ότι η χώρα (ο Νότος ευρύτερα) ένα και μόνο πράγμα χρειάζεται για να ανακάμψει: ολοκλήρωση των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Αυτό το τροπάριο επαναλαμβάνουν μονότονα ορισμένες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παραγνωρίζοντας ότι η ύφεση έχει φτάσει σε τέτοιο βάθος, που κατακαίει υγιείς επιχειρήσεις, παραγωγικά εισοδήματα και πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο, ότι είναι πια αυτοτροφοδοτούμενη (δημοσιονομική, τραπεζική, πραγματική) και ότι χρειάζεται επειγόντως γενναίες στοχευμένες επενδύσεις και αντιμετώπιση της ανεργίας για να αντιστραφεί η καθοδική περιδίνηση. Και ότι αυτή η σταθεροποιητική μετάγγιση τώρα δεν μπορεί να προέλθει από το εξαερωμένο απόθεμα εγχώριων κεφαλαίων, αλλά κρίσιμα από ευρωπαϊκούς πόρους. Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς, και παίρνουν χρόνο. Η επόμενη μέρα θα είναι χειρότερη εάν η σημερινή έχει αφήσει πίσω της κουφάρια παραγωγικών επιχειρήσεων.
Πρόσφατα, σε συζήτηση στις Βρυξέλλες, ένας εκπρόσωπος βόρειας χώρας υποστήριξε ότι η τεράστια ανεργία των χωρών του Νότου είναι «δικό τους πρόβλημα», προς επίλυση σε εθνικό επίπεδο, χωρίς δέσμευση ευρωπαϊκών πόρων και πολιτικών. Ο επαρχιωτισμός των στενών εθνικών οριζόντων ήταν πάντοτε δύναμη ανάσχεσης στην πορεία στενότερης ενοποίησης της Ευρώπης. Σήμερα είναι ξανά το κυριότερο εμπόδιο στην προσπάθεια υπέρβασης της ευρω-κρίσης με μια φυγή προς τα εμπρός. Ο κόσμος που φαίνεται πάντοτε απλούστερος μέσα από ιδεολογικές ή εθνικές παρωπίδες έχει ένα βασικό ελάττωμα: δεν υπάρχει.

7 Ιουν 2013

Έκθεση ιδεών στη Βουλή

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, από την Καθημερινή
 
Τι ωραία που τα είπε η κυρία Ραχήλ Μακρή; Είπε ότι έχουμε χούντα, εννοώντας προφανώς πως αυτό που μας κυβερνάει είναι κάτι κακό. Τα είπε καλύτερα ακόμη και απ’ τον κ. Τζαβάρα, ο οποίος δήλωσε «απλός βουλευτής Ηλείας» – σε αντίθεση με κάποιους άλλους, που είναι Μεσσήνιοι και είναι σύνθετοι. Καλύτερα από όλους βέβαια τα είπε ο κ. Τσίπρας, ο οποίος μας διαβεβαίωσε ότι το 75% του ανθρωπίνου σώματος αποτελείται από νερό και ως εκ τούτου δεν θα επιτρέψει ποτέ την εμπορευματοποίηση ούτε του ανθρωπίνου σώματος ούτε του νερού. Ή μήπως προτιμάτε το success story, με ή χωρίς υδατάνθρακες, το οποίο επαναλαμβάνεται εν είδει ερωτικής εξομολόγησης από την κυβέρνηση προς τον εαυτό της. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να σου απαγορεύσει να είσαι ερωτευμένος με τον εαυτό σου, ούτε καν ο καθρέφτης.
Έπεα πτερόεντα θα μου πείτε. Και ως πτερόεντα φτερουγίζουν πάνω από τα κεφάλια μας, αφήνουν κάνα πούπουλο ή τίποτε χειρότερο και χάνονται στον ορίζοντα. Αν αύριο το success story του κ. Σαμαρά προκύψει παταγώδης αποτυχία, θα πουν ότι το έλεγαν καλή τη πίστει, όπως και το δικαστήριο που καταδίκασε τον κ. Καμμένο για τη συκοφαντία του Αντρίκου Παπανδρέου αναγνώρισε πως όσα είπε περί CDS τα είπε καλή τη πίστει. Κοινώς, ας δεχθούμε ότι δεν ήξερε τι έλεγε για να τελειώνουμε. Οπως και συνέχισε να μην ξέρει τι λέει, διότι μετά την καταδίκη του θριαμβολογούσε δημοσία ότι δικαιώθηκε.
Και μιας περί Παπανδρέου ο λόγος. Τι εννοούσε ο Γιώργος των Παπανδρέου, ο πρώην πρωθυπουργός, όταν μας προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα μπαίνει σε εμπόλεμη οικονομική ζώνη; Πώς θα περιέγραφε τον περίφημο «οικονομικό πόλεμο» που διεξάγει η χώρα και ποια η διαφορά του οικονομικού πολέμου από αυτόν που ανέλυσε ο Κλάουζεβιτς και διδάσκεται στις στρατιωτικές σχολές; «Πόλεμος», «χούντα», «success story» ακούγονται ωραία και δυνατά, τόσο δυνατά και ωραία όσο και η ψυχούλα ενός απλού βουλευτή Ηλείας ή η επιστημονική ανακάλυψη του ηγέτη της ευρωπαϊκής Αριστεράς για το ποσοστό νερού που περιέχει το ανθρώπινο σώμα. Εντός των ημερών θα αποκαλύψει και τη χημική σύνθεση του ύδατος.
Στο προκείμενο τώρα. Τι θα γινόταν αν κάποιος ζητούσε από τους πατέρες και τις μητέρες του έθνους να συγγράψουν έκθεση ιδεών, τρεις σελίδες το πολύ, με θέμα «Ποιο πολίτευμα θεωρείτε χούντα»; Και αν τους ζητούσε και ιστορικά παραδείγματα, ας πούμε, να εξηγήσουν τους λόγους που έγινε το πραξικόπημα του ’67 και κατόπιν τους λόγους που κατά τη γνώμη τους κατέρρευσε η χούντα το ’74 και όχι το ’73; Κι αν στη συνέχεια, πάλι τρεις σελίδες το πολύ, τους ζητούσε να ορίσουν τη δημοκρατία, αναφέροντας και πάλι ορισμένα ιστορικά παραδείγματα; Κι αν ο δαιμόνιος απαιτούσε να ορίσουν τον κοινωνικό ρόλο του βουλευτή; Και πώς ορίζει τον ρατσισμό ή τη βία; Διότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον η ανικανότητα, η δειλία, ή η αλαζονεία της πολιτικής τάξης. Το πρόβλημα είναι ότι πίσω από την ανικανότητα, πίσω από τη δειλία και την αλαζονεία θάλλει το χαμηλό επίπεδο της ημετέρας παιδείας. Εννοώ την αδυναμία της πολιτικής ελίτ του τόπου να αντιληφθεί τη σημασία των εννοιών που χρησιμοποιεί για να διαμορφώσει πολιτική.
Θα μου πείτε η διαμόρφωση των ελίτ δεν απασχόλησε ποτέ την Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία. Η έννοια του επίλεκτου ήταν στην παρανομία, αφού φτάσαμε να τη θεωρούμε αντιδημοκρατική, όπως τα πρότυπα σχολεία. Οσο λιγότερο σκεφτόσουν τόσο περισσότερο άγγιζες το λαϊκό αίσθημα. Κι όσο το σκέφτομαι, για χάρη της ψυχικής μας υγείας, καλύτερα να αφήσουμε την πρόταση περί εκθέσεως ιδεών. Καλύτερα να μείνουμε με την αμφιβολία ότι ενδέχεται τα πράγματα να μην είναι έτσι ακριβώς.

