"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

18 Σεπ 2016

Η μικρή Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα.

Αναδημοσίευση από τις Πληκτρολογίες

Μονολογεί και πάλι μέσω της ΕΡΤ ο Αλέξης Τσίπρας. Κούφια λόγια, λόγια μιας απελπισμένης αριστεράς και πολλών διαψευσμένων ελπίδων. Μια απέραντη κενότητα πολιτικής, ιδεών, σχεδίων, μια ατέλειωτη φλυαρία κι αναμάσημα των ίδιων και των ίδιων αντιλήψεων, ιδεοληψιών, ψεμάτων.

Είναι θλιβερή και φοβισμένη, πλέον, η φωνή που ακούγεται από το βήμα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει καμιά σχέση με το σάλπισμα της αριστεράς της ελπίδας, δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ιδέες της αριστεράς των αγώνων για ελευθερία, δημοκρατία, σοσιαλισμό. Είναι ένας ήχος μονότονος, ένας ενοχλητικός θόρυβος, μια κουρασμένη απ’ τις επαναλήψεις ηχώ από το χτες.

Ο ομιλητής δεν θέλει ή δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί, ότι είναι πρωθυπουργός και πολιτικός ηγέτης όλων των Ελλήνων, δεν μπορεί να κατανοήσει τις ευθύνες που σηκώνει στις πλάτες του, τις ζωές που κρέμονται απ’ τα χείλη του, τις ανάσες που κόβονται σε κάθε του λέξη, τις ελπίδες που διαψεύδονται σε κάθε ατάκα που απελπισμένα εκβιάζει το χειροκρότημα του ακροατηρίου.

Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι το κράτος των διορισμών, των επιδοτήσεων και των βοηθημάτων. Η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα είναι μια χώρα παρίας, αυτή τη χώρα που βολεύεται να εκπροσωπεί, γι’ αυτόν το λαό που αρέσκεται να ομιλεί και σ’ αυτόν αισθάνεται άνετα όταν απευθύνεται. Εκεί, στο μίζερο και το παραπονιάρικο ταμπεραμέντο του ταιριάζει ο λόγος που εκφέρει. Η δικαιοσύνη του εξαντλείται εκεί που τελειώνει η μισαλλοδοξία κι ο κοινωνικός αυτοματισμός, εκεί που το μίσος τυφλώνει κι η αλητεία νομιμοποιείται.

Το Ελληνικό κράτος που ονειρεύεται ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει, όχι μόνο γιατί δεν έχει τους αναγκαίους πόρους, αλλά γιατί το κράτος, με ευθύνη όλων όσων κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι σήμερα, έχει συγκεκριμένες παθογένειες, αγκυλώσεις και δυσλειτουργίες, οι οποίες, αφενός μεν εμποδίζουν πλέον την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος κονωνικής προστασίας, και, προπαντός, υπονομεύουν διαρκώς και συστηματικά την ανάπτυξη της χώρας και της κοινωνίας στο σύνολό της.

Τον Αλέξη Τσίπρα δεν τον ενδιαφέρει ν’ αντιμετωπιστούν αποφασιστικά, ριζοσπαστικά και σχεδιασμένα οι παραπάνω αδυναμίες, δεν είναι στις προθέσεις του αυτό το κράτος – λάφυρο ν’ αλλάξει, να εκσυγχρονιστεί, να νοικοκυρευτεί. Αυτές οι λέξεις είναι ακατάλληλες, νεοφιλελεύθερες, ξεπουλημένες κατά τον ιδεοληπτικό συλλογισμό του. Είναι βγαλμένες από το μνημονιακό καταστροφικό σχέδιο των δανειστών και των εγχώριων φερέφωνών τους [των «προσκηνημένων»]. Γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει το κράτος που υπόσχεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Η περιστολή των δαπανών του δημοσίου σημαίνει κατ’ αυτόν απολύσεις, γιατί δεν θέλει ν’ αγγίξει τις σπάταλες κι αναποτελεσματικές διαδικασίες του. Η εξοικονόμηση πόρων του κράτους σημαίνει κατ’ αυτόν ξεπούλημα, γιατί δεν θέλει ν’ ανατραπούν κατεστημένες δομές και συντεχνιακές ισορροπίες. Η απλούστευση διαδικασιών κι η αξιολόγηση του προσωπικού σημαίνει κατ’ αυτόν αυταρχισμός και διαφθορά, γιατί επιδιώκει πάση θυσία τον έλεγχο του κράτους και των μηχανισμών του.

