"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

13 Οκτ 2013

Ποιοι δεν θέλουν την Κεντροαριστερά;

Tου Κώστα Ρεσβάνη από το protagon.gr
Την επόμενη εβδομάδα, όπως όλα δείχνουν, θα παρουσιαστεί στους Έλληνες πολίτες διακήρυξη που θα υπογράφουν 50 προσωπικότητες από τα πεδία της Πολιτικής, της Ακαδημαϊκής Κοινότητας, της Επιστήμης, της Τέχνης, του κόσμου των Ιδεών και της Σκέψης και της Κοινωνίας των Πολιτών. Είναι αυτό που λέμε ένας φορέας της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας ή του τρίτου πόλου ή με την κωδική ονομασία «Ελιά», που παραπέμπει στο ιταλικό ανάλογο.
Φιλοδοξία της είναι να καλύψει τον πολιτικό χώρο πέραν της Δεξιάς έως την όχθη της νεοκομμουνιστικής Αριστεράς. Να δημιουργήσει δηλαδή μια ομπρέλα όπου θα συστεγασθούν κόμματα, πολιτικές κινήσεις και προσωπικότητες με προοδευτική, μεταρρυθμιστική και φιλοευρωπαϊκή κατεύθυνση. Μια ομόψυχη σύμπλευση πολιτών του δημοκρατικού κανόνα απέναντι στις μεγάλες δυσκολίες και στις προκλήσεις των καιρών. Πρωτόγνωρο εγχείρημα που πιστεύεται πως αν πετύχει θα αλλάξει, στο προβλεπτό μέλλον, τον πολιτικό χάρτη της χώρας.
Έχω την αίσθηση πως αυτή η πιθανή αλλαγή του πολιτικού χάρτη είναι το μέγα κίνητρο που ωθεί πολλούς και από πολλές πλευρές να αντιμάχονται τη νέα προσπάθεια. Είναι αυτό που λέμε «τους χαλάει την μανέστρα». Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται όσοι αγωνιούν να μη δημιουργηθεί ένα πολιτικό ρεύμα που, αν ευδοκιμήσει, θα αποκτήσει πολιτική δυναμική και θα τους αφαιρέσει τα στερεότυπα, μέσα στα οποία έμαθαν να σκέφτονται και να δρουν.
Πιο καθαρά: Οι περισσότεροι από τους οποίους ήδη υπονομεύουν την προσπάθεια είναι αυτοί που αγκιστρώνονται στο παρελθόν, δηλαδή το προτάσσουν από τη μάχη για το παρόν και για το μέλλον. Διαβάζω πολλά άρθρα και ομολογώ πως έως τώρα οι συγγραφείς τους με εμμονικό τρόπο αγκιστρώνονται μόνο στο παρελθόν του ΠΑΣΟΚ. Προφανώς εύκολα μπορεί να βρει κανείς διαχρονικά σοβαρότατα πολιτικά λάθη όπως μπορεί να βρει και εύστοχες κινήσεις. Για τα λάθη του καταποντίστηκε -και δικαίως- εκλογικά. Αλλά παραμένει υπαρκτή και υπολογίσιμη πολιτική οντότητα με τάσεις αλλαγής. Άλλωστε πολλοί από τους πρωτεργάτες των λαθών του ψαρεύουν τώρα σε άλλους, αριστερούς, χώρους. Το ΠΑΣΟΚ ή όποια άλλη πολιτική κίνηση στον υπό διαμόρφωση χώρο της Κεντροαριστεράς, δεν θα είναι παρά -ας πούμε τη λέξη- συνιστώσες. Και θα είναι δική τους ευθύνη η προσπάθεια οποιουδήποτε καπελώματος. Θα είναι κοντολογίς η αρχή του τέλους τους.
Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία πολεμίων της κεντροαριστερής προσπάθειας. Έρχεται από αυτούς που θέλουν αναλλοίωτο το πολιτικό τοπίο για να προβάλουν ως «λύση», πέρα από τους εν δράσει πολιτικούς, διάφορους «εν ηδονή άρχοντες» και των δύο φύλων. Λίγο να ξύσει κάποιος την επιφάνεια και να παρακολουθήσει την μονότονη αντικυβερνητική αρθρογραφία και τη λυσσαλέα πολεμική κατά του τρίτου πόλου, τους διακρίνει εύκολα.
Όπως μαθαίνουμε χρονικός ορίζοντας του εγχειρήματος είναι οι ευρωεκλογές. Αλλά βεβαίως και οι εκλογές για την Αυτοδιοίκηση με την επιλογή προσώπων που θα έχουν αντίκρισμα στις τοπικές κοινωνίες και δεν θα είναι κομματικοί αχθοφόροι. Από αυτή την άποψη ο ΣΥΡΙΖΑ δικαίως εύχεται να αποτύχει η προσπάθεια. Όχι γιατί «θα χάσει δημάρχους» αλλά διότι θα εμπεδωθεί στη χώρα ένα κλίμα δημοκρατικής και στη συνέχεια εθνικής ομοψυχίας. Αν νομίζετε πως υπερβάλω ανατρέξτε στην Αυγή της 6ης Οκτωβρίου όπου όχι όποιος κι όποιος, αλλά ο εκδότης της κομματικής εφημερίδας Βασίλης Μουλόπουλος, δηλαδή ο ιδεολογικός οδηγός του χώρου, δημοσίευσε άρθρο με τον τίτλο «Εθνική ομοψυχία; Όχι ευχαριστώ», που καταλήγει: «Ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε «εθνική ομοψυχία», δεν θα πάμε «όλοι μαζί», γιατί αλλού θέλετε να πάτε εσείς και αλλού εμείς.»
Το πού θέλει να πάει τη χώρα ο Μουλόπουλος και το κόμμα του το γνωρίζουμε, αλλά η πλειοψηφία των πολιτών έχει εκφράσει την άρνησή της. Ακόμα και πολλοί που στηρίζουν κριτικά τον ΣΥΡΙΖΑ δεν νοιώθουν ευτυχείς με τέτοιες ακραίες και ανιστόρητες πολιτικές θέσεις.
Υπάρχουν ωστόσο και χιλιάδες πολίτες που πραγματικά «αλλού θέλουν να πάνε»: Εκεί που υπάρχει ορθολογισμός, μάχες για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτικός πολιτισμός, προσφορά, ειρηνική συμβίωση των πολιτών, ανεξαρτησία των θεσμικών φορέων, ευρωπαϊκός προσανατολισμός, αλληλεγγύη, αγώνας για ουσιαστική παιδεία, σεβασμός στην κάθε είδους διαφορετικότητα. Με άλλα λόγια μακριά από δεξιές αγκυλώσεις και αριστερές επικίνδυνες «ανατροπές».
Είναι αναγκαίος ένας τέτοιος φορέας; Νομίζω ναι. Υπάρχουν ελπίδες να προωθήσει όλα αυτά; Θα δούμε τις πρώτες κινήσεις του νεογέννητου και θα κρίνουμε.  

9 Οκτ 2013

Η Ελλάδα θα ξεπεράσει το πρόβλημα του φασισμού όταν όλοι αντικρίσουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη.

Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice
Όταν κάποια ομάδα προσπάθησε να διακόψει τη συναυλία για να διαβάσει στο κοινό τις απόψεις της, ο Σωκράτης Μάλαμας δεν το επέτρεψε. Επανήλθαν στην επόμενη και το πέτυχαν, διάβασαν ένα κείμενο εναντίον του φασισμού. Στο βίντεο από το γεγονός, μου έκανε εντύπωση μια μικρή λεπτομέρεια. Τη δεύτερη φορά ξεδίπλωσαν ένα τεράστιο πανό, τόσο τεράστιο που έκρυβε όλη τη σκηνή. Ο καλλιτέχνης λογικά υποχώρησε και πέρασε το δικό τους. Το μήνυμα ήταν, φίλε, δεν μπορείς να μας εμποδίσεις, θα πούμε ό,τι γουστάρουμε, αλλιώς συναυλία δεν θα κάνεις.

