"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

15 Ιουλ 2011

ΔΙΕΥΘΥΝΤΕΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ: ΄Οργιο προαγωγών με πλαστά πτυχία!

Αναδημοσίευση από το ΕΘΝΟΣonline.
Οργιο προαγωγών με πλαστά πτυχία

Με πλαστά πτυχία, μεταπτυχιακούς τίτλους, τίτλους ξένων γλωσσών και πιστοποιητικά νέων τεχνολογιών προσπαθούν να κατακτήσουν μια θέση στελέχους στην εκπαίδευση δάσκαλοι και καθηγητές, που συμμετέχουν αυτήν την περίοδο στη διαδικασία κρίσης για σχολικούς συμβούλους, διευθυντές και υποδιευθυντές σχολείων.

Το θέμα είχε αναδείξει με πρωτοσέλιδο δημοσίευμά του το "Εθνος" πριν από τέσσερις μήνες (10-3-2011). Αμέσως μετά η υπουργός Παιδείας είχε διατάξει ΕΔΕ και είχε ξεκινήσει και διαδικασία ελέγχου των μεταπτυχιακών τίτλων. Η υπόθεση ήδη βρίσκεται στη Δικαιοσύνη, καθώς ο αρμόδιος εισαγγελέας την ερευνά καλώντας μάρτυρες και σύντομα η έρευνα θα ολοκληρωθεί. Τώρα όμως το πρόβλημα αποκαλύπτεται σε όλη του τη διάσταση, καθώς οι περιφερειακοί διευθυντές όλης της χώρας καταγγέλλουν περιπτώσεις εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στις κρίσεις για διευθυντές και σχολικούς συμβούλους, οι οποίοι εμφανίζουν διάφορους πλαστούς τίτλους.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί αυτή γυναίκας εκπαιδευτικού από το Αγρίνιο, η οποία παρουσίασε πλαστό διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας. Η ίδια μάλιστα παρουσίασε και δεύτερο πλαστό πτυχίο. Οι έλεγχοι που έκαναν οι υπηρεσίες της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας αποκάλυψαν ότι το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο δεν είχε δώσει τίτλο στη συγκεκριμένη γυναίκα.

Οι έρευνες αποκάλυψαν και άλλες περιπτώσεις εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα, όπου εκπαιδευτικοί εμφανίζουν πλαστούς τίτλους προκειμένου να αυξήσουν τα μόριά τους και να κατακτήσουν μια θέση στελέχους στην εκπαίδευση μαζί με τα σχετικά επιδόματα, εκθέτοντας έναν ολόκληρο κόσμο της εκπαίδευσης, που καμία σχέση δεν έχει με αυτήν την κατάσταση, και παραγκωνίζοντας εκπαιδευτικούς που με τεράστιο κόπο και αγώνα κατάφεραν να αποκτήσουν έναν τίτλο επιπλέον από το πρώτο πτυχίο τους.

Το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του «Εθνους» στις 10 Μαρτίου 2011 που αποκάλυψε τη μεγάλη απάτη με τα πλαστά πτυχία
Το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του «Εθνους» στις 10 Μαρτίου 2011 που αποκάλυψε τη μεγάλη απάτη με τα πλαστά πτυχία

Την έκταση του φαινομένου μαρτυρά και το γεγονός ότι μόνο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση 1.103 εκπαιδευτικοί δήλωσαν αρχικά ότι κατέχουν μεταπτυχιακούς τίτλους από το εξωτερικό, αλλά στη διαδικασία για την επιλογή σχολικών συμβούλων εμφανίστηκαν μόνο 135! Στελέχη της εκπαίδευσης που γνωρίζουν καλά την υπόθεση δήλωσαν στο "Εθνος" ότι μετά το σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας μας και την έρευνα που διέταξε το υπουργείο Παιδείας πολλοί φοβήθηκαν να εμφανιστούν στις κρίσεις και να προσκομίσουν πλαστούς ή έστω αμφιλεγόμενους τίτλους.

Χθες, το υπουργείο Παιδείας παραδέχτηκε ότι υπάρχει πράγματι σοβαρό πρόβλημα με το συγκεκριμένο ζήτημα και γι' αυτόν τον λόγο η υπουργός έχει ζητήσει τα σχετικά στοιχεία από τους περιφερειακούς διευθυντές εκπαίδευσης σε ολόκληρη τη χώρα, ώστε όταν τελειώσουν οι διαδικασίες επιλογής να δοθούν στη δημοσιότητα.

Οι έρευνες αποκάλυψαν περιπτώσεις όπου εκπαιδευτικοί εμφανίζουν πλαστούς τίτλους, προκειμένου να αυξήσουν τα μόριά τους και να κατακτήσουν μια θέση στελέχους στην εκπαίδευση, μαζί με τα σχετικά επιδόμ
Οι έρευνες αποκάλυψαν περιπτώσεις όπου εκπαιδευτικοί εμφανίζουν πλαστούς τίτλους, προκειμένου να αυξήσουν τα μόριά τους και να κατακτήσουν μια θέση στελέχους στην εκπαίδευση, μαζί με τα σχετικά επιδόματα
Οι περιφερειάρχες πάντως καταγγέλλουν περιπτώσεις, όπως υποψήφιας διευθύντριας που κατέθεσε πλαστό διδακτορικό από τη Φιλοσοφική Αθήνας και καθηγητή που εμφάνισε πτυχία Αγγλικών χωρίς να ξέρει ούτε λέξη Αγγλικά, καθώς και καθηγήτριας που εμφάνισε πλαστογραφημένο πιστοποιητικό άριστης γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών.

ΝΙΚΟΛ. ΤΡΙΓΚΑ - ΛΙΝΑ ΜΠΑΣΤΑ



ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Δ. ΜΠΡΑΤΗΣ, αιρετός ΚΥΣΠΕ
Το μαχαίρι να φτάσει στο κόκαλο

Δ. ΜΠΡΑΤΗΣ
Δ. ΜΠΡΑΤΗΣ

Οι περιπτώσεις με τους πλαστούς τίτλους σε κάθε περίπτωση αφορούν μια ισχνή μειοψηφία εκπαιδευτικών και δεν χαρακτηρίζουν τη συντριπτική πλειονότητα των συναδέλφων, οι οποίοι με κόπο και μόχθο αποκτούν τους μεταπτυχιακούς τους τίτλους. Αποτελεί, όμως, όνειδος για την εκπαίδευση και πρέπει το μαχαίρι να φτάσει έως το κόκαλο και οι υπαίτιοι να υποστούν τις συνέπειες του νόμου, γιατί σπιλώνουν τον εκπαιδευτικό κόσμο.

Τον περασμένο Μάρτιο με επιστολή που είχα στείλει στην υπουργό Παιδείας είχα επισημάνει το πρόβλημα που υπάρχει με τους μεταπτυχιακούς τίτλους του εξωτερικού.

ΣΤ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ
ΣΤ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ

Παρά την έρευνα που ξεκίνησε και βρίσκεται σε εξέλιξη, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μάλιστα πληροφορούμαι ότι υπάρχουν καταγγελίες και για πλαστούς τίτλους που αποκτήθηκαν στην Ελλάδα, ευτυχώς ελάχιστους, που διερευνώνται αυτήν τη στιγμή από τα ΠΥΣΠΕ.


ΣΤΟΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Ερευνα για τα "κέντρα" που χορηγούν τα έγγραφα - μαϊμού

Σε πλαστό πτυχίο που κατέθεσε μία εκπαιδευτικός, αντί του ορθού Διδακτορικόν Δίπλωμα, αναγραφόταν η λέξη... δίλπωμα.
Ο διακαής πόθος ορισμένων εκπαιδευτικών να γίνουν διευθυντές σε σχολεία τούς οδήγησε στην παρανομία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα μία εκπαιδευτικός από την Αιτωλοακαρνανία, που κατέθεσε πλαστό δίπλωμα.
Μόνο που πάνω στη φούρια το πλαστό δίπλωμα είχε ένα "καραμπινάτο" λάθος: αντί του ορθού Διδακτορικόν Δίπλωμα, αναγραφόταν η λέξη δίλπωμα!
Ενας άλλος εκπαιδευτικός από τον Νομό Αχαΐας κατείχε μη έγκυρο τίτλο ξένης γλώσσας, διώχθηκε πειθαρχικά και κατέθεσε την παραίτησή του.
Όλα αποκαλύφθηκαν από τους ελέγχους που έκανε η αρμόδια υπηρεσία της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδας και, μάλιστα, έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον οκτώ μη έγκυροι τίτλοι σπουδών ξένων γλωσσών.
Ο περιφερειακός διευθυντής Εκπαίδευσης Γιώργος Παναγιωτόπουλος εξέφρασε τη θλίψη του γι' αυτά τα περιστατικά, λέγοντας χαρακτηριστικά: "Λυπάμαι που υπάρχουν τέτοιοι εκπαιδευτικοί". Ηδη κάποιες από τις περιπτώσεις που εντοπίστηκαν παραπέμφθηκαν στον εισαγγελέα, ενώ η έρευνα θα συνεχιστεί εις βάθος και όλες οι αιτήσεις θα περάσουν από κόσκινο.
Προβληματισμός επικρατεί, επίσης, για τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί προμηθεύτηκαν τα πλαστά πτυχία και αναζητούνται τα "κέντρα" όπου κάποιος μπορεί να βρει πλαστά έγγραφα.
Ο περιφερειακός διευθυντής Εκπαίδευσης έχει δώσει εντολή στους διευθυντές εκπαίδευσης και στα μέλη των επιτροπών επιλογής ώστε να διενεργηθεί έλεγχος σε όλους τους τίτλους σπουδών, οι οποίοι υπάρχουν μέσα στους φακέλους που έχουν καταθέσει οι εκπαιδευτικοί, προκειμένου όταν εντοπίζεται το φαινόμενο της μη αυθεντικότητας να παραπέμπεται αμέσως.
Επιπλέον, ο κ. Παναγιωτόπουλος τόνισε ότι υπήρχε "δομική αδυναμία στο σύστημα χρόνια τώρα, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιούνται έλεγχοι. Αυτό κάποια στιγμή έπρεπε να σταματήσει και αυτό κάναμε. Οι έλεγχοι αυτοί έπρεπε να γίνονται πανελλαδικά".
Ο κ. Παναγιωτόπουλος άφησε, μάλιστα, να εννοηθεί πως τα προηγούμενα χρόνια ίσως η διαδικασία να ήταν πιο... ελαστική. Τα περιστατικά καταδικάζει ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα του Νομού Αχαΐας και οι συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί ζητούν έρευνα σε βάθος.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