Πάλιωσε πολύ γρήγορα ο Αλέξης Τσίπρας, πιο γρήγορα ακόμα κι απ’ τις διαψευσμένες αυταπάτες του. Αδυνατώντας να σταθεί με αξιώσεις, κύρος κι υπευθυνότητα σε μιαν εξουσία που λυσσαλέα διεκδίκησε και, τελικά, κατέκτησε, επιστρατεύει, πλέον, ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν οδηγός πολιτικής επιβίωσης σε έκτακτες συνθήκες.

‘Ο,τι φθαρμένο και παλιό από ένα πολιτικό σύστημα που λυσσαλέα πολέμησε κι απαξίωσε, αποτελεί την πρώτη του επιλογή, το πρώτο του επιχείρημα, την πρώτη του εξαγγελία. ‘Ο,τι κατεστημένο και ισχυρό από ένα σύστημα συμφερόντων και διαπλοκής που ακατάπαυστα κατακεραύνωνε και κατήγγειλε αποτελεί την προμετωπίδα της διαφάνειας, την αποθέωση της εξυγίανσης, την αδιάσειστη απόδειξη του δημόσιου συμφέροντος.

Δεν μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να πάρει τη χώρα στις πλάτες του και να την οδηγήσει με ασφάλεια στη σταθερότητα, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ανάπτυξη. Δεν έχει τη δύναμη, τη δυνατότητα και το κουράγιο, δεν έχει το υπόβαθρο και την κουλτούρα του εργάτη, του δουλευταρά, του μαχητή.

Δεν έχει το ιδεολογικό εύρος και το πολιτικό σθένος να πολεμήσει πραγματικά για την Ελλάδα που στα λόγια ευαγγελίζεται. Αυτή την Ελλάδα, που μόνο μέσα στα χαρτιά του των ομιλιών του ανακαλύπτει και περιγράφει, είναι μια άγνωστη γι’ αυτόν και τις ιδέες του χώρα, μια ξένη χώρα που τελεί μάλιστα υπό κατοχή, γιατί ανήκει στην Ευρώπη, σ’ αυτήν την πληγωμένη και προβληματική Ευρώπη, την Ευρώπη που σ’ αυτή τη φάση κυριαρχούν οι συντηρητικές δυνάμεις, κι είναι οι δυνάμεις που έχουν την ισχύ, τα μέσα και την ικανότητα να επιβάλουν τη θέλησή τους [έχουν όμως και το χρήμα].

Δεν πολεμάει για την Ευρώπη ο Αλέξης Τσίπρας, την Ευρώπη πολεμάει κι ό,τι αυτή μπορεί ν’ αντιπροσωπεύει για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τη συνεργασία των λαών. Δεν πιστεύει σ’ αυτή την Ευρώπη, όχι γιατί είναι σήμερα συντηρητική, αλλά γιατί, παρά τα σοβαρά, αλλά όχι άλυτα, προβλήματά της, εξακολουθεί να είναι φιλελεύθερη, δημοκρατική, ενωμένη. Σ’ αυτήν την Ευρώπη δεν χωράει η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα. Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει μιαν Ελλάδα για τον εαυτό του, στυλ ΣΥΡΙΖΑ 3%, ελεγχόμενη, κατευθυνόμενη, δογματική, με αυταρχισμό και φράξιες. Σ’ αυτή την Ελλάδα και μόνο απευθύνεται μονότονα, μελαγχολικά, μπαγιάτικα. Αυτή τη νέα μικρή Ελλάδα θέλει να κυβερνάει.

Χωράμε σ’ αυτή την μικρή Ελλάδα που έχει στο μυαλό του ο πρωθυπουργός; [Εμείς, νομίζω, είμαστε πολλοί για να φύγουμε…]

14 Σεπ 2016

Η «κουλτούρα» που διαχέεται

Του Νίκου Βατόπουλου, από την Καθημερινή.