Μια συναυλία είναι το μέσον με το οποίο ένας καλλιτέχνης μιλάει στο κοινό του. Στο κοινό που έχει έρθει γιατί έχει επιλέξει να ακούσει αυτόν. Μιλάει συνήθως με το έργο του κι αν θέλει να πει κάτι παραπάνω, το λέει ο ίδιος. Και λέει αυτό που πιστεύει αυτός. Όχι αυτό που πιστεύουν οι άλλοι. Η δουλειά και η προσωπική έκφραση ενός καλλιτέχνη δεν είναι κοινής χρήσης μέσον μετάδοσης. Δεν παραχωρείται σε όποιον είναι πιο δυνατός ή πιο θρασύς. Ο καθένας μπορεί να διαδώσει τις ιδέες του ελεύθερα σ’ αυτή τη χώρα. Μπορεί να κάτσει στην είσοδο του θεάτρου, να φωνάζει συνθήματα, να σηκώσει πανό, να μιλήσει στον κόσμο. Δεν έχει κανένα λόγο να διακόψει τη δουλειά του άλλου, να διαλύσει τη σχέση του με το κοινό, να επιβάλει σε ένα κοινό που πιθανόν να διαφωνεί με όσα ακούει, να τα ακούσει με το ζόρι.
Ήταν μια ανακοίνωση εναντίον του φασισμού, άλλη μια ειρωνεία της ζωής. Η οποία εκφωνήθηκε με το ζόρι καταπιέζοντας ένα κοινό 2,5 χιλιάδων ανθρώπων και επιβάλλοντας στον Μάλαμα να συμμορφωθεί, αν ήθελε να συνεχιστεί η συναυλία. Εγώ θεωρώ αξιέπαινο και αναγκαίο οι άνθρωποι να ευαισθητοποιούνται απέναντι στο φασισμό. Όμως ακούγοντας την ανακοίνωση διαφωνούσα με τα μισά απ’ όσα έλεγε. Μπορώ να πάω στην επόμενη συναυλία του Μάλαμα να πω τις δικές μου απόψεις για το φασισμό; Φαίνεται σε κανέναν λογικό αυτό; Γιατί όχι; Επειδή δεν μπορώ να το επιβάλω με το ζόρι, να ξεδιπλώσω ένα τόσο μεγάλο πανό; Να πάνε άλλοι; Να πηγαίνουν πολιτικές ομάδες να διακόπτουν συναυλίες να λένε τις απόψεις τους;
Να έρθει κάποιος να μου πει, από δω, από αυτό το κόμμα, η επόμενη παράγραφος είναι δικιά μου γιατί θέλω να διαδώσω τις απόψεις μου και μετά συνέχισε εσύ; Ναι, φαίνεται σουρεαλιστικό, αλλά συμβαίνει πολλές φορές. Κάποιοι, πολύ επαναστατικά, μπαίνουν σε τηλεοπτικά στούντιο και ραδιοφωνικούς σταθμούς για να πουν τα δικά τους. Δηλαδή, αφαιρούν από κάποιον το λόγο και του επιβάλλουν πώς να κάνει τη δουλειά του. Με το ζόρι. Διεκδικούν την ελευθερία της δικιάς τους έκφρασης αφαιρώντας την από κάποιον άλλον. Εμποδίζεται από κανέναν η ελευθερία της έκφρασης σ’ αυτή τη χώρα; Το αντίθετο μάλλον. Δεν πρέπει να υπάρχει άλλο κράτος στον κόσμο που όταν δικάζονται στα δικαστήρια δολοφόνοι, οι υποστηρικτές τους φωνάζουν συνθήματα απ’ έξω. Θα πήγαιναν όλοι μέσα για εγκωμιασμό εγκληματικών πράξεων. Το πρόβλημα όμως δεν είναι η έκφραση. Το πρόβλημα είναι η επιβολή της με το ζόρι.
Είναι φασίστες αυτοί οι άνθρωποι; Όχι βέβαια. Είναι όμως μια αυταρχική συμπεριφορά, είναι μια αντιδημοκρατική συμπεριφορά που επιβάλλει τις απόψεις της στους άλλους με το ζόρι. Γιατί; Γιατί έχουν δίκιο. Έχουν δίκιο, γιατί έτσι νομίζουν αυτοί. Κι αφού έχουν δίκιο, μπορούν να το επιβάλλουν με κάθε μέσον. Ο ορισμός του φονταμενταλισμού. Πόσοι απ’ αυτούς θα γίνουν ταλιμπάν, θα μας το πει η ψυχοπαθολογία. Όμως η κοινωνία οφείλει να βάλει τα όριά της, να πει ποιες συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές στα πλαίσια της δημοκρατίας, της πολιτισμένης συμβίωσης.
Γιατί τα λέω αυτά; Πάθαμε και τίποτα αν 10 λεπτά διέκοψαν τη συναυλία του Μάλαμα; Πάθαμε. Γιατί τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ ένα περίεργο φαινόμενο. Κάποιοι με προσωπικές και κομματικές ατζέντες έχουν επιδοθεί σε ένα παιχνίδι περίεργο. Διά της δαιμονοποιήσεως δήθεν του φασισμού, προσπαθούν να αθωώσουν την ατμόσφαιρα της παράνοιας, του αυταρχισμού, του μίσους, της βίας. Την ατμόσφαιρα που κυριάρχησε δηλαδή αυτά τα 3 χρόνια στην Ελλάδα και έγινε το θερμοκήπιο για να οδηγηθεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε φασιστικές επιλογές. Λες και δεν υπήρξε η Χάνα Άρεντ, φτιάχνουν μια εξήγηση του κόσμου όπου το Απόλυτο Κακό γρυλίζει εκεί στη γωνία δακτυλοδεικτούμενο και όλοι οι άλλοι είμαστε αθώοι. Δεν είμαστε. Ούτε οι πολιτικές δυνάμεις που τυχοδιωκτικά υπέθαλψαν τη βία και τη ρητορική του μίσους, ούτε η κοινωνία που ασμένως την υιοθέτησε.
Δεν είναι το ίδιο, λένε, το φυλετικό μίσος που δεν έχει καμία νομιμοποιητική βάση, με το ταξικό μίσος που έχει βάση στις ταξικές ανισότητες. Άρα; Υπάρχει και δικαιολογημένη βία; Αν όχι, γιατί το λέμε; Δεν πρέπει, λένε, να εξομοιώνουμε το Άουσβιτς με τα γιαουρτώματα. Ε, βέβαια δεν πρέπει, εννοείται. Ποιος το κάνει; Το ίδιο επιχείρημα όμως έλεγε και ο Κασιδιάρης, δολοφονούνται άνθρωποι από τους τρομοκράτες και σεις λέτε για ένα νεράκι που έριξα στη Δούρου; Η βία είναι καταδικαστέα αλλά οφείλουμε να συμπληρώσουμε, λένε, ότι όταν απειλείται η δημοκρατία, οι πολίτες οφείλουν να την υπερασπιστούν με τη βία. Αλλά γιατί το λέμε αυτό; Για την ελληνική δημοκρατία δεν μιλάμε; Για τη Βόρειο Κορέα συζητάμε; Έτσι όμως θα ισχυριστούν ότι στην «οικονομική δικτατορία» που μετατρέπει τους «Έλληνες σε δουλοπάροικους και την Ελλάδα σε αποικία» ίσως και να επιτρέπεται η βία, θέμα ερμηνείας είναι, «η Αριστερά δεν πρέπει να δίνει εξετάσεις καταδίκης γενικώς και αορίστως της βίας». Η προτροπή να λιντσάρουμε τον Πάχτα, άλλωστε, μια «πολιτική αστοχία» ήταν, και το σύνθημα «Τα μνημόνια είναι βία» είναι μια ανοησία.
Όχι, δεν είναι μια ανοησία. Είναι μια κυνική τεχνική της τυχοδιωκτικής στρατηγικής της έντασης που αθωώνει, δικαιολογεί και υπερασπίζεται την αντιδημοκρατική βία. Τα «μνημόνια είναι βία», άρα η πολιτική βία των απέναντι είναι κατανοητή και η οργή «δικαιολογημένη». «Οι αληθινοί τρομοκράτες είναι στο Υπουργείο Οικονομικών», άρα η τρομοκρατία είναι απλώς η απάντηση στην άλλη βία. Όπως θα ’λεγε και ο Πουλικάκος, πολύ αθωότης έπεσε στις μέρες μας. Όσοι όμως ακόμα και σήμερα κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, «διαβαθμίζουν» τη βία, την κατανοούν, την ονομάζουν «συμβολική», τη δικαιολογούν, θέλουν να διατηρήσουν την ίδια ατμόσφαιρα αλλά χωρίς τη Χ.Α. Γιατί οι ίδιοι έχουν «ευγενείς σκοπούς». Η στρατηγική της έντασης που διέλυσε την κοινωνία μας, όμως, δεν είναι ούτε ανοησίες ούτε αστοχίες. Είναι το περιβάλλον που γεννάει τέρατα.
Αν κάποιος διαβάσει τις δημοσκοπήσεις θα διαπιστώσει ότι οι ψηφοφόροι της απαντούν στο ερώτημα γιατί ψηφίζουν Χ.Α. όπως οι υπόλοιποι: Για την οικονομική κρίση, γιατί οι πολιτικοί πρόδωσαν την Ελλάδα, γιατί είναι ένα κόμμα όπως τα άλλα λίγο πιο ακραίο. Δεν κατανοούν καν τη διαφορά. Δεν μπορούν, γιατί η ρητορική του μίσους και η «δικαιολογημένη βία» ήταν κυρίαρχες όλα αυτά τα χρόνια. Η Ελλάδα θα ξεπεράσει το πρόβλημα του φασισμού όχι απλώς κλείνοντας τον Μιχαλολιάκο στη φυλακή. Αλλά όταν όλοι, πολιτικές δυνάμεις και κοινωνία, αντικρίσουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη.
Ο Γιάννης Αγγελάκας μόνο ως «συστημικός» καλλιτέχνης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Αυτό τον καιρό είπε: «Ήλπιζα ότι η κρίση θα ήταν ένα χέρι βοηθείας για μια γενικότερη αναβάθμιση ιδεολογική, πολιτική, αισθητική. Εμείς όμως διαλέξαμε απερίσκεπτα να γίνουμε ακραίοι. Είναι τόσο θλιβερό πως ακόμα και τώρα η επιλογή ήταν ο εύκολος δρόμος. Θέλει κόπο η αναβάθμιση».

6 Οκτ 2013

Πόνος που χωρίζει και πόνος που ενώνει



Δείτε, ξανά, το χάλι μας: ακόμη κι όταν στα κόμματά μας δίνονται ευκαιρίες να ομονοήσουν αυτά προτιμούν τον καυγά! Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο. Η κυρίαρχη αυτιστική πολιτική κουλτούρα παράγει πόλωση, άκρατο καιροσκοπισμό, προσπορισμό πλεονεκτήματος μέσω της ρητορικής κατασκευής του «αντιπάλου». Όχι, δεν πρόκειται για παράγωγο του φυσιολογικού πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά για στρέβλωσή του. 

Στην αυτιστική κουλτούρα οι επιδιώξεις των «παικτών» δεν υπηρετούν κοινούς σκοπούς, ούτε κρίνονται με κοινά κριτήρια αναφοράς. Ο καθένας ενεργεί ως «ιδιώτης» - προωθεί καιροσκοπικά, πολωτικά, και αμετροεπώς την κατίσχυσή του έναντι των άλλων. 

Ο πολιτικός αυτισμός διακρίνεται από τρία γνωρίσματα. Πρώτον, διαστρέφει την επικοινωνία (τη μετοχή στον κοινό λόγο) κατασκευάζοντας ιδιοτελώς το δικό του γλωσσικό ιδίωμα. Δεύτερον, συνιστά ένα κλειστό σύστημα σκέψης, με αυτο-επιβεβαιωτικά κριτήρια εγκυρότητας. Και τρίτον, προσλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από την κατασκευή «εχθρών». Ιδού μερικά παραδείγματα. 