ΣΤ. ΠΕΤΡΑΚΗΣ, γενικός γραμματέας ΔΟΕ
Χρειάζεται σοβαρός έλεγχος

Η συντριπτική πλειονότητα των εκπαιδευτικών, που μοχθεί καθημερινά κάτω από δύσκολες συνθήκες στα σχολεία όλης της χώρας, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτά τα θλιβερά περιστατικά, τα οποία καταδικάζει.
Όσοι ελάχιστοι εμφανίζουν τέτοιες συμπεριφορές, δεν έχουν καμία θέση στην εκπαιδευτική κοινότητα και πρέπει να υποστούν τις συνέπειες των πράξεών τους.
Είναι προφανές πως παρά το γεγονός ότι το θέμα των πλαστών τίτλων απασχόλησε το Πανελλήνιο, οι ενέργειες του υπουργείου Παιδείας δεν ήταν στην κατεύθυνση να μπει το μαχαίρι στο κόκαλο. Ετσι το αρχικό μούδιασμα κάποιων και η διστακτικότητα να συμμετέχουν σε διαδικασίες επιλογής στελεχών εκπαίδευσης καταθέτοντας τους επίμαχους τίτλους, έπαψε να υφίσταται μόλις διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει ουσιαστική έρευνα.
Δυστυχώς, η προτροπή για σοβαρό έλεγχο των τίτλων σπουδών, όπως και η πρόταση για στελέχωση των υπηρεσιακών συμβουλίων από μέλη που θα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ερωτήσεις στη γλώσσα του τίτλου που έχει κατατεθεί, δεν έγινε πραγματικότητα.

14 Ιουλ 2011

Tί ώρα είναι η κηδεία της παλιάς μας ζωής;‏

Έχω την αίσθηση, λόγω και της επαγγελματικής μου διαστροφής, πως η κρίση που βιώνουμε σήμερα, πολύπλευρη κατά πως λένε και οι σεβαστοί ειδήμονες, αμφισβητεί με κάθε τρόπο τις ισορροπίες της ψυχής μας και μας σπρώχνει αργά και βασανιστικά στα περίφημα πέντε στάδια του θανάτου, της Elisabeth Ross. Στα στάδια, δηλαδή, εκείνα που περνάει η ψυχή του ασθενούς «άμα τη εμφανίσει» του θλιβερού μαντάτου:

«Έχετε καρκίνο, κύριε».