Υπάρχει στην Ελλάδα μια κουλτούρα που έχει διαχυθεί παντού. Έχει εισχωρήσει στους πόρους του κοινωνικού σώματος, έχει γίνει αποδεκτή είτε ως επιλογή είτε ως αναγκαίο κακό. Είναι η κουλτούρα ΣΥΡΙΖΑ. Η κουλτούρα αυτή δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τον πολιτικό χώρο που εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ευρύτερη και απλώνεται ως στάση ζωής, ως αισθητική, ως τρόπος κατανόησης του κόσμου, ως αντίληψη του ίδιου μας του εαυτού σε ένα κόσμο περίπλοκο, δυσνόητο και ταχύ. Ταυτίζεται, όμως, με τις καθεστωτικές αντιλήψεις του ΣΥΡΙΖΑ, εκπροσωπείται από τον κόσμο του και επιβάλλεται ως μηχανισμός που συντηρεί έννοιες όπως η κοινωνική αλληλεγγύη με εξίσωση προς τα κάτω και η διαίρεση της κοινωνίας σε καλούς και κακούς. Όλη αυτή η θολή αντίληψη στηρίζεται κατά κανόνα στο βαθύ, δομικό και αρραγές κόμπλεξ για οτιδήποτε ξεχωρίζει ως καλύτερο.

Η κουλτούρα αυτή παρέχει περίβλημα προστασίας και κατά κανόνα είναι εξαιρετικά επιεικής με όσους την ασπάζονται ή την αποδέχονται και αμείλικτη με όσους την αρνούνται ή την αποστρέφονται. Η κουλτούρα αυτή σφραγίζει την Ελλάδα. Δεν γνωρίζω πότε ξεκίνησε να γίνεται κυρίαρχη και να δηλητηριάζει την παιδεία, την καθημερινότητα, τον τρόπο θέασης και κατανόησης του διεθνούς περιβάλλοντος. Ενδεχομένως, να υπήρχε «από πάντα», ενδεχομένως να ενισχύθηκε από τη χούντα, από το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ του ’80, από τους αμόρφωτους της λαϊκής Δεξιάς και από τη μάζα της Αριστεράς. Μικρή σημασία έχει να αναλυθεί η καταγωγή αυτής της ιδεολογικής μάστιγας. Σημασία έχει ότι σήμερα πρυτανεύει και εξουσιάζει τον τρόπο σκέψης εκατομμυρίων Ελλήνων. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η αντοχή του, παρά την καταστροφή που έχει επιφέρει, την εξαπάτηση των πολιτών και την αβυσσαλέα ανικανότητα σε όλα τα επίπεδα, οφείλονται σε αυτήν την κουλτούρα, που τώρα βρήκε εκπρόσωπο στην απολύτως φυσιολογική συγκατοίκηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ. Η κουλτούρα αυτή, φθηνή, δακρύβρεχτη, ψυχοπονιάρα, αυστηρή στα εύκολα και φυγόπονη στα δύσκολα, έχει την ιδιότητα να γεννά κόλακες και αυλάρχες, να προκαλεί χειραψίες και χειροκροτήματα. Βραχείας διάρκειας αλλά δηλητηριώδους σημασίας. Είναι η κουλτούρα που διαχέεται και μέσα από τερατώδεις παρεξηγήσεις κρατά τη χώρα σε διαρκή υπανάπτυξη.