Ένας νεαρός επιβάτης σε τρόλεϊ δεν έχει εισιτήριο, αντιδικεί με τον ελεγκτή, εξέρχεται από το όχημα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πέφτει και σκοτώνεται. Η μείζων αντιπολίτευση χαρακτηρίζει το τραγικό συμβάν αποτέλεσμα της απεχθούς «μνημονιακής πολιτικής» (προσέξτε το λογικό άλμα). Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή ερμηνεύεται από τον κ. Κουτσούμπα του ΚΚΕ ως «γέννημα-θρέμμα του καπιταλισμού» (προσέξτε την αφελή αιτιοκρατία). Ο αρχηγός των ΑΝΕΛ κ. Καμμένος καλεί απερίφραστα τους πολίτες να «λυντσάρουν» έναν δήμαρχο, για να διευκρινίσει πονηρά αργότερα ότι εννοούσε «πολιτικό λυντσάρισμα»! (Προσέξτε την αυτο-εξυπηρετικά ιδιοσυγκρασιακή χρήση της γλώσσας). Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Καμμένος υπέστη, την επομένη, τα αποτελέσματα της προτροπής του: σχεδόν λυντσαρίστηκε ο ίδιος! Μετά τη δολοφονία του νεαρού μουσικού Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτη, ο κ. Τσίπρας επέλεξε να επικρίνει τον πρωθυπουργό για «τη θεωρία των δύο άκρων» και η βουλευτής κ. Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «υποθάλπει τοπ ναζισμό». Αναφερόμενος στο ίδιο τραγικό συμβάν, ο στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού κ. Λαζαρίδης αποδίδει ευθύνες και στον ΣΥΡΙΖΑ (!).

Προσέξτε τη διαστροφή: η δολοφονία ενός πολίτη από νεοναζί τραμπούκο, αντί να αποτελέσει μια ευκαιρία για τα κόμματα του δημοκρατικού πλαισίου να ομονοήσουν στην καταδίκη της βίας (παραδειγματίζοντας έτσι τους πολίτες ότι, παρά τις έντονες διαφορές τους, υπάρχουν θέματα που τους ενώνουν), καθίσταται μια ακόμα αφορμή πολωτικής αντιπαράθεσης! Το τραγικό περιστατικό χρησιμοποιείται για να πληγεί ο αντίπαλος, όχι για να προασπισθούν κοινές αξίες! Ο πόνος δεν ενώνει, χωρίζει. 

Η πρωτόγονη η πολιτική σκέψη των ταγών μας απορρέει από την αγωνιώδη προσπάθειά τους για αυτο-επιβεβαίωση και ωμή κατίσχυση. Η γλώσσα διαστρέφεται, η λογική παραβιάζεται, επίπεδα ανάλυσης συγχέονται, η αιτιότητα κατασκευάζεται, οι αποχρώσεις χάνονται. Η εμμονική προσπάθεια για κατίσχυση παράγει ασυναρτησίες. 

Δείτε τώρα τον ώριμο, τύπου Γκάντι, λόγο ενός πολίτη, φίλου του Π. Φύσσα, ο οποίος σε εκδήλωση στη μνήμη του είπε: «Ο μεγαλύτερος φασίστας είναι ο ίδιος μας ο εγωισμός. Τώρα που μιλάμε για τον Παύλο κάποιοι εκεί έξω μιλάνε για εκδίκηση. Εμείς όμως συνιστάμε ψυχραιμία. Γιατί; Διότι εμείς είμαστε ψυχικά πολύ καλύτερα. Εμείς θέλουμε ακόμα κι αυτοί που σκοτώσανε κάποιον να πάρουν αγάπη… Να τους δώσουμε κι αυτούς ελπίδα…Δεν διψάω για εκδίκηση, διψάω για φως. Αν είναι να κερδίσουμε αυτόν τον πόλεμο με δεκάδες κρεμασμένους στις πλατείες, καλύτερα να τον χάσουμε». Ο πόνος εδώ δεν χωρίζει, γίνεται έναυσμα υπέρβασης. 

Συγκρίνετε αυτή την ποιότητα λόγου με την αντίστοιχη των πολιτικών μας και βγάλτε τα συμπεράσματά σας!

4 Οκτ 2013

Το πιο ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα του κόσμου

Της Άννας Δαμιανίδη, από τους protagon.gr
Πήγα στην έκθεση του μεταπτυχιακού του γιου μου στην Πολεοδομία, στο UCL, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στη διεθνή κατάταξη. Οι περισσότεροι ξένοι φοιτητές είναι Κινέζοι, δεύτερη ξένη ομάδα είναι οι Έλληνες. Στο προπτυχιακό είναι λιγότεροι, αλλά πάλι σε μεγάλη αναλογία, όπως σε όλη τη Βρετανία. Είναι περίεργο πώς προσαρμόζονται σε ρυθμούς εντατικής δουλειάς, και το ευχαριστιούνται κιόλας, παιδιά που οι παλιοί συμμαθητές τους κλείνουν τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα «κατά της εντατικοποίησης». Ή, μάλλον, δεν είναι περίεργο. Στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη δυστυχία των νέων είναι η αδράνεια, και ξεφεύγοντας από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τη γλιτώνουν σε μεγάλο βαθμό.
Ναι, θα σας μιλήσω για τα παιδιά μου σήμερα, γιατί βαρέθηκα την υποκρισία. Το μεγαλύτερο παιδί μου τέλειωσε το Μετσόβιο κι έχασε ένα χρόνο λόγω καταλήψεων κι άλλον έναν επειδή δεν του αναγνώρισαν τα μαθήματα που έκανε στο Erasmus. Αρκετές φορές βρήκε τις μακέτες του κατεστραμμένες μέσα στην Αρχιτεκτονική, ακόμα και σχέδια στα κομπιούτερ χάθηκαν κάποια στιγμή, μαζί με τα κομπιούτερ. Το θέμα δεν είναι οι μακέτες του γιου μου, ή τα χρόνια που έχασε, είναι αυτά που χάνει το ΕΜΠ. Μαζί τα χάσανε, εν ολίγοις.
Με το μικρότερο αλλάξαμε τακτική. Από τη Β' Λυκείου πήγε στο Διεθνές Απολυτήριο, βρήκε την υγειά και τη χαρά του. Ήταν δυστυχής στο σχολείο, εκεί τον αλάλιασαν στη δουλειά και δεν παραπονέθηκε ποτέ. Από μέτριος μαθητής έγινε εξαιρετικός, πέρασε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Μπορεί να κοστίζει κάτι παραπάνω από την Κομοτηνή, ας πούμε, αλλά προσφέρει σοβαρές σπουδές, και κυρίως τη χαρά της δουλειάς, την υπέροχη κούραση της εκπαιδευτικής προόδου.
Όσο και να πιεστεί οικονομικά η μεσαία τάξη, το τελευταίο πράγμα που θα κόψει θα είναι το ιδιωτικό σχολείο των παιδιών. Όλη αυτή την ταλαιπωρία με τις απεργίες και τις καταλήψεις και την ανοργανωσιά την τραβάνε οι φτωχότεροι, που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Η αδικία αρχίζει από το Δημοτικό, με τις ώρες διδασκαλίας και άλλες λεπτομέρειες. Εξαιρετικοί δάσκαλοι, πολύ καλύτεροι απ' του καιρού μου, καταφέρνουν να είναι αναποτελεσματικοί γιατί δουλεύουν σα να βρίσκονται σε παράλληλους διαδρόμους με τα παιδιά, με το σχολείο, με τα ωράρια. Είναι πολύ παράξενο φαινόμενο, το οποίο ομολογώ σήμερα που λέμε αλήθειες, ότι αποφάσισα να μην το ξεδιαλύνω στην καμπούρα των παιδιών μου όταν το είχα αντιληφθεί, πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια. Τα πήρα και τα έστειλα σε ιδιωτικό, το οποίο λειτουργούσε τρεις ώρες παραπάνω την ημέρα, δεν έκλεινε όταν οι δάσκαλοι είχαν συνέλευση (στο θέμα αυτό τα σχολεία είναι σαν τα τρόλεϊ) κι είχε θυρωρό και επιστάτη. Διότι το πρόβλημα που συζητείται τώρα με τους σχολικούς φύλακες είχε δημιουργηθεί αφότου οι επιστάτες καταργήθηκαν για οικονομία από τη δεκαετία του '80. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ' αλεύρι, από τότε. Από κει και πέρα υπήρχαν ένα σωρό σχολικά προβλήματα με τα μαθήματα, με την ύλη, με τα συστήματα, αλλά τουλάχιστον υπήρχε η βάση, το σχολείο.
Όλο και περισσότερα παιδιά αυτή την τελευταία εικοσαετία έφευγαν έξω για σπουδές όχι επειδή δεν μπορούσαν να περάσουν στις Πανελλήνιες, αλλά επειδή είχε γίνει κατανοητό στη μεσαία τάξη ότι τα Πανεπιστήμια δεν λειτουργούν κανονικά. Η διαφορά της φοιτητικής ζωής στις ευρωπαϊκές και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες με την ελληνική είναι ακόμα πιο μεγάλη από τη διαφορά ιδιωτικού-δημοσίου σχολείου. Αλλά κι εδώ, με τα διαλυμένα σχολεία και τα διαλυμένα πανεπιστήμια η διαφορά είναι τεράστια ανάμεσα στα παιδιά φτωχών και πλουσίων οικογενειών. Ό,τι δεν καλύπτει το σχολείο ή το πανεπιστήμιο το καλύπτει η οικογένεια, είτε με το δικό της μορφωτικό δυναμικό στις μικρές ηλικίες, είτε με ιδιαίτερα μαθήματα και άλλες μεθόδους που ξέρουν οι ήδη μορφωμένοι γονείς στις μεγαλύτερες. Κάθε απεργία, κλείσιμο, κατάληψη, αδικεί τους ήδη αδικημένους. Εγκλωβίζει τους ήδη εγκλωβισμένους. Δεν πρέπει να υπάρχει στον κόσμο πιο ταξικό σύστημα με τόσο αντιταξικό προπέτασμα. Μεγαλόστομες αριστερές διακηρύξεις καταδικάζουν αυτούς που δεν έχουν τα μέσα να ξεφύγουν από το δημόσιο σχολείο να παραμείνουν για πάντα κατώτεροι απ' αυτούς που τα έχουν. Το σχολείο, ο θεσμός αυτός που υπάρχει για να δίνει ίσες ευκαιρίες, έχει καταντήσει να τις καταργεί. Και μάλιστα στο όνομά τους, δήθεν για τη δωρεάν παιδεία, δήθεν για το καλό των παιδιών. Σα να μην έχουν γνωρίσει οι δάσκαλοι και οι καθηγητές ούτε έναν πραγματικό μαθητή στη ζωή τους, να μην ξέρουν ποιοι θα είναι τα θύματα των αποφάσεών τους.
Αυτή τη στιγμή ανέβαλαν τις εγγραφές των πρωτοετών στα Πανεπιστήμια. Καλοσύνη τους κιόλας, έδωσαν παράταση ως τις 15 Νοεμβρίου. Δεν φτάνουν λέει οι διοικητικοί υπάλληλοι, και ζητάνε συγγνώμη από τα παιδιά, αλλά δεν θα μπορέσουν. Να πάω εγώ να τους βοηθήσω; Προσφέρομαι εθελοντικά. Τα παιδιά μου τα φυγάδευσα, αλλά ξέρω κάτι άλλα που δεν μπορώ να τα φυγαδεύσω. Παιδιά που κατάφεραν να περάσουν με κόπο και στερήσεις, νοίκιασαν σπίτι, τα τρώει η πλήξη και η αμηχανία. Έχουν ενοχές, βράζουν στις αμφιβολίες, μήπως να τα παρατήσουν και να πιάσουν δουλειά; Ξέρω και παιδιά μεταναστών που πέρασαν μετά από χρόνια προσπαθειών και περιμένουν να πάρουν βίζα για σπουδές ζώντας μακριά από τους γονείς τους. Αυτά τα παιδιά την πληρώνουν την επανάσταση των πρυτάνεων και των υπαλλήλων.
Το σχολείο καταργεί τον εαυτό του, το Πανεπιστήμιο χλευάζει όσους κατάφεραν να το πάρουν στα σοβαρά. Και την πληρώνουν οι φτωχοί. Ντρέπομαι ν' αντικρίσω παιδιά που γνωρίζω, που τους έκανα μάθημα, τα ενθάρρυνα να σπουδάσουν, τα έπεισα ότι το αξίζουν, τα είδα να προσπαθούν, νόμιζα ότι θα μπορούσαν να χαρούν την επιτυχία. Ντρέπομαι για λογαριασμό των ξεδιάντροπων ΑΕΙ μας.