6 Ιουν 2013

Η «Ρεπουσιάδα» έλειπε, τη στιγμή που η Χρυσή Αυγή αλωνίζει‏

Της Χρύσας Ταβουλάρη, από aixmi.gr
Η αποδοχή της ιστορικής αλήθειας απαιτεί ώριμες και ασφαλείς κοινωνίες.
Η «Ρεπουσιάδα» ήταν το μόνο που έλειπε από τη χώρα αυτή τη φρικτή περίοδο. Με τη Χρυσή Αυγή να αλωνίζει,με τους Ελληνες καταρρακωμένους, με το ηθικό όλων μας στο ναδίρ, η στιγμή είναι η χειρότερη να συζητήσουμε τους εθνικούς μύθους και τα εθνικά ιστορικά γεγονότα.
Η κυρία Ρεπούση, ως ιστορικός, θα έπρεπε να το ξέρει καλύτερα απ’ όλους. Θα έπρεπε να γνωρίζει χιλίαδες στιγμές στην παγκόσμια ιστορία που η άτακτη αναμόχλευση κάποιων ειδικών ζητημάτων, κυρίως αυτών που συνδέονται με το εθνικό συναίσθημα (κατασκευασμένο ή μη), οδήγησαν σε τραγωδίες – ενίοτε και εθνικές.
Κι αυτό είτε ανακινήθηκαν με σκοπιμότητα είτε από βλακεία, τη δεδομένη λάθος στιγμή.
Να σιωπήσουν, λοιπόν, οι αντίθετες στα κρατούντα φωνές, να λουφάζουν οι επιστήμονες μη τυχόν και το εκμεταλλευτεί η Χρυσή Αυγή; Όχι και πάλι όχι.
Να σταματήσει, όμως, η εκμετάλλευση της επιστημοσύνης από την πολιτική -απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή η εκμετάλλευση.
Και ναι, στο Ζάλογγο λίγο δύσκολο να στήθηκε χορός για ομαδική αυτοκτονία. Όχι πως δεν συμβαίνει, όχι πως δεν περιγράφεται κάτι τέτοιο στην ψυχιατρική, που μελετά ομαδικές εκδηλώσεις αυτού του τύπου κάτω από συνθήκες πίεσης…
Αλλά οι σκληροτράχηλες εκείνες γυναίκες με το αίσθημα της επιβίωσης πληθυσμών που κοπιάζουν να επιζήσουν, το πιθανότερο είναι να αντιστάθηκαν. Και σίγουρα σκαρφάλωσαν στα δύσβατα βουνά για να σωθούν, σίγουρα πάλεψαν, σίγουρα αντιστάθηκαν και σίγουρα ελάχιστες επιβίωσαν σ εκείνη την απέλπιδα προσπάθεια.
Και γιατί ο μύθος (ελλείψει στοιχείων) που μόλις περιέγραψα είναι λιγότερο δυνατός, λιγότερο εθνικός λιγότερο «χρήσιμος»;
Πάντως, αν είναι να ξαναγράψουμε τμήματα της Ιστορίας, ως ώριμη πλέον Πολιτεία, αυτό δεν μπορεί να γίνει άτακτα με πυροτεχνήματα αμφιβόλου σκοπιμότητας. Δεν μπορεί να γίνει από πολιτικούς, δεν μπορεί να γίνει από δημοσιογράφους και δημοσιογραφούντες.
Αν γίνει έτσι, το πιθανότερο είναι να κατασκευαστούν νέοι μύθοι χρήσιμοι στην συγκυρία. Η Ιστορία και η έρευνα του μύθου (που τις περισσότερες φορές κρύβει στις γραμμές του Ιστορία) είναι θέμα μόνο του αντικειμενικού ιστορικού ερευνητή. Αυτού που διαθέτει και παρρησία μαζί με τη γνώση. Η αποδοχή, από κεί και πέρα, της ιστορικής αλήθειας είναι ένα άλλο τεράστιο ζήτημα. Προυποθέτει ώριμες κοινωνίες, ακόμα ωριμότερα πολιτικά συστήματα, προϋποθέτει κοινωνικό αίσθημα ασφάλειας, αυτογνωσία και, κυρίως, εμπιστοσύνη της κοινωνίας στις δυνάμεις της.