12 Σεπ 2016

Ο ληστής τρελάθηκε

Του Νίκου Μαραντζίδη, από την Καθημερινή
Ένας ανθρωπολογικός μύθος αποδίδει την ίδρυση του κράτους στη στιγμή που ένας περιπλανώμενος ληστής αποφάσισε να αλλάξει τρόπο ζωής και ζήτησε από τους κατοίκους μιας κοινότητας να επιτρέψουν σ’ αυτόν και στους άντρες του να εγκατασταθούν μόνιμα και νόμιμα στο χωριό τους αναλαμβάνοντας τη συντήρησή του. Αυτός, ως αντάλλαγμα, θα τους παρείχε προστασία από τους άλλους ληστές, που με τη δράση τους μάστιζαν τη περιοχή.
«Γιατί όχι;» σκέφτηκαν οι κάτοικοι. Κουρασμένοι καθώς ήταν από την προσπάθεια να υπερασπιστούν το βιος τους από τους διψασμένους, για λεία, εισβολείς, βρήκαν την ιδέα πρακτική. «Αντί να αγωνιούμε και να ανησυχούμε διαρκώς για την περιουσία μας, είναι καλύτερα να πληρώνουμε σταθερά από κάτι ο καθένας μας σε ένα ληστή που θα αναλάβει να μας προστατεύει από τους εξωτερικούς κινδύνους», φέρεται πως είπαν. «Στο κάτω κάτω, αυτός ο ληστής θα είναι ένας από εμάς, θα συντηρείται από εμάς και άρα θα έχει κάθε συμφέρον να μας φέρεται καλά ώστε να ευημερούμε για να μπορεί να ευημερεί κι εκείνος. Αν εμείς πεινάμε, θα δυστυχήσει και αυτός», πρόσθεσαν οι πιο ορθολογικοί.
Σύμφωνα με τον μύθο, η ιδέα αποδείχτηκε λειτουργική και ενθουσίασε τους κατοίκους. Και στη συνέχεια όχι μόνο τους ανθρώπους εκείνου του χωριού αλλά και των υπολοίπων χωριών της περιοχής, ώσπου κάθε χωριό αναζητούσε ένα ληστή προκειμένου να τον «υιοθετήσει». Από εκείνη τη στιγμή, και έπειτα, οι άνθρωποι ήξεραν πού θα έπρεπε να απευθύνονται κάθε φορά που κάποιοι απειλούσαν τη ζωή τους ή την περιουσία τους.
Και ο ληστής όμως δεν βγήκε χαμένος. Από τη σκληρή, γεμάτη κινδύνους και αβεβαιότητα, ζωή της παρανομίας που διήγε τώρα μπορούσε να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους και να απολαμβάνει τη φιλοξενία τους. Του έδιναν τα χρήματά τους, του ζητούσαν τη γνώμη του για θέματα ευταξίας και κοινωνικής ειρήνης, κατέδιδαν σε αυτόν, και στους άνδρες του, τον κακοήθη γείτονα που έκλεβε από την περιουσία τους. Σταδιακά ξεχάστηκε το παρελθόν του ληστή, και αυτός απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη και κύρος από οποιονδήποτε άλλον πολίτη. Ο πρώην ληστής έγινε, χωρίς να αντιληφθεί κανείς πώς ακριβώς, ανώτερος όλων και οι άνδρες του «μονιμοποιήθηκαν». Με τα χρόνια, αποφάσισε να αναμειχθεί περισσότερο στη ζωή των ανθρώπων. Δεν περιοριζόταν στα θέματα της τάξης αλλά ρύθμιζε σχεδόν ολόκληρη την κοινωνική ζωή: την οικονομία και το εμπόριο, την εκπαίδευση, τις μεταφορές. Βέβαια ο πολυπράγμων πρώην ληστής, που τώρα ονομαζόταν κράτος, απαιτούσε ολοένα και περισσότερους πόρους από τους κατοίκους.