Άρνηση. Θυμός. Διαπραγμάτευση. Κατάθλιψη. Αποδοχή. Δεν ξέρω αν η ταύτιση αρρώστιας και κρίσης δημόσιου χρέους είναι δόκιμη, ούτε αν οι αναλογίες που γεννά το διεστραμμένο μυαλό μου έχουν την όποια λογική βάση. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν χάθηκε και ο κόσμος αν ο νους ενός παλαβιάρη γεννήσει μια ακόμα υπερβολή. Ειδικά στις μέρες που διανύουμε.
Με την αναγγελία της επικείμενης πτώχευσης έρχεται η άρνηση. Μα δεν είναι δυνατόν. Εμείς; Ο σκληρός πυρήνας της Ευρώπης; Η περήφανη και αξιοθαύμαστη Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων; Η χώρα της ανάπτυξης, της πλέριας αποκατάστασης της Ανδρεϊκού τύπου Δημοκρατίας (ή κομματοκρατίας, εδώ οι γνώμες διίστανται), του Σημιτικού εκσυγχρονισμού και της επανίδρυσης του κράτους από τον Καραμανλή τον νεότερο; Γάματα με κεφαλαία γράμματα δηλαδή, που τραγουδάει και ο Αντύπας. Δεν είναι δυνατόν. Κάποιο λάθος θα έγινε σίγουρα. Μα ναι. Αυτό είναι. Οι Ευρωπαίοι, οι αγορές, οι οίκοι αξιολόγησης και τα τραπεζικά τους συστήματα ευθύνονται για τη σημερινή μας κατάντια. Και το επαχθές του χρέους που το πας; Που πληρώνω ακόμα και σήμερα τόκους για τα δάνεια του προπάππου μου. Και να πεις πως μ’ άφησε και τίποτα ο γεροξεκούτης, πάει και έρχεται. Ένα παλιόσπιτο από πλινθιά στο χωριό και κάτι ξεροχώραφα στα πλαϊνά του όχθου. Ηθελα να’ ξερα τι τα έκανε τα δανεικά αυτός. Τουλάχιστον, εγώ πήρα και δύο τρία αυτοκίνητα γερμανικά, μια δεκάδα κυλότες γαλλικές, ένα διαμέρισμα με αλλοδαπά κουφώματα, κουζίνες, πλακάκια, ηχομονώσεις κτλ κτλ – κατά τα άλλα η οικοδομή ήταν ή ατμομηχανή της χώρας μου- και σπούδασα και δύο παιδιά. Τα δικά μου τα δανεικά σίγουρα έπιασαν τόπο εν αντιθέσει με τα δικά τους. Επαχθές χρέος, λοιπόν, κύριοι….
Ακολουθεί το στάδιο του θυμού. Το «όλοι μάζι τα φάγαμε», προμετωπίδα του πολιτικού κουτσαβακισμού εγκαινιάζει μέσα μας ως στάση ζωής και ως κυρίαρχη συμπεριφορά «το όλα και όλοι μου φταίνε». Μου φταίνε τα λαμόγια οι δημόσιοι υπάλληλοι που κούρνιασαν στην ασφάλεια του Δημοσίου. Μου φταίνε οι γιατροι που τα αρπάζουνε. Μου φταίνε οι εφοριακοί που λαδώνονται. Μου φταίνε οι ταρίφες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που φοροδιαφεύγουν. Μου φταίνε οι άνεργοι που καρπώνονται επιδόματα και ελαφρύνσεις. Μου φταίει όποιος μιλάει ελληνικά σε αυτή τη χώρα. Και πάνω από όλα μου φταίνε οι πολιτικοί. Αυτοί και οι κολητοί τους, άλλωστε, διαγούμισαν το κράτος και λεηλάτησαν τα δημόσια ταμεία. Αυτοί έφτιαξαν και υπηρέτησαν τα πελατειακά δίκτυα και με έμπασαν και μένα τον απονήρευτο στα θλιβερά τους κόλπα. Και τώρα που οι πελατείες φεύγουν έρχονται οι πλατείες. Πφφφφ… Λαουτζίκος. Πλέμπα. Απλυσιά. Κάτι χιλιάδες χαβαλέδων που φωνάζουν, χορεύουν, τραγουδούν, μουντζώνουν και σαβουρώνουν βρώμικα. Και στα διαλείμματα του χαβαλέ τους στήνουν και μια παρτίδα πρέφα, ουπς συγγνώμη, μια λαϊκή συνέλευση εννοώ και λύνουν στο πιτς φιτίλι όλα τα προβλήματα του δήμου.
Οι συνταγές του αμεσοδημοκρατικού τσελεμεντέ, βλέπεις, είναι πάντα βολικές και διαθέσιμες σε όσους επιθυμούν να χτίσουν ανώγια και κατώγια. Τι νομίζεις, δηλαδή, κυρα-Μαρία; Ότι μόλις το κίνημα αποκτήσει δυναμική και εκφραστεί θα σε αφήσουν οι μπροστάρηδες του να κριτικάρεις και να μουτζώνεις; Όταν κυρα-Μαρία η διανομή των σπάνιων πόρων θα τεθεί στο τραπέζι της πολιτικής διαδικασίας εκεί θα καταλάβεις πως τα λόγια τα μεγάλα που σου χαν πει δεν αξίζουν δεκάρα τσακιστή. Γιατί τα πάθη του ανθρώπου και τα χτικιάρικα ένστικτά του, αγορασμένα σήμερα όχι με δεκάρες τσακιστές αλλά με κίβδηλα μεταλλικά νομίσματα, η μόνη που κατάφερε να τους φορέσει χαλινάρι ήταν η πειθώ και η βία. Από αρχαιοτάτων χρόνων. Και την πειθώ, συγγνώμη μάτια μου, δεν την κατέχουν όλοι…..
Κατόπιν έρχεται η διαπραγμάτευση. Οκ. Δεκτόν. Είμαι χρεωκοπημένος μέχρι τα μπούνια. Χρωστάω της Μιχαλούς και τώρα ποιος την ακούει την αθυρόστομη την ταβερνιάρισα. Θα δουλέψω, όμως, σκληρά και θα τα βγάλω πέρα. Περιμένω οδηγίες. Κατευθύνσεις. Πείτε μου τι να κάνω. Το `χω σας λέω. Θα εργαστώ σκληρά και θα τους δείξω εγώ τους σαλτιμπάγκους που με βάζουν στην κατηγορία γουρουνιού, ενώ εγώ μεγάλωσα με τις πάνσοφες τις γλαύκες στην Αθήνα. «Πάμε», που λέει και ο Γιωργάκης. Αν και δεν μας είπε ακόμα, ούτε και αυτός, το προς τα πού.
Σε λίγο καιρό θα έρθουν και τα επόμενα στάδια. Αυτά της κατάθλιψης και της αποδοχής. Θα πέσουμε στα σκληρά αδερφέ, προκειμένου να βρει ο νους μας τις ισορροπίες που του λείπουν. Και αν το τελικό στάδιο της αποδοχής φαντάζει λυτρωτικό στα μάτια μου, μιας και η έλευση του θα σημάνει τον επανακαθορισμό των προτεραιοτήτων μας και το τακτοποίημα της ζωής μας σε νέες βάσεις, εντούτοις δεν παύει να είναι ένα στάδιο πριν από το τέρμα. Και το τέρμα έμαθα να μην το εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου.
Πιάνομαι λοιπόν από τον Yalom και στις λέξεις του ευελπιστώ να βρω σανίδα σωτηρίας για το τωρινό ναυάγιο της ζωής μου . Έστω και παραφράζοντάς τον: «ενώ η φύση του χρέους μας καταστρέφει, η ιδέα του μπορεί να μας σώσει». Και αυτό δεν είναι ένα ακόμα φραστικό πυροτέχνημα. Μια κουβέντα να είχαμε να λέγαμε. Είναι η ουσία. Η άμεση και βιωματική, πλέον, επαφή μας με τις συνέπειες του χρέους θα μας επιτρέψει να απελευθερωθούμε, επιτέλους, από τις δουλείες του παρελθόντος και να αλλάξουμε τη ρότα της ζωής μας. Να αφήσουμε πίσω μας τις άχρηστες συνήθειες. Να εγκαταλείψουμε τις καλοθρεμμένες ανάγκες μας. Να στρέψουμε την προσοχή στον διπλανό μας, στη γυναίκα μας, στον συγγενή και φίλο μας και να επαναδιαπραγματευτούμε, όχι τα χρέη μας ,αλλά τα συναισθήματά μας. Να βγάλουμε ευθαρσώς τη γλώσσα μας στο Greek dream της αθηναϊκής πρωτεύουσας και να αποκεντρωθούμε. Να συμφωνήσουμε, επιτέλους, στο ξεκούμπισμα της μετριότητας από παντού. Από τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τις δημόσιες υπηρεσίες, την πολιτική.
Ένα δημιουργικό ξέσπασμα χρειαζόμαστε. Μακριά από τους μπαχαλάκηδες των άκρων. Μακριά από τους ρακοσυλλέκτες των ελληνικών Πανεπιστημίων. Μακριά από τις ανώνυμες γλίτσες του διαδικτύου. Μακριά από το γκροτέσκο και το γελοίο της κοινοβουλευτικής και αυτοδιοικητικής μας εκπροσώπησης. Μακριά από τα κόμπλεξ, τις ανασφάλειες και τις φοβίες μας. Ειδικά για αυτές τις τελευταίες σας αφιερώνω και τον κάτωθι επίλογο:
Καλοκαίρι του 1985. Τα σχολεία έχουν κλείσει από μέρες και όλη η ζωντάνια μου έχει ξεχυθεί αντάμα με εκείνη των συνομηλίκων μου στις αλάνες, στα πάρκα και στις παιδικές χαρές. Πέφτουμε. Τσακίζουμε ποδάρια. Γδέρνουμε τις σάρκες μας. Ξυλοφορτώνουμε ο ένας τον άλλον και σαν αποκάμουν τα κορμιά μας γυρνάμε σπίτια μας, αργά το σούρουπο, με ξεραμένα τα αίματα πάνω στις πληγές μας. Κάπως έτσι επέστρεψα και εγώ εκείνο το καλοκαίρι σπίτι μου, με το κεφάλι ανοιχτό στα δυο από πέτρα αγαπημένου φίλου. Ακόμα θυμάμαι τη σκηνή με το κεφάλι μου μέσα στην λεκάνη του μπάνιου, το κρύο νερό του ντουζ να πέφτει πάνω μου και τη μάνα να ρίχνει τα μπινελίκια της ζωής της.
Καλοκαίρι του 2009. Επείγοντα Νοσοκομείου Πτολεμαίδας. Η μάνα με το επτάχρονο παιδί στην αγκαλιά ορμούν μέσα στο ιατρείο. «Γιατρέ γρήγορα. Χτύπησε το παιδί». Προσπερνώ τις τυπικότητες και τα πρωτόκολλα (χτύπημα της πόρτας, κάλεσμα και είσοδος) γιατί ξέρω καλά πως μια μάνα με το χτυπημένο παιδί στην αγκαλιά της χιμάει σαν αγρίμι σαν την ψέξεις για αγένεια και πάω προς το μέρος τους. «Γρήγορα γιατρέ». «Που χτύπησε κυρία;» Μου δείχνει το δαχτυλάκι του, ολίγον τι πρησμένο και λιγάκι ερυθρό. Δεν απαντάω γιατί την δική της απάντηση την ξέρω. Εγώ σε πληρώνω και τα λοιπά και τα λοιπά (ευτυχώς, δηλαδή, που ήρθε και το Μνημόνιο και μάθαμε, τελικά, ποιος πραγματικά μας πληρώνει σε αυτή τη χώρα)….
Γιατί στα λέω αυτά; Για να σου δείξω τους φόβους που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Φοβόμαστε να βήξουμε και καταπίνουμε λίτρα αντιβηχικών. Φοβόμαστε να ανεβάσουμε λίγο πυρετό και σαβουρώνουμε αντιβιώσεις και αντιφλεγμονώδη.
Φοβόμαστε να μην κοροϊδέψουν το παιδί μας στο σχολείο οι συμμαθητές του και ακουμπάμε το μηνιάτικο για να του πάρουμε καρό τραπεζομάντηλα- Βurberry μου φαίνεται τα λένε τώρα- και λοιπές πανάκριβες αήδιες. Φοβόμαστε να μην μας κοιτάξουν περιφρονητικά οι ξιπασμένοι καλεσμένοι- για τους οποίους βάζω το χέρι στη φωτιά πως μεγαλώσανε με τραχανά και σαρμαδάκια- και πληρώνουμε το μπον φιλέ στον γάμο του κανακάρη μας 20 και 30 ευρώ. Φοβόμαστε να μην ξεκουμπιστουμε από την πρωτεύουσα και μας κολλήσουν οι φίλοι και οι γνωστοί την ρετσινιά του looser και κάνουμε δεύτερη και τρίτη δουλειά για να τα φέρουμε βόλτα, μπαστακωμένοι στο πανάκριβο τριαράκι επι της οδού Xαμαιτυπείου.
Φοβόμαστε να μην κατεβάσει μούτρα η γκόμενα επειδή την βάλαμε να κάτσει στο τρίτο τραπέζι πίστα, ενώ ο πρώην της πετάει γαρύφαλλα μυρίζοντας από κοντά την ποδαρίλα της αρτίστας.
Φοβόμαστε να μην κηλιδωθεί το κοινωνικό μας status επειδή στεγάζουμε την οικογενειακή μας ευτυχία στο ενοίκιο, ενώ η κακιασμένη η ξαδέρφη κατάφερε να αγοράσει διαμέρισμα 150 τετραγωνικών για να στεγάσει τον έρωτά της με τον καταπληκτικό…καθρέφτη της . Φοβόμαστε γενικά και αόριστα.
Και αυτές τις φοβίες εκμεταλλεύεται το σύστημα της μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης για να μας κρατάει εσαεί αλυσοδεμένους. Και, δυστυχώς, αυτό το σύστημα υπηρετούν και σήμερα οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου. Δανείζονται για να κρατήσουν την κατανάλωση στα προμνημονιακά επίπεδα και για να μπορούμε εμείς να σιγοτραγουδάμε αμέριμνοι στίχους από το «σαν να μην πέρασε μια μέρα». Έφτασε, λοιπόν, η ώρα τις αλυσίδες αυτές να τις αποτινάξουμε από πάνω μας και να στρέψουμε, επιτέλους, το βλέμμα μας προς την άλλη πλευρά του πλατωνικού σπηλαίου. Προς τα εκεί από όπου έρχεται το φως της λυτρωτικής αλήθειας. Και όσοι από εμάς έχουν τα αχαμνά ας τολμήσουν να βγουν και έξω. Όχι τίποτα άλλο αλλα να. Σαν τζαμπατζήδες που είμαστε και κομματάκι λιγόψυχοι, ας βγουν τουλάχιστον αυτοί οι λίγοι να δούν και να μας μεταφέρουν τα μαντάτα. Και ίσως κάποιοι από εμάς να βρούμε τότε τη δύναμη και να τους ακολουθήσουμε στο επόμενο ταξίδι.