29 Σεπ 2013

Με ποια στρατηγική θα αντιμετωπίσουμε τη Χρυσή Αυγή;

Ούτε συνταγματικό τόξο ούτε αντιμνημονιακό μπλοκ ούτε «διπλό δημοψήφισμα»
 Αντώνης Λιάκος
Η αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής χρειάζεται να είναι προσεκτική γιατί ενδέχεται να προκαλέσει απροσδόκητα αποτελέσματα που θα στραφούν σαν μπούμερανγκ εναντίον της δημοκρατίας. Η έως τώρα ανοχή ή η αδιαφορία απέναντι στη Χρυσή Αυγή, η έλλειψη ενός σαφούς ιδεολογικού μετώπου δεν πρέπει να οδηγήσει σε αποτελέσματα που θα έχουν ως συνέπειες αμφισβητούμενες συνταγματικές πράξεις. Με δυο λόγια, η αμέλεια δεν δικαιολογεί την πρεμούρα που παραβιάζει τυπικές διαδικασίες, ούτε η εγκληματική ιδεολογία και πράξη της Χ.Α. δικαιολογεί το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» εναντίον της. Ο κύβος έχει ριφθεί με τη σύλληψη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, το ζήτημα είναι η αποναζιστικοποίηση των μυαλών των οπαδών της. Η αποφασιστική μάχη εναντίον της Χρυσής Αυγής θα είναι πολιτική, όχι απλώς νομική. Η πολιτική ήττα της θα θωρακίσει τη δημοκρατία. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να κατέβουμε ένα ένα, και κατρακυλώντας, τα σκαλοπάτια της εκτροπής και μιας άγριας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης. Ο κίνδυνος δεν έχει παρέλθει. Χωρίς τον σχολαστικό σεβασμό του συντάγματος και της νομοθεσίας της δημοκρατίας, η υπεράσπιση του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» είναι προπέτασμα καπνού. Το ζήτημα αυτό απασχολεί τον κόσμο, τους συμπολίτες μας που μάχονται τον φασισμό καθημερινά, στο σχολείο, στους τόπους δουλειάς, στις γειτονιές. Αντιμετωπίζουν το δίλημμα: Θα πολεμήσουμε τη Χρυσή Αυγή με το συνταγματικό τόξο ή εμβαθύνοντας την αντιμνημονιακή πάλη; 
Καταρχήν αυτή η έννοια συνταγματικό τόξο είναι καθυστερημένο αντίγραφο από την Ιταλία και χρησιμοποιήθηκε για να αποκλείσει τους νεοφασίστες του M.S.I. και να περιγράψει τα κόμματα της Ιταλίας μετά τη συντριβή του Μουσσολίνι. Αυτή η δημοκρατία έγινε σκόνη από τα σκάνδαλα και οι νεο- ή μετα-φασίστες έγιναν συνεταίροι του Μπερλουσκόνι. Ο όρος έπαψε πλέον να χρησιμοποιείται ώσπου τον θυμηθήκαμε στην Ελλάδα. Πολλοί τον θεωρούν, ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, μέσα στη Ν.Δ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ., Σαμαράς και Βενιζέλος επιδιώκουν μια δημοκρατική αναβάπτιση.
 Είναι εμφανής ο εργαλειακός τρόπος με τον οποίο ο Βενιζέλος χρησιμοποιεί το συνταγματικό τόξο παράλληλα με τη θεωρία των δύο άκρων, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν πρόκειται για δύο έννοιες που ορίζουν εντελώς διαφορετικά την πολιτική γεωγραφία, δηλαδή δύο έννοιες αλληλοαποκλειόμενες από την άποψη αυτή. Σύμφωνα με τη θεωρία των δύο άκρων, όσοι διαμαρτύρονται για την πολιτική των μνημονίων είναι λαϊκιστές της Αριστεράς ή της Δεξιάς. Σύμφωνα με τη θεωρία του συνταγματικού τόξου, η Αριστερά οφείλει να υποστείλει την αντίθεση στο μνημόνιο και να ενταχθεί σε ένα σχήμα το οποίο καθοδηγείται από την κυβέρνηση (η πρόταση για κοινούς υποψηφίους σε ενδεχόμενες εκλογές στις κενές έδρες της Χ.Α.). Ρωτούν: Μα δεν είναι μείζον κακό ο ναζισμός σε σχέση με το μνημόνιο; Ένα ερώτημα όχι χωρίς σκοπιμότητες.
Ο ναζισμός στην Ελλάδα δεν προέκυψε μόνο επειδή υπήρχε πάντοτε ένα αντιδραστικό μπλοκ δυνάμεων. Θα μπορούσε μια χαρά το αντιδραστικό αυτό μπλοκ να το εκφράσει ο ΛΑ.Ο.Σ., ο Χρύσανθος και ο Φαήλος. Το ερώτημα είναι γιατί ριζοσπαστικοποιήθηκε και απέκτησε έρεισμα η Άκρα Δεξιά; Γιατί δεν εμφανίστηκε ο ναζισμός όσο τα δύο κόμματα της Δεξιάς, η Ν.Δ. και ο ΛΑ.Ο.Σ., ήταν εναντίον του μνημονίου; Το πέρασμα της Δεξιάς με το μνημόνιο, που βιώθηκε από τον κόσμο της ως προδοσία, ήταν η μεγάλη τομή για την εκτόξευση της επιρροής της Χ.Α. Η ανεργία και η ανέχεια πλήττει εξίσου και τον κόσμο που δίνει την υποστήριξή του στη Χρυσή Αυγή και εκεί μπορεί να εκφράζει την οργή του αδιαμεσολάβητη από την πολιτική σκέψη και ταυτόχρονα τον ρατσισμό του. Πάνω σε αυτή την οργή («όλοι είναι ίδιοι», «κρεμάστε τους κλέφτες», «φταίνε οι ξένοι για την ανεργία») αναπτύσσεται η Χρυσή Αυγή και την καλλιεργεί προσφέροντάς της διέξοδο στη βία, καθώς και την καταστροφική ουτοπία μιας κοινωνίας με φυλετική καθαρότητα, αντριλίκι, τσαμπουκά, στρατιωτική τάξη.
Άρα δεν μπορείς να κάνεις αντιφασισμό χωρίς την κριτική και την πολεμική στις κοινωνικές αιτίες που τον έθρεψαν. Θα ήταν καταστροφικό να αφήσεις την οργή να τη μονοπωλούν οι ναζιστές και να συντάσσεσαι με όλους αυτούς που στην ψύχρα υποστήριξαν την κοινωνική καταστροφή και επιδίδονται στη μεγάλη ληστεία του δημόσιου πλούτου και των λαϊκών εισοδημάτων, παραβιάζοντας ουσιαστικά τους κανόνες της δημοκρατίας. Δεν μπορείς να απομονώσεις τον φασισμό από το κοινωνικό του περιεχόμενο και να πεις ότι είναι μόνο εγκληματική οργάνωση. Είναι σαν να αφοπλίζεις και να ξεδοντιάζεις το αντιφασιστικό μέτωπο. Η θεωρία του συνταγματικού τόξου αποσκοπεί στο να απο-ριζοσπαστικοποιήσει το αντιφασιστικό μέτωπο. Τελικά, πολλοί, που έχουν επαφή με λαϊκό κόσμο, καταλαβαίνουν ότι η συμπαράταξη αυτή έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει. Χαρίζει περισσότερη λαϊκή επιρροή στους φασίστες απ’ όση υποτίθεται ότι τους αφαιρεί με την επίκληση της ενότητας με πρόσωπα και κόμματα που τα θεωρεί υπεύθυνα για τη σημερινή καταστροφή, και τα οποία, στο κάτω κάτω, ενέχονται επανειλημμένα σε ουσιαστικές παραβιάσεις των κανόνων της δημοκρατίας.
Από την άλλη μεριά όμως, το διπλό μέτωπο («διπλό δημοψήφισμα» το ονόμασε ο Παπαδημούλης) και εναντίον της Χρυσής Αυγής και εναντίον του Μνημονίου είναι επίσης προβληματικό. Ούτε το μνημονιακό μέτωπο ούτε το αντιμνημονιακό είναι συμπαγή μέτωπα. Στο πρώτο υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να επωφεληθούν από την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου, την εκπτώχευση των πολιτών και τη διάλυση κάθε εργασιακής συλλογικότητας. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που συντάχτηκαν με το μνημόνιο για να μη διακινδυνεύσουν έξοδο από το ευρώ, ή νομίζοντας ότι θα διαφυλάξουν τη νομισματική σταθερότητα και τα ολίγα κεκτημένα, τη μικροεπιχείρηση, τις καταθέσεις μιας ζωής και τη σύνταξη, έστω κι αν μειώνεται. Αυτοί που δεν θέλουν να ρισκάρουν, οι συντηρητικοί συμπολίτες μας. Δεν μπαίνουν σαφώς όλοι στο ίδιο καλάθι των μνημονιακών και, με δυο λόγια, όσα λάθη κι αν διέπραξε, ο Κουβέλης δεν είναι Βενιζέλος. Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι και το αντιμνημονιακό στρατόπεδο έχει μεγάλες και βαθιές αντιθέσεις. Και η Χρυσή Αυγή στο στρατόπεδο αυτό έχει κατασκηνώσει και από τον αντιμνημονιακό κόσμο παίρνει ψήφους, και στην αντιμνημονιακή οργή ποντάρει. Και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, αυτός ο κοσμάκης της λαϊκής Δεξιάς με τη μυθολογία και τις γραφικότητές τους, στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο κατοικοεδρεύουν. Δεν πρέπει να τους περιφρονούμε, αλλά πέραν της αντίθεσης στο μνημόνιο δεν υπάρχει και πολύ έδαφος για συμφωνίες.
Επομένως, πρέπει να είναι σαφές ότι αν περιοριστεί ο αντιφασιστικός αγώνας μόνο στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο αφορά μόνο εμάς και τους φίλους μας. Μπορεί να αισθανόμαστε μια χαρά μεταξύ μας, αλλά αυτό στενεύει απελπιστικά το μέτωπο εναντίον της Χ.Α., και ακόμη αφαιρεί διαπιστευτήρια από την Αριστερά γιατί την εμφανίζει, την κρίσιμη στιγμή, περιχαρακωμένη στις εμμονές της, μνησίκακη, ή να επιδιώκει να εκμεταλλευτεί μείζονα ζητήματα για να προωθήσει κομματικά οφέλη, ή τέλος ανέμελη στον παρεΐστικο ναρκισσισμό της.
Επομένως; Ούτε συνταγματικό τόξο ούτε αντιμνημονιακό μπλοκ ούτε «διπλό δημοψήφισμα». Τι πρέπει να κάνουμε; Πώς χαράζει κανείς πολιτική γραμμή μέσα από δύο διαφορετικούς πολιτικούς χάρτες που συνεπάγονται αυτά τα δύο σχήματα; Αυτή είναι μία μείζων πρόκληση, και η πολιτική μαστοριά και ικανότητα κερδίζεται ακριβώς όταν έχεις να διαχειριστείς όχι ένα αλλά δύο διασταυρούμενα διλήμματα.
Προφανώς δεν έχω σκοπό να χαράξω καμιά πολιτική γραμμή, απλώς γράφω τις σκέψεις μου, και μάλιστα από κάποια απόσταση. Έχω υποστηρίξει όμως (στο άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, «Για ένα μεταμνημονιακό εμείς») ότι έχουμε μπει σε μια νέα εποχή. Τα μνημόνια όπου να ’ναι λήγουν. Μια νέα πολιτική κατάσταση έχει εγκαθιδρυθεί. Στην καινούρια εποχή πρέπει να κινηθούμε με θετικά πρόσημα. Όχι ρεσάλτο αλλά ήρεμη δύναμη. Όχι ολομέτωπες αλλά τραβέρσο. Η αποτυχία της κινητοποίησης των εκπαιδευτικών κάτι πρέπει να μας πει. Επομένως πρέπει να κινηθούμε με βάση ένα σχέδιο θετικών προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας. Προτάσσοντας το τι θέλουμε πάνω στο τι δεν θέλουμε. Η δημιουργία ενός μεγάλου μεταμνημονιακού Εμείς που επιδιώκει προοδευτικές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία και την οικονομία, σαφώς εντάσσει την αντιμετώπιση της Χ.Α. και του ναζισμού στην υπεράσπιση της δημοκρατίας. Στην υπεράσπιση των θεσμών και από τις παράπλευρες συνέπειες της δίωξης της Χ.Α. και από τις συνεχείς παραβιάσεις και τη ρευστοποίηση του Συντάγματος τα τελευταία τρία χρόνια. Χρειάζεται επίσης η αξιοπιστία της υπεράσπισης της δημοκρατίας να μην υπονομεύεται από την έλλειψη σαφών γραμμών προς τη βία που, λιγότερο τώρα από τις προηγούμενες εποχές, ξεφυτρώνει αριστερότερα.
Χρειάζεται με λίγα λόγια η επεξεργασία μιας σύνθετης πολιτικής πρότασης που δεν μπαίνει σε διλήμματα που άλλοι έχουν επιλέξει, αλλά παίρνει την πρωτοβουλία να χαράξει η ίδια μια νέα πολιτική γεωγραφία και να βάλει με τον δικό της τρόπο διλήμματα στους άλλους.
Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό Χρόνος.