5 Ιουν 2013

Η αριστερά της Ναόμι Κλάιν είναι η συντηρητική αριστερά

Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice
Την προηγούμενη εβδομάδα, η τηλεοπτική εκπομπή «Φάκελοι» είχε μία από τις καλύτερες στιγμές της. Στην ίδια εκπομπή παρουσίασαν, τη μια μετά την άλλη, τις συνεντεύξεις δύο ανθρώπων που δεν αποτελούσαν δύο διαφορετικές πολιτικές προτάσεις απλώς, αλλά δύο διαφορετικές οπτικές, δύο διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης της ζωής, δύο διαφορετικούς κόσμους.
Ο πρώτος ήταν ένας σοβαρός, μεγάλος κύριος, αυστηρός, στρυφνός, μελαγχολικός. Ο Αλέκος Παπαδόπουλος. Στον απαισιόδοξο λόγο του υπήρχε μόνο η αισιοδοξία της αυτενέργειας. Μόνο εμείς αν αντιδράσουμε, μόνο εμείς αν αλλάξουμε, θα οικοδομήσουμε μια Ελλάδα που θα ξεφύγει από την κρίση. Φταίει το πολιτικό σύστημα που αρνείται να αλλάξει τις παρωχημένες δομές, φταίει η Ευρώπη που δεν βρίσκει πιο γρήγορα το δρόμο της ενοποίησης, φταίει η κοινωνία μας που εθελοτυφλεί αρνούμενη να αλλάξει και προσπαθεί να διατηρήσει αδύνατα κεκτημένα. Εσείς δεν φταίτε, κύριε υπουργέ; Φυσικά, απαντάει απορώντας και με την ίδια την ερώτηση, υπουργός ήμουνα, μέρος του πολιτικού συστήματος. Αλλά τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε άλλο καθυστέρηση, τώρα πρέπει να ξεχωρίσουν οι δυνάμεις της αλλαγής από τις δυνάμεις της συντήρησης που κρατούν μια χώρα καθηλωμένη.
Ο δρόμος θα είναι δύσκολος, θα ματώσουμε, αλλά δεν υπάρχει άλλος. Γιατί το πρόβλημά μας δεν ήταν απλώς να μειώσουμε το έλλειμμα, ο σκοπός είναι να αλλάξουμε το σύστημα, να φτιάξουμε μια χώρα που δεν θα παράγει άλλα ελλείμματα. Και για να το επιτύχουμε αυτό, πρέπει να αλλάξουμε όσα πιστεύαμε, πρέπει να λέμε μόνο αλήθειες, πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπίες. Να σταματήσουμε πια, λέει κάνοντας τη χαρακτηριστική χειρονομία αριστερό χέρι γροθιά - δεξί ζητιανιά, να μιλάμε επαναστατικά ζητώντας ταυτόχρονα δανεικά. Να αλλάξουμε, δηλαδή, την κυρίαρχη ιδεολογία.
Η επόμενη καλεσμένη ήταν μια διεθνούς ακτινοβολίας σταρ ακτιβίστρια και συγγραφέας. Η Ναόμι Κλάιν. Μικρότερη, λαμπερή, χαμογελαστή, συμπαθέστατη. Και επί μία ώρα έλεγε όλα αυτά τα χαριτωμένα μικρά τίποτα που τόσο πολύ καλά ξέρουμε και στη χώρα μας. Ποιος φταίει για την κρίση; Οι Ευρωπαίοι που σας έπεισαν ότι φταίτε εσείς. Ποιος φταίει για το ρατσισμό; Τα μέσα ενημέρωσης που σας τρομοκρατούν. Τι να κάνουμε; Να φύγετε από το ευρώ. Να φύγετε από την Ευρώπη, να πάρετε και δυο τρεις άλλους μαζί σας νότιους, αλλά κι αν δεν βρείτε, φύγετε μόνοι σας. Ξέρετε, προσπαθούσε να την προσγειώσει η δημοσιογράφος, εμείς χρειαζόμαστε κάθε χρόνο δανεικά, αυτό είναι το πρόβλημά μας. Κι άλλα χαμόγελα, αμηχανίας αυτή τη φορά, να κάνετε κάτι, βρε αδελφέ, do something! Να μην ψάχνετε για φυσικό αέριο, γιατί δεν υπάρχει, αλλά κι αν υπάρχει θέλετε να το εκμεταλλευτείτε γιατί βρίσκεστε σε οικονομική κρίση, αλλά τότε κάνετε κακό στο περιβάλλον. Δηλαδή, γενικά οι χώρες δεν πρέπει να εκμεταλλεύονται τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους; Ποτέ; Πρέπει να γυρίσουμε στα άλογα και στα αλέτρια; Έτσι κάνουν αυτοί στον Καναδά;
Λόγω της κρίσης έχουν έρθει να σας πάρουν τις κρατικές επιχειρήσεις σας. Γιατί εσείς δεν τις είχατε ιδιωτικοποιήσει, όπως οι άλλες χώρες της Δύσης. Δηλαδή το πρόβλημα είναι που θα αποκρατικοποιηθούν ή που αυτό δεν έγινε πριν 30 χρόνια, όπως στις άλλες χώρες της Δύσης; Να τις κρατήσουμε; Γιατί ξέρουμε κι άλλες χώρες που τις είχαν όλες τις επιχειρήσεις κρατικές, αλλά κατέρρευσαν πριν 30 χρόνια. Αυτό μας προτείνει η γλυκιά Ναόμι; Ούτε ξέρει τι μας προτείνει. Do something, όμως, βρε αδελφέ. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Εύκολα, βολικά, επιπόλαια, αντιφατικά.
Η μικρή χαμογελαστή Ναόμι είναι η συντηρητική πολιτική. Η φοβισμένη, η αντιδραστική. Που δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά ζητά την αδύνατη επιστροφή. Στη διάλυση της Ευρώπης, στην επιστροφή σε εθνικά, μικρά, αδύναμα κράτη. Η αντι-παγκοσμιοποίηση είναι μια αντιδραστική αντίληψη. Η λάθος μάχη. Η επιστροφή προς τα πίσω είναι αδύνατη και επικίνδυνη. Δεν είναι η παγκοσμιοποίηση υπεύθυνη για τα προβλήματά μας, αλλά εμείς οι ίδιοι. Είναι το εδώ και 20 χρόνια ανεπαρκές μοντέλο ανάπτυξης και ο δανεισμός που συσσωρεύσαμε προσπαθώντας να το διατηρήσουμε. Η πολιτική επιλογή της μικρής Ναόμι είναι εντούτοις η γερασμένη πολιτική. Αυτή που βλέπει τον κόσμο με τα γυαλιά της προηγούμενης 20ετίας. Που δεν καταλαβαίνει τον κόσμο σήμερα. Που προσπαθεί να παγώσει το χρόνο.
Η αριστερά της Ναόμι Κλάιν είναι η συντηρητική αριστερά. Η αριστερά των προνομιούχων της προηγούμενης ευδαίμονος περιόδου. Γιατί όταν δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα, όταν προτείνεις την ίδια του την άρνηση, την ακινησία, τα αποτελέσματα δεν είναι ότι δεν θα συμβούν. Όταν η Ευρώπη χάνει συνεχώς σε παραγωγικότητα, όταν οι εξαγωγές της μειώνονται και οι εισαγωγές τριπλασιάζονται σε μια δεκαετία, δεν είναι ότι οι επιπτώσεις δεν θα έρθουν. Όταν προσπαθείς να διατηρήσεις το παλιό μοντέλο, οι επιπτώσεις θα πλήξουν τους ασθενέστερους περισσότερο και οι ισχυρότεροι απλώς θα διατηρήσουν καλύτερα τα κεκτημένα. Το είδαμε πολύ ανάγλυφα 3 χρόνια στην Ελλάδα. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Τα ελλείμματα μειώθηκαν γιατί κανείς δεν μας δανείζει. Αλλά η κορυφή της πελατειακής πυραμίδας διατήρησε προνόμια και προσόδους. Οι άλλοι απλώς έχασαν περισσότερα.
Στην μπερδεμένη, καλομαθημένη εποχή μας, ο συντηρητικός λόγος της Ναόμι Κλάιν ακούγεται ευχάριστα. Γιατί είναι ο τρέχων λόγος που αστραπιαία μεταδίδεται στα κοινωνικά δίκτυα. Εύκολος, χωρίς κόστος, στην πραγματικότητα χωρίς ιδεολογικό πρόσημο, εύπεπτος για να καταναλωθεί από αριστερά και δεξιά. Φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι, όλα είναι ένα «κόλπο» των κακών. Όπου ο καθένας βάζει εύκολα έναν ξένο κακό της προτίμησής του. Οι Γερμανοί, οι μετανάστες, οι ξένοι, η σιωνιστική συνωμοσία, οι τραπεζίτες, η παγκοσμιοποίηση, η κακούργα κοινωνία. Like! Εμείς ηρωικά αντιστεκόμαστε, φωνάζουμε συνθήματα οι προδότες στο Γουδί, αφήνουμε ανώνυμα σχόλια αγανάκτησης, unfollow! Τόσο εύκολα, τόσο ηρωικά. Τόσο ανεύθυνα. Do something! Κυρίως κάντε το λάθος. Αγανακτήστε για τους λάθος λόγους και με το λάθος εχθρό. Εναντίον της προόδου, εναντίον της παραγωγής, εναντίον της συνεργασίας, εναντίον της Ευρώπης.
Πέρα κι από πολιτικές επιλογές, οι δύο διαφορετικές ρητορικές παρουσιάζουν δύο διαφορετικές ματιές για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Η μία έχει μόνο θέλω, η άλλη πρέπει. Η μία αναζητάει παντού εχθρούς και συνωμοσίες. Η άλλη σου βάζει μπροστά τον καθρέφτη, είναι η προσωπική ευθύνη, είναι οι επιλογές που κάνουν οι κοινωνίες αυτές που καθορίζουν το μέλλον της ζωής σου. Η μία υπόσχεται μια μάταιη επιστροφή σε ένα αδύνατο παρελθόν, τότε που η Δύση κυριαρχούσε στον κόσμο. Έστω κι αν ο κόσμος αλλάζει δραματικά από μέρα σε μέρα. Η άλλη ζητάει κόπο, δουλειά, έμπνευση, προσπάθεια.
Η μία, εύκολη, πιασάρικη, χωρίς θυσίες, ακούγεται νεανική, αλλά είναι ηλικιωμένη. Μάχεται για κεκτημένα, για να μην αλλάξει τίποτα. Την ώρα που αλλάζουν όλα. Και τι περίεργο, η άλλη, η αυστηρή, η σοβαρή, έχει μέσα της περισσότερη ζωντάνια και ενεργητικότητα. Δεν φοβάται τα ρίσκα, δεν αντιμετωπίζει με δέος το σημερινό κόσμο της ασύλληπτης ταχύτητας, έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της κοινωνίας. Δεν αναζητάει εχθρούς για να τους φορτώσει το κρίμα, ψάχνει τις εσωτερικές δυνάμεις του καθένα και της κοινωνίας. Οι εικόνες καμιά φορά εξαπατούν. Ιδίως όταν τη Ναόμι δεν τη λένε Κάμπελ.