ΥΓ: Τι ώρα είπαμε είναι η κηδεία της παλιάς ζωής μου;
Του Τάσου Φούντογλου, από το aixmi.gr

12 Ιουλ 2011

Η ψυχολογία του όχλου

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους: δεν είναι «αγανακτισμένοι πολίτες» αυτοί που λιντσάρουν ένα βουλευτή. Ενα εξαγριωμένο πλήθος που ξεσπάει τα πιο βίαια ένστικτά του σε έναν τρίτο, μόνο και μόνο επειδή διαφωνεί με τις απόψεις του ή τις επιλογές του, έχει πάψει να είναι ένα άθροισμα από πολίτες, έστω και αγανακτισμένους. Αποτελεί εξ ορισμού έναν όχλο.
Είναι αστεία και επικίνδυνη συνάμα η προσπάθεια που γίνεται να αποδοθούν πολιτικά κίνητρα σε τέτοιες συμπεριφορές, είτε πρόκειται για την προσπάθεια της κυβέρνησης να πείσει ότι όλα αυτά υποκινούνται και διοργανώνονται από τον ΣΥΡΙΖΑ, αποδίδοντας στο μικρό κόμμα της Αριστεράς οργανωτικές και συνωμοτικές ιδιότητες που θα ζήλευε η CIA, είτε πάλι τα όσα υποστηρίζουν κάποια κόμματα και πολλά ΜΜΕ, τα οποία όχι μόνο διακρίνουν στις συμπεριφορές αυτές ορθολογισμό -οι «αγανακτισμένοι πολίτες» αποδοκιμάζουν τους βουλευτές επειδή έχουν ενστάσεις και αντιρρήσεις στην ασκούμενη πολιτική- αλλά ανακαλύπτουν σε αυτές και «συλλογική δράση» με πολιτικούς στόχους.
Ωστόσο ένα εξαγριωμένο πλήθος δεν συλλογίζεται ούτε διαβουλεύεται. Κατά τον Γούσταβο Λε Μπον, «δέχεται ή απορρίπτει τις ιδέες χονδρικά, χωρίς να ανέχεται ούτε συζήτηση ούτε αντιλογία». Ούτως ή άλλως, η προσέγγιση της συμπεριφοράς ενός όχλου με πολιτικούς όρους είναι άτοπη, αφού αυτό που πρωταρχικά είναι η πολιτική, είναι η έλλογη προσπάθεια μετριασμού της βίας στην κοινωνία. Ομως ο όχλος επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, αφού χαρίζει στο άτομο το αίσθημα μιας ακατανίκητης δύναμης. Οπως γράφει ο Λε Μπον, «η ανωνυμία μέσα στον όχλο και η διάχυση της ατομικής ευθύνης ελευθερώνουν τα ένστικτά του και μεταμορφώνουν το άτομο σε ένα εύπιστο, παρορμητικό πλάσμα, ικανό για κάθε ακρότητα».
Πόσο εύπιστο; Η «δικαιολογημένη οργή» και «αγανάκτηση» του εξαγριωμένου πλήθους έχει κάτι το πλασματικό. Ο Αντόρνο, που είχε από πρώτο χέρι εμπειρία στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, υποπτεύεται ότι το πλήθος δεν πολυπιστεύει τους ηγήτορές του ούτε ταυτίζεται απόλυτα με τα μηνύματά τους: παριστάνει ότι ταυτίζεται, υποκρίνεται τον ενθουσιασμό του, ώστε συμμετέχει σε μια παράσταση. «Είναι πιθανόν, η υποψία ότι η ομαδική τους ψυχολογία έχει κάτι το ψεύτικο, το εικονικό να κάνει τα φασιστικά πλήθη τόσο αμείλικτα. Γιατί αν σταματούσαν να συλλογιστούν για ένα δευτερόλεπτο, όλη η παράσταση θα γινόταν κομμάτια και θα έμεναν με τον πανικό τους», γράφει ο Γερμανός φιλόσοφος.
Είναι πιθανόν, και τα καθ’ ημάς αγανακτισμένα πλήθη να μην έχουν κατά βάθος πειστεί από την εξήγηση, ότι για όλα τα δεινά της χώρας φταίνε οι πολιτικοί, με την οποία καβάλησαν το κύμα της λαϊκής δυσαρέσκειας πολλοί επίδοξοι καθοδηγητές του όχλου. Και ίσως εξηγεί την ιδιαίτερη αντιπάθεια που χαίρει ο Θ. Πάγκαλος ανάμεσά τους, αφού με τον χοντροκομμένο τρόπο του σπέρνει καινά δαιμόνια στις βεβαιότητες του εξαγριωμένου πλήθους. Ωστόσο, αυτό δεν προεξοφλεί μετριασμό και εκτόνωση της βιαιότητας, κάθε άλλο. Και ακόμα πιο ανησυχητική είναι η μεγάλη ανοχή που καταγράφεται απέναντι σε αυτές τις συμπεριφορές. Οσοι ερωτήθηκαν, άλλωστε, δεν βρίσκονταν ανάμεσα σε κάποιο εξαγριωμένο πλήθος, αλλά στον καναπέ τους…
Tου Παναγή Γαλιατσάτου, από την Καθημερινή.

10 Ιουλ 2011

Ελλάδα, ζήσε το μύθο σου!