26 Σεπ 2013

Μερκελισμός


Του Κώστα Μποτόπουλου, από τη μεταρρύθμιση
Από όποια πλευρά και να τη δει κανείς, η πρόσφατη εκλογική επίδοση της κυρίας Μέρκελ είναι ένας θρίαμβος. Από τα μεγαλύτερα σκορ στην ιστορία του κόμματος της, με τη μεγαλύτερη διαφορά από τους αντιπάλους της, σε μια καμπάνια περιστρεφόμενη σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το άτομο της, σε εποχή πανευρωπαϊκής απόρριψης των ηγεσιών και μετά από ήδη οκτώ χρόνια στην εξουσία: είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη αποδοχή και νομιμοποίηση.

Συγχρόνως, όμως, αυτός ο εκλογικός θρίαμβος αποτελεί και πανωλεθρία της πολιτικής. Γιατί την αποδοχή και τη νομιμοποίηση αυτή την κέρδισε ένας πολιτικός που απλώς υποσχέθηκε σταθερότητα, κανονικότητα και ατομικότητα στη χώρα του σε βάρος των αναγκαίων αλλαγών και της επίδειξης τόλμης και φαντασίας που απαιτεί η συγκυρία αλλά και η Ιστορία. Μια πανίσχυρη Γερμανία σε μια όλο και πιο αδύναμη Ευρώπη δεν μπορεί παρά να σημάνει παρακμή για την Ευρώπη, αλλά και για τη Γερμανία. Χρόνια στο κουρμπέτι, η κυρία Μέρκελ το ξέρει αυτό. Δεν την αφήνει να το πει και να το κάνει πράξη όχι ο περίφημος «πραγματισμός» της, που θα ήταν καλό πράγμα αν στηριζόταν σε ένα μίνιμουμ αυτογνωσίας και ιστορικότητας, αλλά ο καλά καλυμμένος κυνισμός εκείνου που νομίζει ότι γεννήθηκε για να δίνει μαθήματα.

Ενισχυμένη, χωρίς εσωτερικούς αντιπάλους και χωρίς διεθνείς ανταγωνιστές στα μέτρα της, η κυρία Μέρκελ θα συνεχίσει να δίνει μαθήματα. Θα τα ονομάζει «σοβαρότητα» και «συνέπεια» και δεν θα έχει τελείως άδικο. Θα συνεχίσει, όμως, να καλύπτει πίσω από αυτές τις έννοιες την έλλειψη όχι ιδεολογίας, που μπορεί και να μην είναι πάντα απαραίτητη, αλλά αρχών, που αποτελούν –ή θα έπρεπε να αποτελούν- τη ραχοκοκαλιά κάθε πολιτικής δράσης. Μια Καγκελάριος που «προστάτεψε» τη χώρα της, δηλαδή την οικονομία της, αλλά συνέθλιψε το κοινό θεμέλιο του ευρωπαϊκού σχεδίου, μπορεί άραγε να περάσει στην Ιστορία ως μεγάλος ηγέτης;

Ως νικητής, μπορεί –εξαρτάται από τη συγκυρία, από το πόσο γρήγορα θα πιάσει τη Γερμανία ο κύκλος της γήρανσης της, της αποκοπής και της σιγουριάς της. Ως ηγέτης, θεωρώ πως όχι, όσο και αν η προχτεσινή της νίκη της δίνει το δικαίωμα να το πιστεύει –καθώς και σε όσους βλέπουν την πολιτική μόνο μέσα από το εκλογικό αποτέλεσμα ή μοιράζονται τη δική της αντίληψη για τη δύναμη της ακινησίας. Είναι οι ίδιοι βέβαια που θα αλλάξουν πρώτοι γνώμη και θα μιλήσουν για έλλειψη «οράματος» μόλις κάτι στραβώσει στην καλογυαλισμένη μηχανή που δεν είναι φτιαγμένη για δρόμους με λακκούβες. Και λακκούβες θα υπάρξουν, σύντομα, πολλές: λέγονται γύρισμα του κύκλου ή της τύχης, έκρηξη κάπου εκεί δίπλα, απίσχναση από τη μη ανάληψη ευθύνης, κούραση από το μονόδρομο, ξύπνημα της αίσθησης καθήκοντος και άλλων δυνάμεων. Τότε θα φανεί πραγματικά από τι μέταλλο είναι φτιαγμένη η Καγκελάριος που έπαιρνε τις ιδέες των αντιπάλων τους για να τους –και να τις- εξουδετερώσει, που «έσωζε» την Ευρώπη αφαιρώντας τη μεγάλη της ιδιαιτερότητα, το πέταγμα πάνω από τους εθνικούς εγωισμούς.