3 Ιουν 2013

Ο εθνικός στόχος και το τζακπότ

Του Αλέξη Παπαχελά, από την Καθημερινή
Πριν από λίγες ημέρες άκουσα έναν υπάλληλο ξενοδοχείου να εξηγεί σε Αμερικανό τουρίστα τι ακριβώς έχει συμβεί στην Ελλάδα και γιατί εισήλθε σε κρίση το 2009. Η εξήγηση ήταν απλή και ξεκάθαρη: «Εμαθαν ότι έχουμε πολύ φυσικό αέριο και βρήκαν τρόπο να μας το πάρουν από την πίσω πόρτα». Ο τουρίστας εντυπωσιάσθηκε από τη... γεωπολιτική ερμηνεία, αλλά δεν μπήκε σε συζήτηση. Όπως άκουγα τον διάλογο σκεπτόμουν πόσο βαθιά έχουν ποτίσει το ελληνικό μυαλό όλες αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας. Πολιτικοί και σχολιαστές ενεπλάκησαν σε ένα διαγωνισμό υπερβολής, τον οποίο τώρα πληρώνουμε ακριβά. Το κακό είναι πως δύσκολα επικοινωνείς με τους οπαδούς αυτών των θεωριών για να τους ρωτήσεις γιατί η τρόικα έχει πάει και στην Πορτογαλία που δεν αποτελεί Ελντοράντο φυσικού αερίου.
 
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που με έχει προβληματίσει, ειδικά έπειτα από μια συζήτηση με έναν έμπειρο και αρκετά «σοφό» φίλο. Πρόκειται για την ευκολία με την οποία ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού πέφτει στη μεγάλη παγίδα της μαγικής επίλυσης των προβλημάτων του. Είναι σαν τον άνθρωπο που έχει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και αντί να ψάξει να βρει δουλειά ή να αυγατίσει την περιουσία του επιμένει να περιμένει να κερδίσει το τζακπότ. Τη μια περιμένουμε ότι θα κερδίσουμε τις γερμανικές αποζημιώσεις, με τις οποίες θα ξεπληρώσουμε το χρέος μας και θα μας μείνει και κάτι. Την άλλη είμαστε βέβαιοι ότι το Αιγαίο είναι γεμάτο... ράχες και ραχούλες που πλημμυρίζουν από πετρέλαιο που περιμένει υπομονετικά να το αντλήσει κάποιος. Την παράλλη τα πρωινάδικα ασχολούνταν για μεγάλο διάστημα με την Τράπεζα της Ανατολής που θα μας έκανε πλούσιους. Πριν προλάβει κάποιος κακόπιστος να με κατηγορήσει για έλλειψη πατριωτισμού, να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Προφανώς πρέπει να σιγουρευθούμε για το τι κρύβουν οι θάλασσές μας και να το προστατεύσουμε με θάρρος και σύνεση. Ασφαλώς και είναι καλό να διερευνήσουμε με συστηματικό και επαγγελματικό τρόπο αν και τι μπορούμε να πάρουμε από αποζημιώσεις για το κατοχικό δάνειο. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται όμως με κουβέντες του αέρα, συνθήματα του καφενείου και δήθεν πατριωτικές μαγκιές από το βήμα της Βουλής. Θέλουν σοβαρή προετοιμασία, χαμηλούς τόνους, μειωμένες προσδοκίες και ασφαλώς, πείσμα.
 