Ένας από τους νεαρότερους γόνους της οικογένειας de Rothschield γιόρτασε τα γενέθλια των 40 χρόνων του στο Μαυροβούνιο. Ένας άλλος γόνος της γαλλικής μπουρζουαζίας, της οικογενείας των Στρος Καν, ζούσε την ολική επαναφορά του στη Νέα Υόρκη δειπνώντας σε ένα πολύ καλό εστιατόριο παρέα με την κληρονόμο της μεγάλης περιουσίας των Sinclair, εμπόρων τέχνης της γηραιάς ηπείρου. Από το πρώτο στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία κράτος των μαφιόζων, το Montenegro, έως τη χλιδή των πλουσίων του κεντρικού Μανχάταν, η απόσταση είναι ελάχιστη. Όσο ένα κλικ στο φορητό υπολογιστή ενός δισεκατομμυριούχου ο οποίος με μία απλή κίνηση ενός δακτύλου μεταφέρει τα λεφτά του από έναν τραπεζικό λογαριασμό στον άλλον σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό τον κόσμο των άυλων αξιογράφων και της εικονικής μεν αλλά υπαρκτής πραγματικότητας, καλείται να κολυμπήσει η μικρή και άνυδρη χώρα της βαλκανικής η οποία τώρα υποχρεούται να αποτινάξει τους μύθους οι οποίοι την έτρεφαν.
Ο πραγματικός εχθρός είναι το είδωλο στον καθρέφτη. Όχι, λοιπόν. Αυτή η μικρή χώρα δεν συγκαταλέγεται στους περιούσιους λαούς των θεών. Δεν υπάρχουν άλλωστε περιούσιοι λαοί. Δεν της οφείλει κανείς αλλά αυτή οφείλει σε πολλούς. Απελευθερώθηκε από τα δεσμά της διότι η ύπαρξή της, τότε, θεωρήθηκε «χρήσιμη» από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στη συνέχεια διασώθηκε διότι θεωρήθηκε «χρήσιμη» από τις κυρίαρχες χώρες της Ευρώπης. Αργότερα επιβίωσε διότι οι υπεραντλαντικοί στρατηγοί την αντιμετώπισαν ως «χρήσιμο» πιόνι στη σκακιέρα των εικονικών πολέμων κατά της σοβιετικής απειλής. Τώρα διασώζεται διότι θα προξενούσε δυσανάλογα μεγάλο κακό στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία από τον πραγματικό οικονομικό της όγκο. Η Ελλάδα είναι μία «υπόθεση μελέτης», ένα πειραματόζωο για ερευνητές με γερά νεύρα.
Μεγάλωσε με το μύθο ότι αποτελεί συνέχεια των Αρχαίων. Ενηλικιώθηκε πιστεύοντας πως η παγκόσμια κοινότητα της χρωστά τον Πολιτισμό. Έφθασε στη μέση ηλικία σίγουρη πως η ευμάρειά της οφείλεται στο χαρισματικό γονίδιό της. Κολακεύτηκε επειδή ένας πρόσφυγας από τα Βουρλά της Σμύρνης και ένας Αιολός με καταγωγή από τη Λέσβο και τόπο γέννησης την Κρήτη, κατάφεραν να κερδίσουν το Νόμπελ λογοτεχνίας. Έζησε και κατανάλωσε τη σάρκα της Ιστορίας και των λίγων ταλέντων της. Ξύπνησε απότομα αντιλαμβανόμενη πως οι όρκοι των εραστών της ερμηνεύτηκαν δυστυχώς μονομερώς. Ασπάστηκε τη Δύση με άλλοθι την «ανατολικότητά της». Πρόδωσε τον ίδιο το φυσικό της πλούτο προφασιζόμενη πως τελικά μπορεί να διαδραματίσει το ρόλο της παλλακίδας της Ιστορίας. Τελικά κατάφερε να κοροϊδέψει μόνο τον εαυτό της γιατί οι πλούσιοι που την υιοθέτησαν ποτέ δεν πίστεψαν τους μύθους που τη σέρβιραν. Έγινε θύμα του ίδιου της του μύθου.
Εκείνο το καταραμένο πρωϊνό που ξύπνησε απότομα μετά από τριακονταετή λήθαργο, της είπαν πως δεν της ανήκουν πια ούτε το σπίτι ούτε και ο αέρας του οικοπέδου. Έψαξε στην τσέπη της και μάζεψε μόνο μερικά μεταλλικά κέρματα. Τίναξε το κεφάλι της και θυμήθηκε το παρελθόν της. Έβγαλε από τα μπαούλα την Ιστορία και ξανάρχισε το γυρολόι. Και τι δεν θυμήθηκε περπατώντας ρακένδυτη και με το χέρι απλωμένο στη ζητιανιά. Μιλούσε για το Ελμπασάν, για τους εχθρούς Οθωμανούς, τους λεηλατούντες Βούλγαρους, τους χαιρέκακους Σκοπιανούς, τους Αλβανούς, τον αιμοσταγή Μπαραμπαρόσα. Θυμήθηκε τον Διάκο και τον Ανδρούτσο. Οι δανειστές της την κοιτούσαν με περιέργεια στην αρχή, με απορία αργότερα, να μουτζώνει τον Κοινοβούλιό της, να προπηλακίζει τους πολιτικούς της, να βρίζει και να βιαπραγεί. Την παρατηρούσαν να βάζει φωτιά στον ίδιο της το χιτώνα.
Delirium Tremens
Οι πλατείες γέμισαν με πατριώτες, τα τηλεπαράθυρα με λάτρεις του Ελληνισμού. Το μέγα πλήθος μιλούσε ασυνάρτητα για την Ορθοδοξία, το Έθνος, το Γένος και τη Φυλή. Οι ξένοι έγιναν όλοι ανεξαιρέτως, εχθροί. Οι ντόπιοι θύματα. Η Πολιτική, η κοιτίδα της προδοσίας. Πανεπιστημιακοί κήρυτταν τη χρεοκοπία. Κληρικοί ζητούσαν την επιστροφή στις εποχές της «αθώας» περιόδου της Παλιγγενεσίας. Μετά άρχισαν οι επιθέσεις. Στην αρχή ήταν ένας βουλευτής. Μετά περισσότεροι βουλευτές. Στο τέλος η οργή κυριάρχησε. Έγινε σλόγκαν. Μετά σύνθημα. Μετά πέτρες από μάρμαρο. Κατέληξε σαν μία κραυγή με γεύση πικρή, σαν διάλυμα οξειδίου του χαλκού στο στόμα. Σε μία σκοτεινή στοά, στην Όθωνος 10, στο Σύνταγμα, εξελίχθηκε σε μικρογραφία το δράμα του νεολληνικού αδιεξόδου. Πέντε ακροδεξιοί συνδικαλιστές δημόσιας εταιρείας, της ΕΘΕΛ, μπλοκαρίστηκαν από ομάδα ακροαριστερών και ξυλοκοπήθηκαν έως τη στιγμή που η κρατική αστυνομία συνέδραμε τους ακροδεξιούς ξυλοκοπώντας τους ακροαριστερούς. Οι ακροδεξιοί κατέφυγαν σε ασφαλές μέρος, στην αγκαλιά των αστυνομικών. Οι ακροαριστεροί προσήχθησαν στην Ασφάλεια. Απέμειναν οι καπνοί των χημικών ουσιών, τα σπασμένα μάρμαρα και η αδυσώπητη οργή κρεμασμένη στα φορητά κιγκλιδώματα. Απέμεινε και ο φόβος. Κοινωνία που φοβάται είναι μία επικίνδυνη κοινωνία. Πολίτης που τρέμει είναι ένας ανελεύθερος πολίτης.
Εγκαταλείποντας το Καράκιοι
Όταν η Πολυξένη ανέβαινε τα απότομα σκαλιά, ήταν η πρώτη της φορά που θα ταξίδευε πάνω στο νερό. Κρατούσε σφιχτά το χέρι του τετράχρονου γιού της, του Κυριάκου. Άφηνε τη χώρα της και τη μεγάλη Πόλη για το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Πίστεψε και μαζί της πίστεψαν οι άλλοι και έχτισαν σε αυτή τη νέα χώρα. Έκαναν τα χώματα δικά τους. Τα υπερασπίστηκαν με το αίμα τους και τα πότισαν με τον ιδρώτα τους. Πάλεψαν για τη Δημοκρατία σε αυτή τη μικρή και άνυδρη χώρα. Έκαψαν με την ανάσα τους τα προδομένα όνειρά τους στις φυλακές και τα ξερονήσια. Σήκωσαν το ντουφέκι σε ξένους και αδελφούς. Κοίταξαν μπροστά και γρατζούνισαν με τα χέρια τους την Ιστορία αφήνοντας χαραματιές πάνω στο κορμί της. Ένας δικός μας από τα Βουρλά, ένας σχεδόν δικός μας από τη Μυτιλήνη, δύο ποιητάδες που σκάλισαν λέξεις στο βράχο και τις λέξεις τις έκαναν στίχους, και ένας Αλεξανδρινός, έκαναν γνωστή τη γλώσσα του Αιγαίου και των Κυδωνιών, σε όλο τον κόσμο. Ήταν… είναι αυτή η γλώσσα ο μοναδικός πλούτος. Ο διάλογος του Σωκράτη με τους μαθητές του είναι μοναδική πανανθρώπινη αναφορά στη Δημοκρατία. Ο «Επιτάφιος» του γόνου των Αλκμαιωνιδών η μοναδική προσευχή στην όαση της Ελευθερίας. Η Πολυξένη σιχαινόταν τις κραυγές και τις ύβρεις. Σιχαινόταν τις μεγάλες κουβέντες για το Έθνος και το Γένος. Ήξερε πως οι μεγαλοστομίες εκστομίζονται από εκείνους που στην κρίσιμη ώρα λακίζουν πρώτοι. Το ένιωσε τότε το 1922, το ξανάνιωσε στον πόλεμο, το έζησε στον Εμφύλιο, το αισθανόταν στις αρχές του ’60. Ήξερε πως οι μεγάλες κουβέντες είναι παραπάνω από κούφιες. Είναι επικίνδυνες.
Η μικρή άνυδρη χώρα ξύπνησε απότομα με εφιάλτες. Έμαθε να ζει με τους μύθους και τώρα, ξυπόλητη, τα βάζει με τους μυθοπλάστες. Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, αλλά χυδαία μυαλά. Φαίνεται πως τριάντα χρόνια ευημερίας τα πολλαπλασίασαν επικίνδυνα, ώστε τώρα να κραδαίνουν τη χατζάρα της απειλής σε ρυθμούς ανελευθερίας. Ο πραγματικός εχθρός είναι αυτός που βλέπει ο καθένας στο δικό του καθρέφτη.
 Του Νίκου Γεωργιάδη, από το athensvoice

8 Ιουλ 2011

Πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο;