22 Σεπ 2013

Η Χρυσή Αυγή είναι το σύμπτωμα, το πρόβλημα είναι η πολιτική βία


του Πέτρου Παπασαραντόπουλουαπό τη Μακεδονία (Αναδημοσίευση από το Blog, "μη μαδάς τη μαργαρίτα")
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι την τελευταία διετία στη χώρα διεξάγεται ένας εμφύλιος χαμηλής έντασης, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ο φερόμενος ως δράστης (που ομολόγησε την ενοχή του) είναι μέλος της Χρυσής Αυγής. Εργάτης στην ιχθυόσκαλα του Πειραιά, φτωχοδιάβολος. Έως πρόσφατα υποστηρικτής κόμματος από τον αντίθετο πολιτικό χώρο. Επίσης δεν είναι κάποιο ειδεχθές τέρας. Ο χρυσαυγίτης της διπλανής πόρτας. Η περίπτωσή του δείχνει πόσο διεισδυτική είναι η διαπίστωση της Χάνα Άρεντ για την “κοινοτοπία του κακού”, για το πώς συνηθισμένοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν εγκλήματα, όταν “εκτελούν εντολές”.
Με αφορμή αυτό το γεγονός άρχισε ξανά η συζήτηση για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η Χρυσή Αυγή. Ας διευκρινίσουμε ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι παροδικό φαινόμενο. Ήρθε, για να μείνει. Η αντιμετώπισή της δεν πρέπει να είναι επιπόλαια και παρορμητική. Απαιτεί σοβαρό σχεδιασμό και μακροχρόνια στρατηγική. Πολλοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να τεθεί εκτός νόμου. Υπάρχει σειρά επιχειρημάτων, νομικών και πολιτικών, για το ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και ότι, ακόμη κι αν αποφασιστεί, θα είναι ατελέσφορο. Η σχετική νομική επιχειρηματολογία, όπως την έχουν διατυπώσει ο Νίκος Αλιβιζάτος και πολλοί άλλοι νομικοί, είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Παράλληλα η πολιτική διάσταση μιας τέτοιας απαγόρευσης μας υποχρεώνει να σκεφτούμε εάν θα είναι στοιχειωδώς αποτελεσματική. Μάλλον όχι, δεδομένου ότι το πρόβλημα της Χρυσής Αυγής έχει βαθύτατες πολιτικές, κοινωνικές και ανθρωπολογικές ρίζες, που είναι αδύνατο να εξαλειφθούν “με ένα άρθρο, έναν νόμο”. Μόνον εάν προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα αίτια της ανόδου του ακροδεξιού εξτρεμισμού, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το πρόβλημα. Αλλιώς θα δίνουμε ασπιρίνες στον ασθενή, που έχει υψηλό πυρετό, και θα αδιαφορούμε για τα αίτια του πυρετού.
Φυσικά και η ασπιρίνη είναι απαραίτητη. Σε αυτή τη λογική είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν με παραδειγματική αυστηρότητα συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις της Χρυσής Αυγής τόσο με την υφιστάμενη νομοθεσία όσο και με την επείγουσα ψήφιση ενός νόμου με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ
Πέρα όμως από το σύμπτωμα της Χρυσής Αυγής πρέπει να ασχοληθούμε σοβαρά με τη ρίζα του προβλήματος, τη γενεσιουργό του αιτία. Πρέπει να βρούμε και να ξεριζώσουμε τον προνομιακό βιότοπο που δημιουργεί το εύφορο έδαφος για τον πολιτικό εξτρεμισμό της Χρυσής Αυγής.
Έχω υποστηρίξει ότι ο λόγος για τον οποίο η Χρυσή Αυγή έχει βρει εύφορο έδαφος στην ελληνική κοινωνία είναι η κοινωνική αποδοχή και νομιμοποίηση της πολιτικής βίας. Μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ίσως και πλειοψηφικό, όπως έχουν δείξει πολλές δημοσκοπήσεις, εγκρίνει και δικαιολογεί την πολιτική βία. Πολύ συχνά την κωδικοποιεί σε “καλή” και “κακή” βία, ανάλογα με τις πολιτικές προδιαθέσεις της. Πολλοί αναλυτές, όπως πρόσφατα ο Δημήτρης Ψυχογιός, έχουν επιχειρήσει να εξηγήσουν αυτήν την πλειοψηφική αποδοχή της κουλτούρας της βίας στην ελληνική κοινωνία. Η εξήγηση δεν είναι μονοδιάστατη και σίγουρα πρέπει να διερευνηθεί περισσότερο. Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η αποδοχή διαπερνά οριζοντίως την ελληνική κοινωνία. Τέμνει την παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς και δημιουργεί ένα νέο πολιτικό υβρίδιο, εκείνους που πιστεύουν ότι η λύση στα προβλήματα της χώρας είναι η τυφλή βία.
Υπάρχει η εύκολη εξήγηση, την οποία διακινούν ανεύθυνοι δημαγωγοί, ότι η ροπή προς τη βία είναι αποτέλεσμα της κρίσης και του μνημονίου. Για κάποιον που θέλει να σκέπτεται λίγο ευρύτερα, εάν είχε βάση αυτός ο ισχυρισμός, τότε παρόμοια φαινόμενα θα έπρεπε να είχαν εμφανιστεί και σε άλλες χώρες σε κρίση ή και με μνημόνιο, όπως η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Ισπανία. Όμως πουθενά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
Η κρίση έφερε στην επιφάνεια χρόνιες παθολογίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Η βαθιά εδραιωμένη πεποίθηση περί “έθνους ανάδελφου”, η βεβαιότητα ότι είμαστε τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας, όπως είναι ο εύστοχος τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Κώστα Κωστή, η εκ του ασφαλούς ριζοσπαστικοποίηση μετά τη μεταπολίτευση του 1974 και η εμμονική μανία καταδίωξης, ότι όλοι οι ξένοι επιβουλεύονται το υπερήφανο και μοναδικό έθνος των Ελλήνων, οδήγησαν σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, δυστυχώς όχι μόνον το λούμπεν, στη φενάκη της πολιτικής βίας. Παράλληλα ο σταδιακός εθισμός στην ανοχή της πολιτικής βίας για δεκαετίες, που προήλθε κυρίως από την άκρα αριστερά, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την όξυνση του φαινομένου.

ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ
Είναι καθήκον και υποχρέωση εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που πιστεύουν στο δημοκρατικό πολίτευμα να αναλάβουν γενναίες πολιτικές πρωτοβουλίες. Το τέρας της πολιτικής βίας, εάν δεν χτυπηθεί στη ρίζα του, απειλεί να κατασπαράξει την ελληνική κοινωνία. Εάν δεν συμφωνήσουμε ότι στις νεωτερικές κοινωνίες οι πολίτες έχουν εκχωρήσει με την ελεύθερη βούλησή τους το μονοπώλιο της έννομης βίας στο κράτος και ότι διαρκώς το ελέγχουν για το εάν το χρησιμοποιεί σωστά, τότε η διάλυση του κοινωνικού ιστού θα έχει συντελεστεί ανεπανόρθωτα και τελεσίδικα.
Ονειρεύομαι την ημέρα που σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας θα οργανωθούν -από τα “πάνω” ή από τα “κάτω” με αφήνει αδιάφορο- μεγάλες συγκεντρώσεις με ένα και μοναδικό σύνθημα: Όχι στη βία. Χωρίς αλλά, αστερίσκους και υποσημειώσεις. Συγκεντρώσεις χωρίς κομματικά πανό, όπου θα είναι δίπλα, δίπλα υποστηρικτές της Νέας Δημοκρατίας, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ, των Ανεξάρτητων Ελλήνων, της ΔΗΜΑΡ, ανέντακτοι φιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες και συντηρητικοί πολίτες, υποστηρικτές των μικρότερων κομμάτων που δεν αντιπροσωπεύονται στο κοινοβούλιο και απλοί πολίτες, που θα αποφασίσουν ότι το κοινό μας σπίτι πρέπει να περιφρουρηθεί από εκείνους που θέλουν να το κάψουν, για να επιβάλουν με ολοκληρωτικό τρόπο τις δικές τους ιδέες. Ακούγεται ουτοπικό, αλλά είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή αυτής της χώρας για τη ριζική αντιμετώπιση του φαινομένου.
Εάν σώσουμε το κοινό μας σπίτι, τότε μπορούμε να μαλώνουμε, όσο θέλουμε, προτείνοντας ο καθένας τη λύση που θεωρεί σωστή. Τότε αυτή η χώρα θα έχει αποκτήσει επιτέλους ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, θα έχει ενηλικιωθεί πολιτικά. Οι ιδιώτες θα έχουν γίνει πολίτες και θα αντιμετωπίσουμε την κρίση με μία άλλη ματιά, με μία διαφορετική αυτογνωσία, χωρίς εύκολους λαϊκισμούς και βολικούς μύθους.
Τότε και η Χρυσή Αυγή θα είναι οριστικά και αμετάκλητα ένα εφιαλτικό παρελθόν.
Έλεγα κάποτε, το αίμα
φέρνει το αίμα κι άλλο αίμα-
το πήραν για παράσταση σαλτιμπάγκων,
άχρηστα παραμύθια.
Γιώργος Σεφέρης

20 Σεπ 2013

Η αυταπάτη ότι η Ελλάδα θα σωθεί χωρίς τίποτα να αλλάξει, είναι απλώς ο αργός θάνατος που ζούμε μέχρι τώρα

Ο
τίτλος «Σκοτώνουν την Αμυντική Βιομηχανία» θα ήταν ίσως το καλύτερο αστείο του φθινοπώρου. Μια αριστερά που δίνει αγώνες για τη βιομηχανία όπλων μόνο ελληνική θα μπορούσε να ήταν. Ευτυχώς δεν έχουμε βιομηχανία όπλων. Κάτι σφαίρες αγοράζαμε κάποτε από το φίλο Μιλόσεβιτς και τις βάφαμε γαλανόλευκες. Η αμυντική μας βιομηχανία δικάζεται αυτή τη στιγμή στο εφετείο μαζί με τον Άκη. Αυτά που κυρίως παρήγαγε, ήταν μίζες.