Γιατί όμως ψάχνουμε συνέχεια την εύκολη, μαγική λύση που θα μας βγάλει από τη μιζέρια μας; Γιατί πιστεύουμε τόσο εύκολα και ανενδοίαστα τους διάφορους πλασιέ ψευδών και υπερβολών; Γιατί, δυστυχώς, μας φαίνεται πολύ πιο δύσκολο να ακούσουμε την αλήθεια, ότι, δηλαδή, αυτό που χρειάζεται είναι να αλλάξουν μυαλά οι πολιτικοί μας, να αποκτήσουμε ένα κράτος με υπαλλήλους που θα μοχθούν και να δουλέψουμε όλοι σκληρά για να παράγουμε κάτι σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο. Είναι εντελώς άρρωστο να πιστεύουμε ότι θα βρούμε πετρέλαιο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ζούμε σαν νεοέλληνες σεΐχηδες πίνοντας φραπέ στα καφενεία. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις ούτε μεγάλα «εθνικά λαχεία». Μακάρι να βρούμε πολύ φυσικό αέριο και να πάρουμε πολλά λεφτά από τους Γερμανούς ως αποζημίωση. Ο εθνικός, όμως, στόχος θα συνεχίσει να υπάρχει και τότε: η εκ θεμελίων αναμόρφωση του διαλυμένου κράτους και η ανασύσταση του παραγωγικού ιστού της χώρας.

2 Ιουν 2013

Ο καβγάς με τα αρνιά

Του Θύμιου Τζάλλα, από "Ηπειρωτικός Αγών".
Βλέποντας τον Αλέξη Τσίπρα να προσκαλεί τον πρωθυπουργό σε μία τηλεοπτική μονομαχία “όπου και όπως αυτός θέλει” θυμήθηκα τον κλασικό τύπο που όταν νιώσει ότι ο καυγάς έφτασε στο ζενίθ σε εσωτερικό χώρο προσκαλεί τον αντίπαλό του να πάνε έξω.
Για κάποιον λόγο ο καθαρός αέρας θεωρείται ο μοναδικός κατάλληλος για ξυλοδαρμό μεταξύ ανδρών. Και μετά συνειρμικά ο νους μου πήγε σε μία γελοιογραφία του Μητρόπουλου στα τέλη της δεκαετίας του '80. Σε αυτήν ο διαιτητής ενός αγώνα μποξ ζητούσε από το Μητσοτάκη να κάνει επιτέλους υπομονή για τον επόμενο γύρο, αφού ο αντίπαλος του δεν ήταν ακόμη έτοιμος. Στην άκρη της γελοιογραφίας ήταν ο Ανδρέας καταπονημένος, αφού στην πραγματική ζωή είχε μόλις βγει από το Χέρφιλντ. Ήταν η εποχή που πράγματι αντιμετωπίζαμε την πολιτική με όρους μονομάχων. Και τα πολιτικά επιχειρήματα ήταν ανάλογης νηφαλιότητας με χτυπήματα αγώνα μποξ. Ακούγαμε ότι ο Παπανδρέου ήταν πράκτορας των Αμερικανών και ενίοτε αρχηγός της 17 Νοέμβρη. Ο Μητσοτάκης είχε τουλάχιστον κάνει τα δικά του εγκλήματά του στο παρελθόν ως συνεργάτης των Γερμανών στην κατοχή.

Μας πήρε καιρό να ξεπεράσουμε τη συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα και προς στιγμή φάνηκε πως αφήνουμε το λαϊκισμό πίσω μας. Ήταν η εποχή που από τους βαρέως βαρών πολιτικούς αρχηγούς πήγαμε σε πολιτικούς στυλ Σημίτη. Τέτοια ήταν η διαφορά που μας φάνηκε άοσμος και άχρωμος, ενώ κάποια από τα μονίμως εξαγριωμένα στελέχη του ίδιου του κόμματος του τον υποδέχθηκαν χαρακτηρίζοντας τον ως “πολιτικό νάνο”. Τα πράγματα όμως άλλαξαν τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής. Αντί ο πρωθυπουργός να καταγγέλλει τους αντιπάλους του ως πράκτορες των Αμερικανών, ευχαριστούσε τους Αμερικανούς για τη βοήθεια τους να τελειώσει η παράλογη σύγκρουση των Ιμίων. Ο εκλεκτός του λαού αντί να οδύρεται για την τύχη του κόσμου όταν οι γειτονιές πλημμύριζαν, ζητούσε ευθύνες από τους πολίτες γιατί είχαν φροντίσει να μπαζώσουν παρανόμως τις διεξόδους του νερού. Ο πυρήνας όμως των κομμάτων δεν άλλαξε. Οι μεγάλες συγκρούσεις δεν έγιναν και έτσι σιγά σιγά ο λαϊκισμός επέστρεψε.
Ξαφνικά η πολιτική άρχισε να γίνεται στις ταβέρνες όπου ακούγαμε για νταβατζήδες της πολιτικής, για πράκτορες που άναβαν φωτιές στην Πελοπόννησο και για Γερμανούς που μας πιέζουν να εκποιήσουμε τα νησιά μας, αλλά εμείς δεν θα παραδώσουμε σπιθαμή γης. Αν κάνουμε τον παραλληλισμό της οικονομικής μας κατάστασης και του πολιτικού μας λόγου θα δούμε πως βάδισαν προς την άβυσσο χέρι με χέρι. Η χρεοκοπία του κράτους μας ήρθε σε βάθος χρόνου και έτσι φτάσαμε και στη σημερινή χρεοκοπία πολιτικών επιχειρημάτων με τη συντοπίτισσα Άννα Ασημακοπούλου να απαντά στον καβγατζή του ντιμπέιτ παρομοιάζοντας τον με αρνί πριν τη σούβλα. Και προσοχή: αυτοί είναι οι μετριοπαθείς του δημόσιου βίου μας. Γιατί στη Βουλή μας έχουμε και ναζιστές και απίθανους συνωμοσιολόγους. Για να φτάσουμε λοιπόν σε όλα αυτά κάτι έχει μεσολαβήσει. Ένας συγκεκριμένος πολιτικός λόγος και ένας αντίστοιχος τύπος πολιτικού που φέραμε από τα περασμένα. Πρέπει να ψάξουμε στο παρελθόν μας για να εξηγήσουμε όσα μας συμβαίνουν στο παρόν. Ακόμη και αν μας προκαλεί πόνο ψυχής πόσο τελικά μοιάζουν.

1 Ιουν 2013

Η σβάστικα του διπλανού θρανίου

Του Ανδρέα Ζαμπούκα, αναδημοσίευση από protagon.gr.
 