Με τα χρόνια, τα πράγματα εξελίχθηκαν. Κάποιες κοινωνίες κατάφεραν να ευημερήσουν, ενώ κάποιες άλλες δεινοπαθούσαν από αυταρχικούς ή σπάταλους πρώην ληστές που τους είχαν επιβληθεί ολοκληρωτικά και δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτούς. Οι κοινωνίες πλέον δεν ήξεραν να ζήσουν χωρίς τον ρόλο των πρώην ληστών. Ένιωθαν συχνά πως είχαν γίνει δούλοι μιας κατάστασης από την οποία δεν μπορούσαν να απεγκλωβιστούν ή δεν ήθελαν να βγουν. Αραιά και πού, μόνο, οι άνθρωποι όταν ήταν πολύ δυσαρεστημένοι εξεγείρονταν, απαιτώντας να πληρώνουν λιγότερους φόρους ή να τους φέρονται καλύτερα.
Ακόμη κι αν είναι απολύτως φανταστική αυτή η ερμηνεία της καταγωγής του κράτους, μας βοηθάει να βρούμε αναλογίες με τις συνθήκες στη χώρα μας. Δεν υπάρχει μάλιστα αμφιβολία πως ο δικός μας ληστής έχει αποτρελαθεί τελείως. Αφού έκανε για δεκαετίες μια σπάταλη και διεφθαρμένη ζωή, τώρα που του τελείωσαν τα δανεικά, ξεζουμίζει τους κατοίκους με φόρους.
Όλοι αντιλαμβανόμαστε πως είναι τέτοια η έκρηξη των φόρων που οι πολίτες  βρίσκονται  σε  μια κατάσταση οιονεί δουλείας και σίγουρης απελπισίας. Ιδιαίτερα η μεσαία τάξη, που διέθετε κάποιας μορφής περιουσία, είναι τώρα δέσμια και ταπεινωμένη σε  μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα σε  δύο  προβληματικές  επιλογές: είτε να αρνείται να ανταποκριθεί στους φόρους επιδεικνύοντας μια ασυνήθιστη,  για  τη  διαπαιδαγώγησή της, ανυπακοή – είτε ρυθμίζοντας τη ζωή της  με δόσεις  να απασχολείται  διαρκώς με το εφιαλτικό ερώτημα: «Τι πρέπει να πληρώσω αυτόν τον μήνα;».
Είναι προφανές πως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν. Άνθρωποι και επιχειρήσεις αναχωρούν κάθε μέρα από τη χώρα μας για να ζήσουν σε κράτη με μεγαλύτερο σεβασμό στον φορολογούμενο πολίτη ή, έστω, με μεγαλύτερη ευφυΐα για το δικό τους καλό. Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει αδιαμαρτύρητα τη φορολογική της εξόντωση εν ονόματι της σωτηρίας του κράτους. Πολύ περισσότερο, δε, αν αυτό το κράτος συμπεριφέρεται σαν ένας σπάταλος εκβιαστής, ο οποίος κάθε φορά που του λείπουν τα ποσά που έχει αυθαίρετα ορίσει ως απαραίτητα για τη διαβίωσή του, επιβάλλει φόρους και απειλεί τους πολίτες με φυλακίσεις, κατασχέσεις και δημόσια διαπόμπευση σε περίπτωση που αυτοί φανούν ασυνεπείς στις οικονομικές τους «υποχρεώσεις» προς το κράτος.