Είναι πολύ βολικό τώρα να μιλάμε για εξοπλιστικά σκάνδαλα. Να μιλάμε για τον Άκη αλλά όχι για τη βιομηχανία πολεμικού κλίματος, τις θεωρίες συνωμοσίας, την ιδεολογία του περιτριγυρισμένου από εχθρούς έθνους που δίνει διαρκείς αγώνες για να περιφρουρήσει τα ιερά και τα όσια. Αυτή δηλαδή τη διακομματικά στημένη μηχανή που δικαιολογούσε την αχόρταγη ανάγκη για πάντα περισσότερους εξοπλισμούς, τους περισσότερους αναλογικά στον κόσμο, και συνακόλουθα για συμβάσεις του αιώνα και μίζες της χιλιετίας. Αυτά έχουν ξεχαστεί. Οι εχθροί είναι πάντα χρήσιμοι για να κινείται το χρήμα, τώρα υπάρχουν οι Γερμανοί για να στηθεί το εμπόριο πατρίδας.
Αυτό που υπερασπίζεται το μέτωπο της καθυστέρησης είναι απλώς δύο κατακαημένες, χρεοκοπημένες εδώ και χρόνια κρατικές επιχειρήσεις, ίδιες με δεκάδες άλλες. Κι άλλη μια μεταλλευτική, ο ακριβότερος παραγωγός νικελίου στον κόσμο, όπως έχει ονομαστεί, γιατί παράγει ένα προϊόν πολύ ακριβότερα απ’ ό,τι το πουλάει. Παράγει, δηλαδή, ζημιές. Αυτές έχει βάλει στο μάτι ο νεοφιλελευθερισμός, η τρόικα, οι Γερμανοί, οι Ευρωπαίοι. Όμως οι φύλακες αγρυπνούν, το «ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας» δεν θα περάσει.
Επιχειρήσεις με τζίρο 7 εκατομμυρίων, όσο μια ταβέρνα, αλλά με 100άδες εργαζόμενους. Επιχειρήσεις με ζημιές δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο, με 100άδες εκατομμύρια χρέη και με δισεκατομμύρια κρατικές επιδοτήσεις. Στη μία μόνο απ’ αυτές, η κρατική επιδότηση ξεπερνάει το 1,1 δις. Τα χρέη μιας άλλης στη ΔΕΗ μόνο φτάνουν τα 170 εκατομμύρια. Δηλαδή αυτά τα χρόνια πληρώσαμε μόνο γι’ αυτές τις 3 επιχειρήσεις, από τις δεκάδες παρόμοιες, ένα «χαράτσι» για τα ακίνητα. Όμως κανένα κόμμα, κανένα μέσο ενημέρωσης δεν το λέει αυτό. Λέμε ότι η τρόικα «επιβάλλει χαράτσια». Στη μία απ’ αυτές απολύθηκε πέρυσι ο διευθύνων σύμβουλος γιατί, όχι απλώς δεν έγιναν στην εταιρεία οι μειώσεις που επιβλήθηκαν σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, αλλά αντιθέτως δόθηκαν και αυξήσεις. Στην άλλη απολύθηκε πρόσφατα ο επικεφαλής, γιατί είχε δηλώσει πλαστό πτυχίο. Αυτές οι επιχειρήσεις έπρεπε να είχαν κλείσει ή πουληθεί αν τις αγόραζε κανένας, όχι σήμερα, αλλά από την πρώτη μέρα της χρεοκοπίας, από τον Μάιο του 2010. Και το πολύ πολύ η αντιπολίτευση να ζητούσε να μην απολυθούν οι εργαζόμενοι, να μετατεθούν κάπου αλλού.
Όμως 4 χρόνια και πολλές 100άδες εκατομμύρια μετά, συζητάμε ακόμα για την τύχη τους. Πατριώτες και υπερασπιστές της «δημόσιας» περιουσίας δίνουν μάχες. Υπερασπίζονται τον κρατισμό, το πελατειακό κράτος, τη λεηλασία. Κατηγορώντας πάντα τους Ευρωπαίους. Θέλουν να μας βάζουν φόρους. Γιατί είναι σαδιστές και μας ζηλεύουν. Όχι για να πληρώνουμε τα ελλείμματα των χρεοκοπημένων ΔΕΚΟ.
Κατά έναν περίεργο αλλά όχι ανεξήγητο τρόπο, θα ζήσουμε πάλι μέρες του 2010 και του 2011. Μετά από ένα καλοκαίρι σχετικής ηρεμίας, μπήκαμε απότομα ξανά σε μια περίοδο έντασης, με προπηλακισμούς, βιαιότητες και παράλυση του κρατικού μηχανισμού. Όπως ακριβώς είχε προαναγγελθεί από τα ΜΜΕ.
Η στρατηγική της Έντασης είναι οργανωμένη και κατασκευασμένη. Η ατμόσφαιρα δεν είναι και η χειρότερη των τελευταίων χρόνων. Το αντίθετο, μετά από ένα καλοκαίρι αυξημένου τουρισμού, χρήμα εισέρευσε στη χώρα, μειώθηκε ο ΦΠΑ στην εστίαση, η ύφεση υποχωρεί με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι υπολόγιζε ακόμα και η τρόικα. Αυτό που έχει συμβεί είναι ότι επαληθεύονται όλες οι λογικές προβλέψεις, αυτές που έλεγαν από την αρχή ότι η χώρα δεν μπορεί να σωθεί αν δεν αλλάξει ριζικά, αν δεν αντιμετωπίσει το ληστρικό και χρεοκοπημένο σύστημα του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων.
Το σύστημα εξουσίας όλα αυτά τα χρόνια κάνοντας καθυστέρηση μπόρεσε να μοιράσει τα βάρη οριζόντια και άδικα στην κοινωνία. Τα βίαια επεισόδια του 2010 και 2011 αυτό το στόχο είχαν: Να δείξουν ότι ο παρασιτισμός είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει και να ρίξουν τα βάρη στα ασθενέστερα στρώματα. Μόλις σιγουρεύτηκαν ότι οι δομές της χρεοκοπίας θα μείνουν άθικτες, ότι τα βάρη θα μεταφερθούν στον ιδιωτικό τομέα, δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν, 1 εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους, δεκάδες νέοι φόροι επιβλήθηκαν παντού. Ήσυχα και στωικά. Όμως η κατάσταση είναι πάλι αδιέξοδη. Μπορεί τα ελλείμματα να μειώθηκαν, σχεδόν να εκμηδενίστηκαν, αλλά η ισορροπία δεν είναι βιώσιμη. Οι έκτακτοι φόροι δεν μπορεί να γίνουν μόνιμοι, ήδη εκποιούμε τις αποταμιεύσεις για να πληρώνουμε φόρους με τους οποίους συντηρούμε ένα κράτος που αρνείται να μειώσει τη γραφειοκρατία, να γίνει παραγωγικό. Νέα χρηματοδοτικά κενά εμφανίζονται στον ορίζοντα.
Καθώς η κοινωνία έχει εξαντληθεί, γίνεται φανερό ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος απ’ αυτόν που έπρεπε να είχαμε πάρει από την αρχή. Δεν γίνεται να πληρώνουμε ακόμα χρεοκοπημένες κρατικές επιχειρήσεις για να κάνουν τα κόμματα τους επιχειρηματίες. Δεν μπορούμε να πληρώνουμε χιλιάδες άχρηστους οργανισμούς για να βολεύονται οι κρατικοί στρατοί. Δεν γίνεται σε κάθε απογραφή να βγάζουμε κι άλλες δεκάδες χιλιάδες παράνομα ασφαλιστικά βιβλιάρια, πλαστές συντάξεις, ανοιχτομάτηδες τυφλούς που παίρνουν αναπηρικά επιδόματα. Δεν γίνεται να δουλεύει το δημόσιο χωρίς αξιολόγηση για να διασωθούν οι αργόσχολοι πελάτες των κομμάτων. Δεν γίνεται να υπάρχουν ελλείψεις σε τομείς και πλεόνασμα σε άλλους, και ο κρατικός συνδικαλισμός να αρνείται τις μεταθέσεις. Πρέπει κάποια στιγμή το δημόσιο να γίνει πάλι εργασία και όχι κομματική ανταμοιβή. Πρέπει δηλαδή ν’ αρχίσουμε από εκεί που έπρεπε να είχαμε αρχίσει το 2010. Αναγκαστικά. Και γι’ αυτό, ο παρασιτισμός είναι πάλι στις επάλξεις, προσπαθεί να επιβάλει καθεστώς εμφυλίου. Μόλις η προσοχή στράφηκε πάλι στο «βαθύ κράτος» άρχισαν προπηλακισμοί, προτροπές για λιντσάρισμα, παραστρατιωτικές ομάδες, βία και ένταση ξανά στους δρόμους.
Πατριώτες της δραχμής, επαγγελματίες επαναστάτες, πλιατσικολόγοι των δημόσιων ταμείων, προτιμούν να σύρουν τη χώρα σε τριτοκοσμικές περιπέτειες παρά να προσαρμοστούν. Όπως φαίνεται, αυτή τη μάχη δεν θα μπορέσουμε να την αποφύγουμε.
Η αυταπάτη ότι η Ελλάδα θα σωθεί χωρίς τίποτα να αλλάξει, είναι απλώς ο αργός θάνατος που ζούμε μέχρι τώρα.
Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice.gr

18 Σεπ 2013

Ξεκίνησε ο εμφύλιος χαμηλής έντασης;