Σβάστικες, πλέον, παντού. Στους τοίχους, στα σώματα, στα θρανία. Είναι πια τόσο συνηθισμένο, που δεν προκαλεί καμία αίσθηση. Γίνεται μία εικόνα, με τα υπόλοιπα συνθήματα για το ποδόσφαιρο, τα συγκροτήματα και τις βρισιές. Καμία, όμως, από τις σύγχρονες σβάστικες δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτή, που υπήρχε στο διπλανό μου θρανίο, όταν ήμουν μαθητής. Τη θυμάμαι ακόμα πολύ έντονα. Ήταν η πιο όμορφη σβάστικα που έχω δει στη ζωή μου. Ο Σωτήρης -έτσι έλεγαν τον συμμαθητή μου- ένα ροκαμπίλι με κολλητά παντελόνια και αρβύλες, τη ζωγράφισε από τον Σεπτέμβριο και κανείς δεν την έσβησε, μέχρι το τέλος της χρονιάς. Ήταν γκρι σκούρα με κατακόκκινες γραμμές να την περιβάλουν και κάθε μέρα, όλες τις ώρες του μαθήματος, συμπλήρωνε και μια μικρή λεπτομέρεια. Κανένας καθηγητής δεν τόλμησε ποτέ να τον ενοχλήσει την ώρα της «καλλιτεχνικής» του απομόνωσης.
Τα χρόνια πέρασαν, ο Σωτήρης απαρνήθηκε την «ανήσυχη» εφηβεία του, αλλά η σβάστικα του θρανίου του, όπως όλα τα σπουδαία «αριστουργήματα», πέρασε στην αιωνιότητα.
Το ζήτημα είναι πως ποτέ δεν θα έφερνα στον νου μου το διπλανό μου θρανίο, αν δεν συνειδητοποιούσα πόσο γρήγορα εξαπλώνονται οι αγκυλωτοί σταυροί, στα σύγχρονα θρανία. Οι μαθητές άλλωστε, είναι οι πρώτοι που αφομοιώνουν τις επιταγές της «μόδας» ως πειθήνιοι «καταναλωτές» των «νέων τάσεων».
Είναι, πραγματικά, ραγδαία η διείσδυση της Χρυσής Αυγής στα σχολεία και στη στρατολόγηση νέων ανθρώπων. Δε σημαίνει, βέβαια, πως όποιος ζωγραφίζει σβάστικες είναι «μυημένος» σε εθνικιστικά «μυστήρια», αλλά και οι 500.000 ψηφοφόροι του κόμματος, που το νομιμοποιούν, δεν έχουν σχέση με την ιδεολογία του. Το αποκαρδιωτικό είναι πως το σχολείο δεν κάνει τίποτα για να αποτρέψει ή, τουλάχιστον, να παρακολουθήσει την κατάσταση.
Τι συμβαίνει όμως στις ψυχές όλων αυτών που γοητεύονται με τις σβάστικες; Ό,τι συνέβαινε και με τον Σωτήρη της δικιάς μου γενιάς, αλλά και με τους οπαδούς των ποδοσφαιρικών ομάδων. Γουστάρουν δύναμη, αντίδραση, ενέργεια, αποκάλυψη, ένταξη σε ομάδα και κυρίως πρόκληση που θα αναδείξει στοιχεία ταυτότητας. Γουστάρουν όλα αυτά που το σχολείο θα έπρεπε να τους δώσει, αλλά επιμένει να τους γράφει, προκλητικά. Ούτε πολιτική συνείδηση, ούτε συλλογικότητες, ούτε δημιουργική εκτόνωση. Αντίθετα, όσο αδιαφορεί, ενισχύει το ένστικτο της εκδίκησης που αναπτύσσει ο έφηβος, απέναντι σε όλα και στο κατεστημένο. Έτσι, μόνοι τους βρίσκουν τρόπο να καταφύγουν, έστω και συμβολικά, σ΄ αυτό που αποπνέει ισχύ ανατροπών και διάθεση για βαρβαρότητα και επιβολή.
Κι από την άλλη, το πολιτικό σύστημα εμπνεύστηκε αντιρατσιστικά νομοσχέδια αντί να δώσει καμιά ιδέα για αντιρατσιστική αγωγή στα σχολεία και καλλιέργεια συνειδήσεων. Παρακολουθούμε όλοι την ακατάσχετη φλυαρία των κομμάτων του «δημοκρατικού τόξου»... χωρίς να βλέπουμε ούτε μία κίνηση αντίδρασης στην εκπαίδευση. Ανεχόμαστε τα πολιτικάντικα λογύδρια των «αντιφασιστών», αλλά στην πράξη κανένα πρόγραμμα δεν προβλέπει ενημέρωση, διάλογο, συλλογικότητες και δημιουργικότητα μέσα από τη φυσική εφηβική ένταση. Όπως και σε τόσα άλλα, όσοι εξέθρεψαν τη Χρυσή Αυγή, τώρα τη στήνουν απέναντι για επιδείξεις δημοκρατικότητας και θεσμικής υπεράσπισης. Το τι γίνεται με τους μαθητές, υποκρίνονται ότι δεν τους αφορά. Βολεύονται τέλεια με τους καβαφικούς «βαρβάρους» που οι ίδιοι επινόησαν. Και με το σύνηθες «φαρισαϊκό» μπάχαλο, γεμίσαμε σβάστικες στα θρανία, όχι όμορφες σαν τις παλιές, αλλά πρόχειρες και, πλέον, απειλητικές. Γιατί οι παλιές ήταν σπάνιες, ελάχιστες και αποκυήματα μπερδεμένης σκέψης, που διέθετε κάποια φυλακισμένα δείγματα πνευματικότητας. Κάτι σαν τις «τρελές» δημιουργίες του Νταλί στην ώριμη φάση των εξάρσεών του. Σήμερα όμως, είναι κακόγουστα λαϊκιστικά σύμβολα, στρατευμένα, σε συντεταγμένες κινήσεις βαρβαρότητας, που συνοδεύονται από ημιμάθεια και στοχευμένες επιδιώξεις.
Πολύ φοβάμαι ότι τα τείχη μεγαλώνουν γύρω μας και δεν καταλαβαίνουμε. Δεν ακούμε ήχο κτιστών και μαστόρων, γιατί φλυαρούν ακατάσχετα οι «επαγγελματίες» και σεσημασμένοι «δημοκράτες» . Όταν, όμως, τα παιδιά μας ζωγραφίσουν τόσες πολλές σβάστικες, θα είναι πλέον δύσκολο να τις σβήσουμε απ’ τα θρανία και τις συνειδήσεις τους.