Από εκείνη την Τετάρτη, όταν ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο στη Βουλή και όλοι παρακολουθούσαμε, άφωνοι και ανήμποροι, την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας, ένα ερώτημα βασανίζει το μυαλό μου: πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο;
Καταρχήν επιβάλλεται να κάνω δυο διευκρινίσεις: πρώτον, το ερώτημα δεν περιορίζεται στα γεγονότα της Τετάρτης. Και δεύτερον, το ερώτημα δε θέτει υπό αμφισβήτηση την προθυμία του κάθε Ελληνα να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη μπροστά σε οποιοδήποτε έξωθεν κίνδυνο.
Συνεπώς, το ερώτημα επικεντρώνεται στο πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν συμβιώνουμε μέσα στην επικράτεια του, με τις δομές και τους θεσμούς του, δηλαδή στο βαθμό που τον αντιλαμβανόμαστε ως το κοινό μας σπίτι.
Πόσο αγαπάμε, λοιπόν, αυτό τον τόπο, όταν οι πολιτικοί μας σκορπούσαν για δεκαετίες ολόκληρες αλόγιστα τις πιστώσεις που μας έδινε η ΕΕ, για να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να εισπράτουν πρώτα ζητωκραυγές και μετά ψήφους;
Πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο, όταν πάλι οι πολιτικοί μας φόρτωναν αυτόν και τις πλάτες μας με τεράστια δανεικά, για να συντηρούν ένα καταστροφικό πελατειακό κράτος, και μας κοίμιζαν, λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι θωρακισμένη»;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι από εμάς γέμισε τις τσέπες του με τους πόρους που του ανήκαν, και αδιαφορώντας για την κατάρρευση του;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι των πολιτών του έχει αυξήσει την περιουσία του με τη συστηματική φοροδιαφυγή, συνεπικουρούμενο από ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έκανε ό,τι μπορούσε για να την ενισχύσει; Και όταν αυτό το κομμάτι κάνει τώρα ό,τι μπορεί για να συμβάλλει στα κέρδη των τραπεζών του εξωτερικού, μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος των ρευστών περιουσιακών του στοιχείων έξω από τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν εφοριακοί που τοποθετήθηκαν, για να μεριμνήσουν για την είσπραξη εσόδων του κράτους, διαγράφουν συστηματικά ένα μεγάλο κομμάτι των εσόδων αυτών, αρκεί ένα ποσοστό τους να βρει το δρόμο για τις τσέπες τους;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν του στερούμε τις επενδύσεις που έχει ανάγκη σαν μάννα εξ ουρανού, με απαιτήσεις συγκέντρωσης πακτωλού εγγράφων, τα οποία μοναδικό σκοπό έχουν το «γρηγορόσημο», που θα εισπράξουν υπάλληλοι του Δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν νοσοκομειακοί γιατροί έχουν αναγάγει το fakellaki σε διεθνή ορολογία διαφθοράς, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία των ασθενών, και εξαπατώντας τους φορολογούμενους που τους πληρώνουν, ενώ εισπράττουν ταυτόχρονα, μαύρο, αφορολόγητο, χρήμα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν από το 2008 και μετά σπάμε και ρημάζουμε συστηματικά το κέντρο της πρωτεύουσας του, παραλύουμε τον εμπορικό πνεύμονά της και, μάλιστα, σε συνθήκες πτώχευσης, όταν ακόμα και η ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα αποτελεί τονωτική ένεση για τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν η αστυνομία, που είναι επιφορτισμένη να διασφαλίζει την τάξη, παίζει εδώ και χρόνια πετροπόλεμο με μια χούφτα μπαχαλάκηδες, και δε θέλει ή δεν μπορεί να τους συλλάβει, ενώ συχνά εκτονώνεται με επιθέσεις ενάντια σε πολίτες, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη βία;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν καταστρέφουμε το μοναδικό σχεδόν έσοδό του, τον τουρισμό, είτε επειδή μετατρέπουμε την πρωτεύουσα σε πεδίο μάχης, είτε επειδή βάζουμε το στενό κλαδικό συμφέρον πάνω από το γενικό και άλλοτε εμποδίζουμε τα κρουαζιερόπλοια να αποβιβάσουν τους τουρίστες, άλλοτε πάλι εμποδίζουμε τα πλοία της γραμμής να αποπλεύσουν;
Το ερώτημα «πόσο αγαπάμε τον τόπο» δεν παραπέμπει ούτε στην πατριδολατρεία, ούτε σε «ακραιφνή εθνικά φρονήματα», όπως τα λέγαμε παλιά.
Είναι ένα ερώτημα που ζητάει άμεση απάντηση.
Γιατί, αν τον αγαπάμε, τότε θα πρέπει επειγόντως να ξανασκεφτούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντί του.
Αν, πάλι, δεν τον αγαπάμε, τότε ας μην περιμένουμε, τουλάχιστον, ότι οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί και τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ θα τον αγαπήσουν περισσότερο από εμάς.
Εκτός κι αν μας διακατέχει η κουτοπόνηρη σκέψη: «Εντάξει, δεν τον αγαπάνε, αλλά δεν τους παίρνει να μη μας βοηθήσουν.»
Η σκέψη αυτή δεν εκφράζει μόνο έναν ακραίο κυνισμό, αλλά και ένα απροκάλυπτο μίσος για τον τόπο.
Του Πέτρου Μάρκαρη, από το aixmi.gr

6 Ιουλ 2011

Η τριτοβάθμια γεροντοκόρη!

Οταν θέλουν να την συστήσουν σημειώνουν πως είναι «μιας κάποιας ηλικίας», ευφημισμός που υποδηλώνει πως έχει ξεπεράσει προ πολλού κάθε όριο ηλικίας. Ντύνεται το 2011 όπως ντυνόταν και το 1980.
Δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε και σε κανέναν πια, στο σπίτι της επικρατεί το χάος της εγκατάλειψης, όμως κανείς δεν επιτρέπεται να μπει εκεί μέσα γιατί τη σκόνη και τα τρωκτικά τα προστατεύει η ασυλία της ιστορικής της ύπαρξης. Είναι άρρωστη, κινείται με μεγάλη δυσκολία όμως, όταν πάει κάποιος να την αγγίξει αυτή νομίζει ότι απειλείται η παρθενία της και βάζει τις φωνές. Δεν της περνάει από το μυαλό, εννοείται, ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να την διακορεύσει.
Κατ' αρχάς να επισημάνουμε κάτι. Η μεταρρύθμιση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που επιχειρείται είναι η μόνη απόπειρα μεταρρύθμισης η οποία δεν επικαλείται ούτε το Μνημόνιο, ούτε την τρόικα, ούτε κανέναν από τους δαίμονες που στοιχειώνουν το υπερήφανο εθνικό μας φρόνημα. Προκύπτει από τη γενική παραδοχή ότι το «ο Θεός να το κάνει σύστημα» των πανεπιστημίων μας είναι ξεχαρβαλωμένο.
Δεν γνωρίζω τις τεχνικές λεπτομέρειες της μεταρρύθμισης, και για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιαφέρει και να τις μάθω. Δεν με ενδιαφέρει να ξέρω, για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα εκλέγεται ο πρύτανης ή ποια θα είναι η σχέση του με τα συμβούλια και τα διαβούλια που τον περιστοιχίζουν. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι ότι όταν ακούω τους πρυτάνεις να ρητορεύουν δεν χρειάζεται να αναρωτιέμαι τι δεν πάει καλά σ' αυτόν τον τόπο. Κι αυτοί για τη θεσούλα τους αγανακτούν.
Διότι αναρωτιέμαι τι υπερασπίζονται. Ποια παιδεία παλεύουν να σώσουν και ποια επιστημονική έρευνα να διατηρήσουν; Διότι αυτοί πρώτοι οφείλουν να γνωρίζουν πως το έργο της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι εκ των πραγμάτων ακυρωμένο. Αυτοί πρώτοι οφείλουν να γνωρίζουν ότι όταν το εκπαιδευτικό έργο είναι προσανατολισμένο στην παραγωγή πτυχίων τα οποία χρησιμοποιούνται ως διαβατήρια για μια θέση στο Δημόσιο κι όταν το Ελντοράντο του Δημοσίου έχει προ πολλού πτωχεύσει, αυτό το ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να αναζητήσει αλλού την τύχη του. Αν είναι ικανό να το κάνει, εννοείται.
Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Υπάρχουν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που πιστεύουν στη δουλειά τους, που παράγουν έργο και, όπως όλοι όσοι παράγουν έργο σ' αυτόν τον τόπο δουλεύουν μέσα σε αντίξοες συνθήκες, με πρώτη και καλύτερη την κατεστημένη υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας που υπερασπίζεται τη «δωρεάν παιδεία» γνωρίζοντας πως αυτή κοστίζει μερικές χιλιάδες ευρώ το κεφάλι σε παραπαιδεία. Και για να κρίνω την αξία της προτεινόμενης μεταρρύθμισης, αυτούς περιμένω να ακούσω.
Απ' αυτήν την άποψη το πείραμα της μεταρρύθμισης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι υποδειγματικό. Οχι ως προς την αποτελεσματικότητά του για την οποία δυσπιστώ όπως όλοι μας. Ως προς τους όρους με τους οποίους γίνεται και ως προς τις αντιδράσεις που προκαλεί: αντιδράσεις ενός γερασμένου και άρρωστου σώματος που δεν θέλει να ακούει για γερατειά και για αρρώστιες.
Του Τάκη Θεοδωρόπουλου, από τα ΝΕΑonline

4 Ιουλ 2011

Η δημοσιογραφία της «ντουντούκας» ταΐζει το μίσος!