Tου Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη, από τον athina984
Η εν ψυχρώ δολοφονία ενός νέου ανθρώπου από ομάδες μαχαιροβγαλτών της Χ.Α. χθες το βράδυ στην Αμφιάλη του Πειραιά, σηματοδοτεί το νέο στάδιο στο οποίο έχει περάσει η δράση αυτής της παρακρατικής συμμορίας τόσο στο κέντρο της Αθήνας όσο και στις γειτονιές της Αττικής.
Την στιγμή που σωριαζόταν νεκρός ο Παύλος Φύσσας, εξαντλήθηκε και το ελάχιστο πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης ως προς τη στάση της έναντι της Χ.Α. Από σήμερα και μετά τίποτα δεν θα είναι το ίδιο πια στη χώρα.
Το πρώτο αίμα κύλησε και η ευθύνη βαραίνει κατά σειρά τους εκλογείς που ψήφισαν και υποστηρίζουν τη Χ.Α. ανεξάρτητα από τους λόγους ή τα κίνητρα που το κάνουν, την κυβέρνηση για την ανοχή που επιδεικνύει όχι μόνο απέναντι στις πολιτικές προκλήσεις της Χ.Α. αλλά και στις καθαρά ποινικά ελέγξιμες συμπεριφορές των μελών και στελεχών της, αλλά και όλους εκείνους που εδώ και καιρό ομνύουν στη λατρεία του αίματος.
Ως προς τη κυβέρνηση βαριές ευθύνες φέρουν ο πρωθυπουργός της χώρας που για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ανέχεται μέσα στο κόμμα του αντιλήψεις όπως αυτές που διατύπωσε πχ. ο Βύρων Πολύδωρας προσφάτως. Ευθύνες βαριές πέφτουν και στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη για την ολιγωρία της ΕΛΑΣ, αλλά και για τις συμπάθειες προς τη Χ.Α. που επιδεικνύει ένα ευάριθμο τμήμα των υφισταμένων του. Η κάθαρση του σώματος της ΕΛΑΣ από τους οπαδούς των ναζί θα πρέπει να γίνει άμεσα, γρήγορα και αποτελεσματικά. Τέλος, βαρύτατες ευθύνες πέφτουν και στον υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος, επιτέλους, θα πρέπει να θέσει σε κίνηση τον αργό μηχανισμό της δικαιοσύνης και να επιληφθούν άμεσα σωρεία εγκληματικών συμπεριφορών που διαπράττουν τα μέλη και τα στελέχη της Χ.Α και που μέχρι στιγμής παραμένουν στις καλένδες των δικαστηρίων.
Η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Εδώ και 3 χρόνια ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, βρίσκεται εν εξάλλω καταστάση υμνώντας τη βία ως μέσο επίλυσης πολιτικών διαφορών. Γαλουχημένη στη βία, ζώντας με τη βία, θεωρώντας τη βία αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής αντιπαράθεσης, η ελληνική κοινωνία είδε να περνούν από μπροστά της φάλαγγες «αγανακτισμένων» με κρεμάλες, αφίσες «επικηρυγμένων» αντιφρονούντων, είδε ομάδες κρούσης να προπηλακίζουν μέχρι και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, είδε «λαϊκά δικαστήρια» να στήνονται σε πλατείες και δρόμους της επικράτειας. Τώρα θα εισπράξει τα επίχειρα της ανοχής απέναντι στα φαινόμενα της βίας. Ο «χαμηλής εντάσεως» εμφύλιος σπαραγμός, τον οποίο πολλοί επιζητούσαν και ακόμη περισσότεροι εύχονταν και εξυμνούσαν, έχει ήδη τον πρώτο του νεκρό. Μόνο που αυτός που ξεκίνησε δε θα σταματήσει στις φτωχογειτονιές του Πειραιά ή στο ερειπωμένο, πια, κέντρο της Αθήνας. Θα εξαπλωθεί ως μεταστατικός καρκίνος σε όλη τη χώρα και αργά ή γρήγορα θα θρηνήσουμε κι άλλα θύματα. Μόνο που έτσι, δε θα λυθεί κανένα απολύτως πρόβλημα, μα θα προστεθούν κι άλλα στη καμπούρα του απλού ανθρώπου.
Η δημοσκοπική άνοδος της Χ.Α. δεν οφείλεται στις δυσκολίες που έφερε η κρίση. Οφείλεται στο γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο ελκύει την καταγωγή του από τους δωσίλογους της κατοχής, από τα μέλη των παρακρατικών μεταεμφυλιοπολεμικών οργανώσεων, από τους συνεργάτες της χούντας, βγήκαν στο φως από το σκοτάδι όπου κρύβονταν όλα αυτά τα χρόνια, παίρνοντας θάρρος από το καθεστώς ατιμωρησίας που επικρατεί στη χώρα.
Το πολιτικό σύστημα στο σύνολο του ή θα αντιμετωπίσει με πολιτικούς και νομικούς όρους τον επελαύνοντα φασισμό ή θα χαθεί μαζί του. Η κοινωνία όμως πρέπει να αντέξει και να προχωρήσει μπροστά, έστω και βαθιά τραυματισμένη. 

15 Σεπ 2013

Ο λευκός καβαλάρης δεν πρόκειται να έρθει

Του Γιώργου Παγουλάτου, από την Καθημερινή

Η αναζήτηση ενός ισχυρού νέου πολιτικού φορέα μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια θεωρητική ενασχόληση αργόσχολων διανοουμένων και παροπλισμένων πολιτικών. Αποτυπώνει γνήσια αγωνία για μια επόμενη μέρα, στην οποία η κοινωνία θα στέκει ακραία διαιρεμένη ανάμεσα σε τρεις κομματικούς πόλους: μια αποδυναμωμένη κεντροδεξιά, μια βολονταριστική αριστερά και μια νεοναζιστική ακροδεξιά. Γιατί αυτή θα είναι, σύμφωνα με τις παρούσες ενδείξεις, η εικόνα του πολιτικού χάρτη την επαύριο των ευρωεκλογών.
Κάποιοι ίσως και να προσβλέπουν σε αυτή την εικόνα, θεωρώντας ότι θα στείλει «ένα μήνυμα στους Ευρωπαίους» για το πού οδηγούν οι πολιτικές της λιτότητας. Ομως, το βασικό μήνυμα που θα εκπεμφθεί προς τους «Ευρωπαίους» και ανά την υφήλιο θα είναι ότι μπορούν πλέον να ξεγράψουν την Ελλάδα. Διότι στα μάτια όλων η ελληνική κοινωνία θα έχει αντιδράσει στη βαριά λιτότητα με αντανακλαστικά πολιτικής ανωριμότητας, καταφεύγοντας είτε στην αριστερή δημαγωγία των μονομερών λύσεων είτε στον φασιστικό πρωτογονισμό. Και διότι μια τέτοια πολιτική γεωγραφία θα είναι συνταγή απόλυτης μετεκλογικής ακυβερνησίας. Με κόμματα που δεν θα συνομιλούν, με την κοινωνία σε πόλεμο, χωρίς κανέναν γεφυροποιό πόλο που να λειτουργεί κατευναστικά, διαδραματίζοντας ρόλο μετριοπαθούς εταίρου σε κυβερνητικούς συνασπισμούς, συνεισφέροντας εμπειρία διακυβέρνησης, διευρύνοντας την πολιτική νομιμοποίηση. Λειτουργώντας ως άγκυρα δημοκρατικής σταθεροποίησης και ευρωπαϊκού προσανατολισμού.
Αυτή θα ήταν η δουλειά ενός πολιτικού φορέα μιας ευρείας «κεντροαριστεράς», όπως συνηθίσαμε να το λέμε. Η αναγκαιότητα του οποίου καθίσταται ακόμα επιτακτικότερη εάν λάβει κανείς υπόψη ότι ο συνωστισμός ψηφοφόρων στην άκρα δεξιά, στον χώρο μεταξύ μελανοχιτώνων και ψεκασμένων, θα πιέζει τη Ν.Δ. όλο και δεξιότερα, προκειμένου να συγκρατήσει τις δεξιές διαρροές της. Αρα το κενό στο κέντρο και αριστερά του κέντρου ολοένα θα διευρύνεται.
Ορισμένοι εστιάζουν την προβληματική για τον νέο φορέα της Κεντροαριστεράς στο ερώτημα εάν το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να έχει ρόλο σε αυτόν. Επικαλούνται τις μεγάλες διαχρονικές ευθύνες του, που μας οδήγησαν στην κρίση, το παρελθόν του εξαιτίας του οποίου ο λαός το τιμώρησε, συρρικνώνοντάς το σε μια δημοσκοπική σκιά του εαυτού του. Οι ευθύνες είναι βέβαια τεράστιες και δεδομένες, αλλά ας λύσουμε μια παρεξήγηση. Το ΠΑΣΟΚ συρρικνώθηκε για τους λάθος λόγους. Δεν τιμωρήθηκε όταν αύξανε τα εισοδήματα με δανεικά, αλλά γιατί –καθυστερημένα– επέλεξε να πει την αλήθεια ότι τα δανεικά τέλειωσαν. Δεν καταψηφίστηκε γιατί δημιούργησε το δημόσιο χρέος (το οποίο εκτόξευσε η μοιραία διακυβέρνηση Καραμανλή), αλλά γιατί του έλαχε να διαχειριστεί τις επιπτώσεις όταν αυτό έσκασε. Δεν τιμωρήθηκε όταν διόριζε, αλλά επειδή έπαψε να διορίζει. Και οι συνδικαλιστές του βαθέος ΠΑΣΟΚ μετοίκησαν στον ΣΥΡΙΖΑ, για να διεκδικούν με αξιώσεις την επανάληψη του ίδιου έργου.
Η επιδίωξη δημιουργίας ενός καθαρού και αμόλυντου από τις φθαρμένες πολιτικές δυνάμεις κεντρώου κόμματος θα ήταν λάθος, για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, διότι ένα κόμμα προσωπικοτήτων, χωρίς τη μαζική διείσδυση που μόνο οργανωμένοι κομματικοί σχηματισμοί έχουν, θα ήταν απολύτως βραχύβιο.
Δεύτερον, ο πολιτικός καθαγιασμός ενός νέου φορέα με μια τελετουργική πατροκτονία της μεταπολίτευσης και ρήξη με το παρελθόν είναι η λάθος εκκίνηση. Το παρελθόν είναι σύνθετο, πολύπλοκο, και όχι συλλήβδην καταδικαστέο. Παρελθόν είναι τα ρουσφέτια της πασοκικής κομματοκρατίας, παρελθόν και η μακροοικονομική σταθεροποίηση της περιόδου 1996-2000 που μας έβαλε στον πυρήνα της Ευρώπης. Παρελθόν ο Ακης, παρελθόν κι ο Σημίτης. Παρελθόν οι μίζες των αθλίων πολιτικών, παρελθόν και τα ΚΕΠ, οι παιδικοί σταθμοί, το ΕΣΥ, και μια σειρά πολιτικών που έκαναν τη ζωή των ανθρώπων καλύτερη και την κοινωνία δικαιότερη. Οι αμαρτίες της μεταπολίτευσης είναι γνωστές, της οφείλουμε όμως την πληρέστερη δημοκρατία και το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας που είχε ποτέ η Ελλάδα. Η λογική της αδιακρίτως ρήξης με το παρελθόν μπορεί να εξαερώσει τις μετριοπαθείς δυνάμεις και να μας αφήσει με τους έξαλλους και τους ψεκασμένους.
Ας είμαστε ρεαλιστές. Ο χώρος της κεντροαριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, του μεταρρυθμιστικού κέντρου, του φιλοευρωπαϊσμού, του πολιτικού ορθολογισμού, πείτε τον όπως προτιμάτε, έχει τόσο συρρικνωθεί που δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της «καθαρότητας» ούτε των αποκλεισμών. Η μόνη προοπτική που του απομένει είναι η μεγαλύτερη δυνατή ενότητα και συνεργασία όλων των επιμέρους δυνάμεων και προσώπων του χώρου, με την επιπλέον προσέλκυση νέων και άφθαρτων, σε έναν ευρύτερο και υπέρτερο συνασπισμό που θα τα συνθέτει και θα τα ξεπερνά. Πολιτικές προσωπικότητες υπάρχουν και πέραν του προσωπικού της κεντρικής σκηνής, όπως μας θυμίζουν και οι πρωτοβουλίες των 5 εκλεγμένων δημάρχων (Καμίνης, Μπουτάρης, Δημαράς, Σκοτεινιώτης και Φίλιος). Οι πολιτικές παρθενογενέσεις είναι σπάνιες, συνήθως συνιστούν τερατογενέσεις. Χειρότερες είναι εκείνες που ομνύουν στον ναρκισσισμό των ελασσόνων διαφορών. Και ο σωτήρας από το πουθενά, καβάλα στο άσπρο άλογό του, δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.