31 Μαΐ 2013

Τι έγινε στον Ζάλογγο, πατριώτες;

Του Γιάννη Παντελάκη, από τους protagon.gr
Σύμφωνα με πολλά ειδησεογραφικά sites και ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, η Μαρία Ρεπούση χθες "ξαναχτύπησε". Και αυτό που περιέγραφαν ως "νέο χτύπημα", ήταν πως η ιστορικός και βουλευτής αμφισβήτησε τον χορό του Ζαλόγγου "προκαλώντας για μια ακόμα φορά την εθνική μας μνήμη". Κάπως έτσι το έλεγαν και το έγραφαν.
Θα ήθελα πολύ να ακούσω τι ακριβώς είπε η κα Ρεπούση. Τι αμφισβητεί και με ποια στοιχεία το κάνει. Η επιθυμία μου, δεν προκλήθηκε από κάποια εθνική ανησυχία, μάλλον δεν έχω τέτοιες. Ήθελα να ακούσω τα στοιχεία μιας Πανεπιστημιακού αναφορικά μ’ ένα γεγονός που είχα διδαχτεί εγώ και εκατομμύρια άλλα παιδιά στο σχολείο. Και το οποίο έχουν αμφισβητήσει κι άλλοι ιστορικοί στο παρελθόν. Ήταν η περιέργειά μου να μάθω, ήταν η διάθεσή μου να καταλάβω περισσότερα πράγματα για ιστορικούς μύθους και αλήθειες, ήταν η θέλησή μου να επιβεβαιώσω αν όσα κάποιοι ιστορικοί αμφισβητούν ότι συνέβησαν σ' αυτό τον τόπο, έχουν βάση ή όχι.

Εψαξα και άκουσα τη ραδιοφωνική συνέντευξη της Μαρίας Ρεπούση. Ηταν φανερό πως ο δημοσιογράφος που έπαιρνε τη συνέντευξη ήθελε να βγάλει ένα "λαβράκι", να πολυσυζητηθεί δηλαδή το προϊόν της συνέντευξης, άρα και να επιβεβαιωθεί και ο ίδιος. Έτσι, χωρίς αφορμή, ρώτησε την ιστορικό αν αμφισβητεί τον "χορό του Ζαλόγγου"! Η κυρία Ρεπούση προτίμησε να μην απαντήσει ευθέως, αλλά να επικαλεστεί ένα καλό ιστορικό βιβλίο (όχι δικό της) που αναφέρεται στο θέμα. Δεν πρόλαβε καν να πει τον τίτλο του βιβλίου, ας ελπίσω να τον βρω από αλλού. Είπε πως δεν θέλει να μιλήσει για ένα θέμα για το οποίο δεν είναι ειδική και συνέχισε λέγοντας πως κάθε λαός δημιουργεί τους εθνικούς του μύθους, κάτι που συμβαίνει για να εμφυσήσει εθνικό αίσθημα όταν η χώρα του βρίσκεται σε ταραγμένες περιόδους. Το είπε, δηλαδή, με έναν πολύ έμμεσο τρόπο και διόλου κατηγορηματικό.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση από αυτή την ιστορία, δεν ήταν οι παραποιήσεις, οι μεγεθύνσεις και οι κριτικές που δέχτηκε λίγες ώρες μετά η ιστορικός γι’ αυτό που είπε. Το εντυπωσιακό ήταν, πως ενώ ήταν φανερό ότι είχε ξεκάθαρη άποψη για το θέμα, απέφευγε να την πει με ευθύ και ξεκάθαρο τρόπο. Άκουσα δυο-τρεις φορές τη συγκεκριμένη της απάντηση. Ήταν σαφές, πως ενός είδους φόβος ή επιφύλαξη για τις επιπτώσεις αυτών που θα έλεγε, έκανε την απάντησή της πιο θολή, πιο στρογγυλεμένη. Σίγουρα, αν αναφερόταν για το γεγονός σε ένα φιλικό προς αυτήν περιβάλλον, θα ήταν πιο ξεκάθαρη.
Δεν αναζητώ από την κυρία Ρεπούση ή οποιονδήποτε άλλο να παίρνει περισσότερα ρίσκα στις δημόσιες παρουσίες του. Άλλωστε, η συγκεκριμένη, όταν πήρε το δικό της ρίσκο (με τον περίφημο "συνωστισμό"), το πλήρωσε με το παραπάνω. Αναρωτιέμαι όμως, γι’ αυτό που συμβαίνει. Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν επιτρέπει την απόλυτη έκφραση της διαφορετικής άποψης, εκτίμησης ακόμα και αποδεδειγμένης αλήθειας. Ακόμα και αν πρόκειται για έναν επιστήμονα. Που τυχαίνει να είναι και πολιτικός. Φαντάζομαι τι θα συνέβαινε αν η κυρία Ρεπούση έλεγε με ξεκάθαρο τρόπο: "ναι, ο χορός του Ζαλόγγου, είναι ένας εθνικός μύθος...".
Δεν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση της...