Η έκπληξη για τη διάχυση της βίας δεν είναι δικαιολογημένη, ειδικότερα όταν εκφράζεται από συλλογικότητες και πρόσωπα που συστηματικώς επιδίδονται στη λεκτική βία. Η ρητορική οξύτητα και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων που επικρατούν στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση καλλιεργούν το έδαφος για τα φαινόμενα βίας στους δρόμους.
Το κλίμα που υπάρχει στην πολιτική σκηνή παραπέμπει σε εμφυλιοπολεμικές περιόδους, τότε που ο στόχος δεν ήταν η αντίκρουση της πολιτικής θέσης του άλλου, η εξουδετέρωση της δυναμικής του μηνύματός του με την κατάθεση επιχειρημάτων, αλλά η δυσφήμησή του, η δαιμονοποίησή του και, τελικώς, ο εξοστρακισμός του από τη δημόσια σφαίρα με την ένταξή του στην κατηγορία των εχθρών του έθνους ή του λαού.
Μία φράση του Τρότσκι για τον Στάλιν την εποχή της μεγάλης ρήξης στο κόμμα των Μπολσεβίκων αποδίδει με ακρίβεια την κατάσταση: «δεν σημαδεύει τις ιδέες του αντιπάλου, σημαδεύει το σβέρκο του».
Όταν, για παράδειγμα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλος αποκαλεί τα στελέχη ενός κόμματος «ντιντήδες των βορείων προαστίων», ή προκαλεί με τις δηλώσεις του πολίτες αυτής της χώρας [«κοπρίτες», «μαζί τα φάγαμε»], ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για να ξεμυτίσει ένας ισοδύναμα εμπρηστικός λόγος που, αναγκαστικά, θα κινηθεί στο ίδιο ισοπεδωτικό και απαξιωτικό ύφος.
Όταν παράγοντες κόμματος, διανοούμενοι και δημοσιολόγοι μιλούν για «κυβέρνηση προδοτών», «Κουίσλιγκ» «κοινοβουλευτική χούντα» και χαρακτηρίζουν τον πρωθυπουργό «Τσολάκογλου», δεν μπορούν μετά να εμφανίζονται ενοχλημένοι επειδή στην πλατεία Συντάγματος φιγουράρει σε περίοπτη θέση το πανό με το ανιστόρητο και άθλιο σύνθημα ότι «η Χούντα δεν έπεσε το 1973».
Όταν νομίζεις ότι έχεις το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδεις πιστοποιητικά πατριωτισμού, αγωνιστικότητας και αριστεροσύνης , δεν μπορείς στη συνέχεια να οργίζεσαι που κάποιοι άλλοι με την ίδια απύθμενη ελαφρότητα σε τοποθετούν στην κατηγορία των εθνικιστών, των εξτρεμιστών, των μισθοφόρων του κενού και σε συνδέουν με τις ομάδες που οργανώνουν βανδαλισμούς, επιδρομικές επιχειρήσεις και υπηρετούν τις ιδεολογίες του νιχιλισμού και της καταστροφής.
Η λογική του μηδενικού αθροίσματος που επικυριαρχεί σ’ ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος και σ’ ορισμένους εξ αυτών που εκφέρουν δημόσιο λόγο από κεντρικούς διαύλους ενημέρωσης, είναι επικίνδυνη γιατί κλείνει όλες τις διόδους επικοινωνίας. Αν ο διάλογος και ο συμβιβασμός θεωρούνται εκ προοιμίου προδοτικές πράξεις, αν είναι δεσπόζον και περίκλειστο το σχήμα «εχθρός -φίλος», απομένει μόνον ο δρόμος της σύγκρουσης.
Δυστυχώς, νερό σ’ αυτό το μύλο του μίσους, της νοσηρότητας και των προκαταλήψεων ρίχνει και η «δημοσιογραφία της ντουντούκας». Έχει κανείς την αίσθηση ότι η σφαιρική ενημέρωση, ο ψύχραιμος σχολιασμός και η τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από τα διαδραματιζόμενα [προϋποθέσεις απαραίτητες για την ανιδιοτελή άσκηση του επαγγέλματος], έχουν υποκατασταθεί από το λίβελο, την ιαβέρεια στάση, τη στρατευμένη [σε παρατάξεις και συμφέροντα] ανάλυση, την πομπώδη καταγγελία, τις κραυγές.
Το σκηνικό συμπληρώνουν οι δίκες προθέσεων. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα όπου οι δημοσιογράφοι ξεκατινιάζονται, υβρίζοντας ο ένας τον άλλο, σε τέτοιο βαθμό στα ηλεκτρονικά, έντυπα και διαδικτυακά μέσα. Είτε θα είσαι φερέφωνο της διαπλοκής, είτε βαποράκι του συστήματος, είτε οργανικός διανοούμενος της πλουτοκρατίας, είτε τσιράκι της εργοδοσίας, είτε αριστοτέχνης της μνησικακίας, είτε νοσταλγός ολοκληρωτικών καθεστώτων, είτε προστάτης της ένοπλης ανυπακοής, είτε υπονομευτής του κοινοβουλευτισμού. Προφανώς, ξεχνούμε ότι οι λέξεις είναι όπλα. Ενίοτε, φονικότερα από τα πραγματικά.
Του Τάσου Παππά, από το aixmi.gr/

3 Ιουλ 2011

Η αλλαγή του πολιτικού Παραδείγματος!



Ένα από τα ερωτήματα που κυκλοφορούν είναι «αν και κατά πόσον το πολιτικό σύστημα που μας οδήγησε σ' αυτή την κρίση μπορεί και να μάς βγάλει από αυτή». Δύσκολο ερώτημα, διότι όπως έλεγε και ο μεγάλος φυσικός Νιλς Μπορ «οι προβλέψεις είναι δύσκολες, ειδικά όταν αφορούν το μέλλον». Αλλά, πάλι, το ερώτημα εμπεριέχει μια μπαγαποντιά. Πολλοί από όσους θέτουν το ερώτημα θεωρούν αξιωματικά ότι το πολιτικό σύστημα είναι κάτι που βρίσκεται έξω από τις κοινωνικές διεργασίες και αυτονομημένο κατάφερε να μάς οδηγήσει στην κρίση. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρούν ως το μέγιστο αμάρτημα αυτού τού πολιτικού συστήματος τον «φόβο τού πολιτικού κόστους». Δηλαδή κατηγορούν το πολιτικό σύστημα ότι δεν έδρασε επαρκώς αυτόνομα από την κοινωνική θέληση, ώστε να λάβει τα «αντιλαϊκά μέτρα» που απαιτούνταν για να μην οδηγηθούμε στην κρίση.
Αυτή η αφανής αντίφαση μπορεί να γίνει επικίνδυνη διότι υπονοείται ότι η δημοκρατία έχει τουλάχιστον ένα αδιέξοδο, τον φόβο του πολιτικού κόστους. Εμπεδώνεται σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ότι η σωτηρία δεν μπορεί να είναι προϊόν δημοκρατικής διεργασίας, αλλά πρέπει να επιβληθεί, είτε απ' έξω, είτε από πάνω. Οτι υπάρχουν κάποιοι άριστοι που ξέρουν καλύτερα από εμάς και θα μας σώσουν, θέλουμε δεν θέλουμε.
Η αλήθεια όμως είναι ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα, ούτε αμετάβλητο στον χρόνο. Υπήρξαν καλύτεροι και χειρότεροι πολιτικοί, υπήρξαν άνθρωποι που έπεισαν κι άλλοι που δεν έπεισαν, υπήρξαν κυβερνήσεις που πήραν μέτρα μπροστά σε εθνικούς κινδύνους κι άλλες που είπαν «ασ' το γι' αργότερα» και γι' άλλους.
Πιο λογικό είναι το ερώτημα αν οι σημερινοί πολιτικοί σχηματισμοί και οι πολιτικοί που τους απαρτίζουν -αυτοί, δηλαδή, που εκ της θέσεώς τους και εκ των πραγμάτων έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για αυτή την κατάσταση- μπορούν να μάς βγάλουν από αυτή την κατάσταση. Εδώ όμως ελλοχεύει κι ένα άλλο ερώτημα: αν όχι αυτοί, ποιοι;
Στο κλασικό του έργο «Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων» ο φιλόσοφος Τόμας Κουν περιγράφει τη διαδικασία αλλαγής επιστημονικού «Παραδείγματος». Αναφέρει ότι σε περιόδους που τα φυσικά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν από την κυρίαρχη επιστημονική θεώρηση («Παράδειγμα»), πρώτα επικρατεί μια περίοδος σύγχυσης. Οι επιστήμονες «μπορεί να χάνουν την πίστη τους και στη συνέχεια να εξετάζουν άλλες λύσεις, αλλά δεν απαρνούνται το Παράδειγμα που τους οδήγησε στην κρίση... Η απόφαση απόρριψης ενός Παραδείγματος είναι πάντοτε ταυτόχρονα η απόφαση αποδοχής ενός άλλου Παραδείγματος.» Κι αυτό είναι το λογικό: «Το να απορρίπτουμε ένα Παράδειγμα, χωρίς να το αντικαθιστούμε με κάποιο άλλο, ισοδυναμεί με απόρριψη της ίδιας της επιστήμης».
Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς στην περίοδο «κρίσης Παραδείγματος» και στην αναζήτηση μιας νέας θεώρησης των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων. Σ' αυτή την περίοδο θα ακούγονται πολλά και κάποια εξωφρενικά. Tην περίοδο που προηγήθηκε της Θεωρίας της Σχετικότητας εφευρέθηκε ο ανύπαρκτος «αιθέρας», για να εξηγηθούν διάφορα φαινόμενα. Επιπλέον, κατά τον Κουν «πολλοί έφτασαν να εγκαταλείψουν την επιστήμη γιατί δεν κατάφεραν να υπομείνουν την κρίση... να ζουν σ' ένα κόσμο δίχως συνοχή».
Η «αλλαγή Παραδείγματος» είναι μια επίπονη διαδικασία που χρειάζεται χρόνο. Θα προταθούν καινούργια πράγματα, θα υπάρξουν νέοι σχηματισμοί, κάποιοι θα πείσουν κι άλλοι όχι, αλλά στο τέλος κάτι νέο θα γεννηθεί.
Tου Πάσχου Mανδραβέλη, από την Καθημερινή.

2 Ιουλ 2011

Χρειαζόμαστε μια Αστυνομία που να μπορεί να προστατεύσει τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στο Σύνταγμα είναι μια ανοιχτή αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, μια προσπάθεια δημιουργίας λογικών πραξικοπήματος.