7 Σεπ 2016

Πώς εμείς οι πιο αντιμνημονιακοί ξεμείναμε με τα ατελείωτα μνημόνια;

Του Σπύρου Βλέτσα, από την athensvoice.gr

Κάθε τόσο ο Αλέξης Τσίπρας σε διεθνείς συναντήσεις μιλάει για την Ευρώπη που πρέπει να αλλάξει, να ξαναβρεί τις αξίες της και για «την ανάγκη να τεθεί στο τραπέζι ένα νέο σχέδιο για την επόμενη μέρα. Να υπάρξει ένα new deal, μια νέα συμφωνία για μια Ευρώπη που θα εμπνεύσει ξανά τους λαούς της και ιδίως τους νέους ανθρώπους».
Στο μεταξύ, ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός εμφανίζεται σαν ο κάτοχος της λύσης για τα ευρωπαϊκά προβλήματα, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν φαίνεται να έχουν και τόση ανάγκη τις ιδέες του. Όλες οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα. Εκείνος που οδήγησε τη χώρα του σε μια μεγάλη καταστροφή, την οποία οι πολίτες της θα πληρώνουν για χρόνια, έχει το απίστευτο θράσος να υποδεικνύει λύσεις στους ηγέτες χωρών που τα καταφέρνουν, ευκολότερα ή δυσκολότερα. 
Η Ισπανία, παρότι περνά μια δύσκολη πολιτική κρίση και έχει υπηρεσιακή κυβέρνηση, πέτυχε ανάπτυξη 3,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2016 με δημιουργία 216.000 νέων θέσεων εργασίας. Το 2015 οι άνεργοι στην Ισπανία μειώθηκαν κατά 354.000 άτομα. Δεν είναι μόνο η Ισπανία. Όλες οι χώρες της Ευρώπης που εντάχθηκαν σε πρόγραμμα σταθεροποίησης σήμερα βρίσκονται σε θετικό έδαφος, μειώνοντας την ανεργία και αυξάνοντας τα εισοδήματα.
Εδώ η ύφεση συνεχίζεται και οι εξαγωγές ήταν μειωμένες το πρώτο πεντάμηνο το 2016 κατά 12% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2015. Εκείνο που αυξάνεται είναι οι φόροι: ΦΠΑ, εστίαση, ξενοδοχεία, κινητή τηλεφωνία, καύσιμα, ίντερνετ, κρασί, μπίρα. Όλα αυτά  σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου κανείς δεν διανοείται να αυξήσει τους φόρους.
Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είχε επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2014, ξεπερνώντας  τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών. Για τη διετία 2015-16 όλοι προέβλεπαν ανάπτυξη που θα πλησίαζε το 7%. Με αυτή την οικονομική μεγέθυνση το κράτος θα είχε μεγαλύτερα έσοδα χωρίς να χρειαστεί να ανέβουν οι φόροι.
Είναι παράδοξο πώς μια τόσο μεγάλη οικονομική ζημιά έχει γίνει αποδεκτή από μεγάλο μέρος της κοινωνίας σαν μια φυσιολογική ή αναπόφευκτη εξέλιξη. Σαν η καταστροφική αυτή κατάληξη να ήταν αποτέλεσμα ανυπέρβλητων εξωτερικών παραγόντων και όχι κατόρθωμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν συγκρίνουμε τη σημερινή ανοχή των πολιτών με το πώς αντιμετωπίστηκε η ίδια η οικονομική κρίση. Οι περισσότεροι συμπολίτες μας ήταν πεπεισμένοι ότι κάποιος εξωτερικός δάκτυλος διέκοψε βίαια την ευημερία μας. Ακόμη και σήμερα, μετά από όσα έχουν συμβεί, υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι να  υιοθετήσουν και να διακινήσουν αντιφατικές και εξωπραγματικές θεωρίες για το πώς καταλήξαμε στα μνημόνια.
Υπάρχουν συμπολίτες μας που υποβαθμίζουν και περιφρονούν την ανάπτυξη του 2014 ενώ οι ίδιοι νοσταλγούν την ανάπτυξη και τις ωραίες μέρες της περιόδου πριν την κρίση. Θεωρούν ασήμαντη την ανάπτυξη που είχε η χώρα πριν την κυβέρνηση Τσίπρα. Δεν θέλουν να δουν ότι δεν στηρίχτηκε ούτε στα ελλείμματα, ούτε στον δανεισμό, ούτε στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, αφού είχαμε πρωτογενές πλεόνασμα και οι εισαγωγές δεν ξεπερνούσαν τις εξαγωγές μας. Αντίθετα με την περίοδο 2008-9, που μέσα σε μια διετία το κράτος δανείστηκε σχεδόν 60 δισ. και έριξε μεγάλο μέρος τους στην αγορά. Τότε η οικονομία δούλευε με  την κατανάλωση και τις εισαγωγές που ξεπερνούσαν τις εξαγωγές κατά περίπου 65 δισ. στη διετία.
Αυτό που φαίνεται κάθε μέρα είναι πόσο ακριβά πληρώσαμε και θα εξακολουθήσουμε να πληρώνουμε, όχι μόνο το πάρτι εκείνης της περιόδου, αλλά και την πρόθεση ορισμένων να χτίσουν καριέρες και να εμπορευθούν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Εκμεταλλευόμενοι την προθυμία των πολιτών να υποκαταστήσουν τα γεγονότα με βολικές θεωρίες συνωμοσίας και ρηχές αντικαπιταλιστικές αναλύσεις, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και τηλεδιασκεδαστές οικοδόμησαν την αντιμνημονιακή υπερπαραγωγή. 
Τώρα που ο λογαριασμός από τα αποτελέσματα αυτής της τεράστιας απάτης έφτασε στους πολίτες και οι  δήθεν εξωτερικοί εχθροί (Μέρκελ, Σόιμπλε, ΔΝΤ) τελείωσαν, επινοούνται νέοι εχθροί (διαπλοκή) και εφαρμόζονται καινούρια κόλπα. Ο σκοπός είναι στο ηθικολογικό δίπολο καλοί-κακοί να αντικατασταθούν οι «κακοί», αλλά οι «καλοί» να παραμείνουν οι ίδιοι.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες που βρέθηκαν σε προγράμματα σταθεροποίησης δεν είναι θλιβερή για την Ελλάδα μόνο στο πεδίο της οικονομίας. Είναι θλιβερή και στο πεδίο των θεσμών και του δημόσιου διαλόγου.
Την ώρα που εμείς κατατροπώναμε τη λιτότητα, τους μερκελιστές και τους γερμανοτσολιάδες, οι άλλοι διόρθωναν τα προβλήματα των οικονομιών τους. Έτσι εμείς –οι πιο αντιμνημονιακοί– ξεμείναμε με τη λιτότητα διαρκείας και τα ατελείωτα μνημόνια.
Και καταλήξαμε να μοιάζουμε με τους «Μοιραίους» που ο Κώστας Βάρναλης περιέγραφε (σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, βέβαια) στο γνωστό ποίημά του:
- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί! 
Δύσκολο να  βρει κανείς τι φταίει στη χώρα της χαμένης αυτογνωσίας. 