27 Μαΐ 2013

Ξυπνήστε... ο «Ευρωγεδδών» είναι προ των πυλών

Της Ζέζας Ζήκου, από την Καθημερινή.
Ύφεση, λιτότητα, χρέος, μνημόνιο, δόσεις, ανεργία είναι λέξεις που μονοπωλούν τις σκέψεις μου και τις συζητήσεις μου συνεχώς τα τελευταία χρόνια, ενώ άλλες όπως π.χ. η αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου που μας υποσχέθηκε προεκλογικά ο Αντώνης Σαμαράς, ή ο «Ευρωγεδδών», δηλαδή η απειλή μιας οικονομικής κατάρρευσης της Ευρωζώνης, αποδεικνύονται αρκετά ενοχλητικές στην επιρροή τους. Από χθες προστέθηκε και η λέξη-τίτλος «The Sleepwalkers» του περιοδικού Economist που απεικονίζει τους Ευρωπαίους ηγέτες -μεταξύ τους και ο Σαμαράς- ως... υπνοβάτες μέσα σε μία οικονομική έρημο, βαδίζοντας με μαθηματική ακρίβεια προς τον γκρεμό.
Δυστυχώς, η ιδέα ότι το ευρώ είναι ένα πρόβλημα του παρελθόντος είναι μία επικίνδυνη μυθοπλασία, ενώ η ευρω-καταστροφή είναι προ των πυλών, προειδοποιεί ο Economist. Αντί να περιμένουν τις γερμανικές εκλογές, θα πρέπει να χαλαρώσουν τη λιτότητα και να ενισχύσουν την απασχόληση των νέων και των επενδύσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της περιφέρειας, αξιοποιώντας χρήματα από τον πυρήνα της Ευρωζώνης, επισημαίνει: «Εάν οι υπνοβάτες ενδιαφέρονται για το νόμισμα και τους λαούς τους, πρέπει να ξυπνήσουν», καταλήγει ο Economist. Ok.
Όμως για μας είναι μάλλον αργά. Η χώρα βαδίζει τυφλά, η σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένη οικονομία ζει με τις δόσεις των δανειστών και η χρεοκοπία βαθαίνει, καθώς δύσκολα αναχαιτίζεται ο εκφυλισμός των υποσυστημάτων (υγεία, παιδεία, αυτοδιοίκηση κ.λπ.) που συγκροτούν το κράτος. Η ανεργία καταστρέφει ραγδαία το μέλλον των νέων, η φτώχεια των νοικοκυριών επιδεινώνεται, το κλείσιμο εκατοντάδων χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων συνεχίζεται. Αλλά το τελευταίο διάστημα υπάρχει στη χώρα μια εισαγόμενη αισιοδοξία, η οποία αναπαράγεται από τους οπτιμιστές στην Ελλάδα.
Όμως, η ζοφερή πραγματικότητα δεν αιτιολογεί καμία αισιοδοξία. Το πολιτικό σύστημα απέτυχε στην αποφυγή της κρίσης. Αποτυγχάνει, όμως, και στη διαχείρισή της. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, η καταπολέμηση της διαφθοράς και διαπλοκής, η τιμωρία των επίορκων λειτουργών και πολιτικών, η ανάκτηση των κλοπιμαίων, η διακρίβωση των κατόχων ελβετικών λογαριασμών με «μαύρο» χρήμα της λίστας Λαγκάρντ, η τιμωρία και φορολόγησή τους, η προσέλκυση επενδύσεων, η μάχη κατά της γραφειοκρατίας, διαρκώς αποτυγχάνουν... Αντίθετα συνεχίζουν να φορολογούν ό,τι κινείται. Το Δημόσιο είναι σαν ζόμπι που έχει βγει στους δρόμους και ζητάει να ρουφήξει το αίμα των ζωντανών. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποστερείται βιαίως απ’ όλες τις ώς τώρα διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους.
Οι πάντες γνωρίζουν πλέον ότι μόνο ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μπορεί να συγκριθεί με τις συνέπειες της κρίσης στην ελληνική οικονομία και την κοινωνία. Η λιτότητα μείωσε την κατανάλωση, εκτόξευσε την ανεργία, βάθυνε την ύφεση και θρυμμάτισε την κοινωνική συναίνεση. Η μεγέθυνση της ύφεσης κατέστρεψε τον ιδιωτικό τομέα και σάπισε τις τράπεζες, οι οποίες, φορτωμένες με «κόκκινα» δάνεια και «κουρεμένα» κρατικά ομόλογα, σταμάτησαν τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Όταν επικρατούν τέτοιες συνθήκες καμία οικονομία δεν σώζεται, ακόμη και αν πραγματοποιηθούν όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές μέσα σε μία νύχτα.
Η κεϊνσιανή συμφωνία κατέρρευσε. Η διεθνής οικονομική πολιτική κατέληξε να έχει πολύ μικρή σχέση με τα οικονομικά. Έγινε μια άσκηση στην ερασιτεχνική ψυχολογία, όπου το ΔΝΤ και οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης επέβαλαν στις χώρες να πάρουν μέτρα που ήλπιζαν πως θα τα εκλάμβανε η αγορά ως ευνοϊκά. Έτσι ουδείς απορεί που μόλις ενέσκηψε η κρίση πετάχθηκαν από το παράθυρο όλα τα εγχειρίδια της οικονομίας. Η πολιτική απέτυχε να αντιμετωπίσει την καταστροφική διαδικασία ανάδρασης που προκαλεί την κατάρρευση της μιας οικονομίας μετά την άλλη. Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι εκείνοι που διαμορφώνουν την πολιτική, πίστευαν και πιστεύουν, ότι έπρεπε να παίξουν το παιχνίδι της εμπιστοσύνης γύρω από τον μονόδρομο της λιτότητας και αυτό είχε ως συνέπεια να ακολουθήσουν οικονομική πολιτική που επιδεινώνει τις υφέσεις αντί να τις μετριάζει. Το ερώτημα εάν ήταν αναγκαίο να παιχθεί αυτό το παιχνίδι έχει αποδειχθεί ύπουλο, με αποτέλεσμα να υποστεί καίριο πλήγμα όχι μόνο η κοινωνία αλλά και η ίδια η δημοκρατία.
Γιατί, άραγε, στην Ευρώπη της κρίσης που ζούμε, όλοι έχουν βαλθεί να επιβάλουν τις λάθος συνταγές; Η «εσωτερική υποτίμηση» και η «αντεργατική λαίλαπα» στην Ελλάδα, έχουν αποβεί μοιραίες. Τα εργασιακά μέτρα ανατρέπουν και εκθεμελιώνουν κάθε έννοια εργασιακού δικαιώματος. Αλλά και όλα τα κρυφά μέτρα που ούτε που ξέρουμε πότε ψηφίζονται, δημιουργούν μια βίαιη προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας σε ένα δύσκολο μέλλον. Πράγματι, η Ελλάδα είναι ένα απίστευτο χάλι, με τεράστια προβλήματα. Πράγματι, οι Ελληνες πολιτικοί έστησαν ένα τρελό πάρτι και έφαγαν δισεκατομμύρια, δίνοντας και ορισμένα ψίχουλα στους πολίτες. Πράγματι, όλοι οι πολίτες καλόμαθαν σε μια κοινωνία ευημερίας που βασίστηκε σε δανεικά λεφτά. Όλα αυτά ας τα αποδεχθούμε.
Όμως, ποτέ κανένας λαός δεν εξαναγκάστηκε σε μια τόσο τρομερή και σύντομη αλλαγή του τρόπου ζωής του, χωρίς όμως από την άλλη να αλλάζει η χώρα από τον εναγκαλισμό της διαπλοκής. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπολειτουργούν, η διαφθορά βασιλεύει, η φοροδιαφυγή δεν ελέγχεται, οι σπατάλες συνεχίζονται, η γραφειοκρατία εμποδίζει οποιαδήποτε αναπτυξιακή προοπτική. Αυτός ο βιασμός της ελληνικής κοινωνίας τόσο άγρια και τόσο γρήγορα θα είναι μοιραίος. Οι κήνσορες του λαϊκού συμφέροντος θα είναι οι πρώτοι που θα σαρωθούν. Μαζί με τους ψεύτες και τους άρπαγες των ονείρων όλων μας για μια καλύτερη ζωή.

25 Μαΐ 2013

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές

Του Χρήστου Χωμενίδη, από τους protagon.gr
Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου - εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.
Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…
Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».
Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.
Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…
Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…
Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.
Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.
Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν - το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.
Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.
Να σε κεράσω ένα παγωτό;