Ομάδες ακροδεξιών στοιχείων στην "πάνω πλατεία" και ομάδες κομμουνιστών τραμπούκων στην "κάτω πλατεία", αποτελώντας ένα μειοψηφικό αλλά δυναμικό κομμάτι των αγανακτισμένων πολιτών, προσπαθούν με απίστευτη ένταση και βία να εμποδίσουν άμεσα και πρακτικά τόσο την ειρηνική διαμαρτυρία των συμπολιτών τους, όσο και τη λειτουργία των θεσμών και του Κοινοβουλίου. Και παρεμπόδιση ή απαγόρευση της λειτουργίας της Βουλής έχουμε μόνο σε περιόδους χούντας.
Λόγω του αστείρευτου λαϊκισμού, που αποτελεί άλλωστε και μια από τις βασικές αιτίες της σημερινής κρίσης, οι ομάδες αυτές και οι φορείς που τις στηρίζουν, δεν καταγγέλλονται σχεδόν από κανένα. Αντίθετα προβάλλονται και "χαϊδεύονται" στα κανάλια και όποιος τολμήσει να ψελλίσει το αυτονόητο, ότι δηλαδή αυτή η λούμπεν απαξίωση του πολιτικού συστήματος, τα σπασίματα και η βία οδηγούν σε μαύρο ή κόκκινο φασισμό, δέχεται φοβερές φραστικές και σωματικές επιθέσεις.
Το φαιοκόκκινο μέτωπο (ναζιστές, κομμουνιστές, συνδικαλιστές, κομμάτι της Εκκλησίας και πατριδοκάπηλοι) αφού εμπόδισε κάθε πρόοδο τα τελευταία 30 χρόνια, δίνει την ύστατη μάχη οπισθοφυλακών και προσπαθεί να βυθίσει τη χώρα μαζί του, αν πρόκειται να χάσει τα προνόμιά του.
Από την άλλη πλευρά, η μετατροπή του κέντρου της Αθήνας σε απροσπέλαστο πεδίο συμβατικού και χημικού πολέμου είναι αδικαιολόγητη και η ευθύνη βαραίνει την ηγεσία του Υ.Π.ΠΟ και της ΕΛ.ΑΣ. που οφείλει να αποτρέπει τέτοια φαινόμενα, όχι να συμβάλλει στη δημιουργία τους.
Η Φιλελεύθερη Συμμαχία υποστηρίζει ότι η Αστυνομία έχει καθήκον να προστατεύει την τάξη και να εφαρμόζει τον νόμο ώστε να ισορροπούνται τα αλληλοσυγκρουόμενα δικαιώματα των πολιτών. Πρέπει λοιπόν να μην δημιουργεί περισσότερο χάος από αυτό που υπάρχει. Η Αστυνομία οφείλει να καλλιεργεί αίσθημα εμπιστοσύνης στους πολίτες. Οφείλει να αφοπλίζει, να ακινητοποιεί και να συλλαμβάνει τους ταραξίες αλλά όχι να βιαιοπραγεί. Η Αστυνομική βία καταστρέφει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και διαιωνίζει ένα φαύλο κύκλο ανομίας και απαξίωσης.
Οι δημοκράτες πολίτες, οι φίλοι της ελευθερίας και της προόδου έχουν χρέος και ευθύνη να αντιπαρατεθούν στον ανορθολογισμό, στη βία και στη χυδαιότητα της αυτοδικίας, των στημένων "λαϊκών συνελεύσεων" και της απολυταρχικής αστυνομοκρατίας.
Ανακοίνωση της Φιλελεύθερης Συμμαχίας, για τα επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας.

1 Ιουλ 2011

Κλέφτες συνθημάτων!

Στο Σύνταγμα προστέθηκε τις τελευταίες ώρες ένα τεράστιο πανό με σύνθημα: «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Ωραίο είναι , εύηχο είναι και είναι τοποθετημένο στην αριστερή, όπως κοιτάμε τη Βουλή, γωνία. Τις επόμενες μέρες ίσως κάνει και σουξέ. Κάτω από το πανό μια κυρία, την Δευτέρα το μεσημέρι εξηγούσε σε μια τηλεοπτική κάμερα – αγνώστων λοιπών στοιχείων – ότι «δεν θα πληρώσει τα ληστρικά τους δάνεια». Αναφερόταν σε ένα δάνειο κατοικίας που είχε πάρει αλλά για να προσδώσει κύρος και αγωνιστικό περιεχόμενο στην άρνηση της, χρησιμοποιούσε πληθυντικό («δεν θα πληρώσουμε»)! Στο πλάι της, κρατώντας την αγκαζέ, μια κοπελίτσα – κόρη της μάλλον, 15, 16 το πολύ 18 - πρόσθετε : «Δεν θα πληρώσουμε όπως δεν πλήρωσαν οι Αμερικανοί μέχρι που αναγκάστηκε ο Ομπάμα να τους χαρίσει τα δάνεια». Αυτό το τελευταίο δεν ξέρω πού το βρήκαν, πιθανόν είναι μια από τις «αποκαλύψεις» του ελληνικού ίντερνετ.
Είναι φανερό ότι μες την αναμπουμπούλα των τελευταίων εβδομάδων, ο καθένας προσπαθεί να χώσει, στις πλατείες, ό,τι μπορεί. Και οι υπόλοιποι «Αγανακτισμένοι» - αλλά και όλοι οι πολίτες – είναι υποχρεωμένοι να συμφωνούν ή να κάνουν πως συμφωνούν με όλες αυτές τις… τερατογενέσεις. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Απόστολου Δοξιάδη στην Καθημερινή της Κυριακής, για τα «διόδια» που έπρεπε να καταβάλουν όσοι ήθελαν να κινηθούν στην πάνω πλευρά του Συντάγματος. «Μουντζώνεις περνάς – δεν μουντζώνεις δεν περνάς» ήταν η σύσταση μια ομάδας μπρατζωμένων μεσήλικων. Για να αποφύγουν μάλιστα την πιθανή έκρηξη των αληθινά «Αγανακτισμένων πολιτών» έχουν εμφανιστεί παραλλαγές του τύπου : «Αποφασισμένοι πολίτες», «αγωνιζόμενοι πολίτες» και πάει λέγοντας. Και όλοι για να αποκτήσουν ακροατήριο χρησιμοποιούν λίγο από τα αγωνιστικά «χάι λάιτ» των περασμένων δεκαετιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σύνθημα «ψωμί παιδεία ελευθερία – η χούντα δεν τελείωσε το 73», που έχει υψωθεί ακριβώς απέναντι από το κοινοβούλιο. Πήραν το τιμημένο «ψωμί παιδεία ελευθερία», αναζήτησαν μια κατάληξη σε «ια» και κατέληξαν στο «η Χούντα δεν τελείωσε το 73». Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι ούτε η ιστορία δεν συμφωνεί μαζί τους, καθότι όντως η χούντα δεν τέλειωσε το 73. Το 73 έγινε το Πολυτεχνείο, ακολούθησε η «απόσυρση» του Παπαδόπουλου και η άνοδος του Ιωαννίδη. Η Χούντα έπεσε το 74 μετά τα εγκλήματα στην Κύπρο (και ως εγκλήματα δεν εννοώ μόνο την εισβολή των Τούρκων – αλλά αυτά δεν είναι του παρόντος).
Το καταπληκτικότερο παράδειγμα κλοπής συνθημάτων είναι πάντως η γαλαζιοκόκκινη αφίσα που θα βρεις σε όλες τις κολώνες στο Σύνταγμα (αλλά και στα Εξάρχεια, στο Κολωνάκι, στο Γκάζι). Έχει έξι συνθήματα και τα έξι κλεμμένα: «Όχι στους κατακτητές, τους τοκογλύφους, τους κερδοσκόπους». Μην βιαστείτε να βγάλετε συμπέρασμα (δεν πρόκειται για αντιευρωπαϊστές). Σύνθημα δεύτερον : «Δεν πουλάμε - αγωνιζόμαστε». Εδώ είναι σαφής ο συνδικαλιστικός … ρεαλισμός (αλλά κρατήστε και μια πισινή). «Να φύγει η κυβέρνηση της υποταγής» (σύνθημα 3ον, ουπς! λές νάναι αριστεριστές;) – «ανατροπή τώρα» (σύνθημα 4ον). Και εκεί που κοντεύεις να πιστέψεις ότι είναι κάτι σαν εθνική φράξια του ΚΚΕ έρχεται το 5ο σύνθημα να σε αποτελειώνει. «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Έτσι ακριβώς, όπως το φώναζε ο Ανδρέας το ‘80. Αλλά δεν τελειώσαμε, σύνθημα 6ον : «Ουστ κυβέρνηση – τρόικα». Γηπεδικός τσαμπουκάς στην ολοκλήρωση. Ποιος τα υπογράφει όλα αυτά; Η Δημοκρατική Ανεξάρτητη Κίνηση Εργαζομένων. Και επειδή ούτε αυτό θα σας λέει τίποτα (όλοι «δημοκράτες», «ανεξάρτητοι» και «κινηματίες» είμαστε σε αυτή τη χώρα), σας λέω ότι πρόκειται για την περιβόητη ΔΑΚΕ. Ο συνδικαλιστικός βραχίονας δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας μας καλεί να πούμε ουστ στους πράσινους της υποταγής για να γυρίσει η Ελλάδα στους (γαλάζιους ανυπότακτους) Έλληνες! Γιαυτό σας λέω, μέρες που 'ναι, να είσαστε υποψιασμένοι ποιος φωνάζει δίπλα σας. Εν ανάγκη κάντε και καμιά ερώτηση: Εσύ που ήσουνα στο «πάρτι»;
Του Σταύρου Θεοδωράκη από το protagon.gr