6 Σεπ 2016

Θυσίασαν τη χώρα για την εξουσία

Του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, από το capital.gr
Πριν από έναν περίπου χρόνο, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε μία πολύ συγκεκριμένη συμφωνία προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία. Υποσχέθηκε στους Ευρωπαίους δύο πράγματα. Πρώτον ότι θα λάβει όποια μέτρα απαιτηθούν για να μπορέσει η χώρα να ζει με τις δικές της δυνάμεις μετά το 2018, δεύτερον ότι θα λειτουργήσει η Ελλάδα ως μία αποθήκη ψυχών για τις προσφυγικές ροές. 
Και τα δύο τα υλοποιεί με καταστροφική διαχείριση. Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά, οδηγεί τη χώρα σε περαιτέρω μείωση του βιοτικού επιπέδου ενισχύοντας την εσωτερική υποτίμηση και ισοπεδώνοντας τον πληθυσμό, ιδιώτες και επιχειρήσεις. Μην έχοντας γνώσεις και πολιτική φιλοσοφία να καταρτίσει σχέδιο ανάπτυξης και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης, διάλεξε τον εύκολο δρόμο της εξαθλίωσης. Και για να αμβλύνει τις αντιδράσεις αξιοποίησε στο έπακρο τη λογική του "αφού δεν μπορώ να δώσω άρτο, θα δώσω θέαμα". Και έριξε στην επικοινωνιακή αρένα τον υποτιθέμενο πόλεμο κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς, αλλά και την φορολογική επίθεση κατά των υποτιθέμενων "προνομιούχων". Μέσα σε αυτό τον σχεδιασμό εντάχθηκε και η υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών.
Στο μέτωπο του προσφυγικού προβλήματος, οι διαθέσεις αρχίζουν σιγά σιγά να φαίνονται και να πέφτουν οι μάσκες. Από τα hot spots υποδοχής, περνάμε τώρα στα κέντρα διαμονής. Αυτό σε όσους διαθέτουν απλή λογική σημαίνει ότι από προσωρινό, το πρόβλημα γίνεται μόνιμο. Και η συζήτηση που ανοίγει για την "επιστροφή" στην Ελλάδα προσφύγων που προωθήθηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, προφανώς και δεν προμηνύει τίποτε το θετικό. Όπως επίσης τίποτε το θετικό δεν προμηνύει και η έντονη διακύμανση – συνήθως προς το δυσμενέστερο – των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία. 
Εκείνο φυσικά που δεν καταλαβαίνουν αλλά ενδεχομένως και δεν τους ενδιαφέρει, είναι ότι οι εξελίξεις στην Ευρώπη απειλούν να επιβαρύνουν πολύ περισσότερο την θέση της χώρας. Η ενίσχυση ή και επαπειλούμενη επικράτηση ευρωσκεπτικιστών και ακραίων πολιτικά μορφωμάτων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, σε καμιά περίπτωση δεν ευνοεί την Ελλάδα. Η πολιτική κατάρρευση της κυρίας Μέρκελ στη Γερμανία με ενίσχυση των δυνάμεων του ακροδεξιού εθνικιστικού AdF, ο κίνδυνος για την ευρωπαϊκή συνοχή που θα συνεπάγεται επικράτηση της Λεπέν στη Γαλλία, η απροθυμία όλο και περισσότερων χωρών να συνδράμουν οικονομικά τις ευπαθείς χώρες (όπως η δική μας), η πρόθεσή τους να κλείσουν πλέον ερμητικά τα σύνορα για να αναχαιτίσουν τα προσφυγικά κύματα, προφανώς δημιουργεί ένα αρκετά προβληματικό, αν όχι δυσοίωνο μέλλον για εμάς. 
Και ποιον έχουμε καπετάνιο στο καράβι που κλυδωνίζεται από τα κύματα; Μία κυβέρνηση που δεν έχει καμία αίσθηση του κινδύνου και η οποία αντίθετα σπεκουλάρει πολιτικά πάνω σε αυτόν. Η τακτική της αποσάθρωσης του οικονομικού ιστού της χώρας, δεν περικλείει μόνο την απειλή του να "γίνει η χώρα Βουλγαρία...", αν και πλέον αυτό ίσως και να είναι δυστυχώς μειωτικό για τη γείτονα (...). Ο πραγματικός κίνδυνος είναι να πέσουμε πολύ πιο χαμηλά. Χωρίς παραγωγικές τάξεις, χωρίς επιχειρηματικότητα, με διαλυμένη την φοροδοτική δυνατότητα της κοινωνίας, με κατάρρευση των δημόσιων εσόδων, του ασφαλιστικού συστήματος και των κοινωνικών δομών. 
Όσο δεν το καταλαβαίνουν και συνεχίζουν να παίζουν παιχνιδάκια με γνώμονα την αποσύνθεση και όχι τη σύνθεση και την ανάπτυξη, η χώρα όπως τη γνωρίζουμε έχει ημερομηνία λήξης. Και ας υποστηρίξει ό,τι θέλει ο πρωθυπουργός στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης προσπαθώντας να κάνει το μαύρο άσπρο. Αυτό είναι το διακύβευμα που πρέπει να αντιπαλέψει, να εμποδίσει και να αποτρέψει ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος. Πρέπει να σταματήσει η πορεία προς τον γκρεμό. Γιατί δυστυχώς, οι σημερινοί κυβερνώντες έλαβαν την απόφαση να θυσιάσουν την χώρα για την εξουσία. 

3 Σεπ 2016

Ο Ρομπέν των αδειών

Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr

Η διαπλοκή  ήταν το τελευταίο ανάχωμα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πριν την πλήρη ταύτισή τους με τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η ρητορική του κ. Καμμένου δεν περιλαμβάνει πια κανένα άλλο κεφάλαιο. Όντως δεν τους βάρυναν ευθύνες για την έλλειψη ουσιώδους ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου τα προηγούμενα χρόνια ενώ βοηθούσε και το ύψος των δανείων ορισμένων σταθμών. Έτσι δημιούργησαν τον εχθρό που είχαν ανάγκη. Ήταν ο μόνος διαθέσιμος  από τη στιγμή που κάθε άλλη αναφορά στο παρελθόν των μισητών πασοκονεοδημοκρατών συνοδευόταν από την οδυνηρή υπενθύμιση ότι το παρόν των ηθικά υπέροχων είναι χειρότερο.
Φούσκωσαν λοιπόν τεχνητά τη δύναμή του εναπομείναντος εχθρού, του έδωσαν εξωπραγματικές σκοτεινές ικανότητες και  μεγέθυναν υπερβολικά την υποτιθέμενη επιρροή του στον λαό. Έτσι τα κανάλια, στην πιο αδύναμη φάση της ιστορίας τους, με πρόγραμμα συρρικνούμενο και φτωχότερο από ποτέ και με διαρκώς μειούμενη επιδραστικότητα σε μία κοινωνία που όλο και περισσότερο ενημερώνεται από το Διαδίκτυο, ντύθηκαν με το ζόρι τη λεοντή του ανίκητου εχθρού. Μόνο έτσι μπορούσαν να δημιουργήσουν οι κυβερνώντες έναν αξιοπρεπή αντίπαλο να απορροφήσει όλη τους τη συσσωρευμένη επιθετικότητα, που άλλοτε διοχετευόταν ανεμπόδιστα σε ένα σωρό γερμανοτσολιάδικους στόχους. Όσο μεγαλύτερος φάνταζε ο εχθρός τόσο μεγαλοπρεπέστερη η νίκη των δυνάμεων του φωτός  και τόσο εμφατικότερη η υπενθύμιση ότι ο σημερινός φίλος της Μέρκελ είναι Αριστερός.
Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν εκουσίως ταπεινωτική . Θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει μια από τις δεκάδες διαθέσιμες ασφαλείς  μεθόδους πλειστηριασμών, από τις οποίες η βιβλιογραφία είναι γεμάτη, που ακόμα και το δικό μας κράτος έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν για προκηρύξεις διαγωνισμών πολλών δις. Δεν υπηρετούσαν το σκηνικό μέρος της ιδέας που για αυτούς ήταν το κυριότερο, για αυτό δημιούργησαν μία ακόμα παγκόσμια πατέντα. Διότι παγίως στοχεύουν στα χαμηλά  ένστικτα ενός κομματιού του λαού που διασκεδάζει το φθόνο του για τους πλούσιους με την ιδέα ότι αυξάνεται ο ΦΠΑ στα ιδιωτικά σχολεία ή ότι ο Κυριακού κοιμήθηκε στρωματσάδα. Και από πάνω τους παίρνουν και 246 εκατομμύρια και τα χαρίζουν στα αδύναμα στρώματα του λαού. Το σόου ολοκληρώθηκε. Μετά αρχίζουν οι αριθμοί αλλά από αυτούς δυστυχώς δεν καταλαβαίνει η κοινωνία.
Η πώληση των αδειών ήταν μνημονιακή υποχρέωση και τα έσοδα ήταν εγγεγραμμένα στον προϋπολογισμό, άρα κανένα δικαίωμα να τα μοιράσει στους φτωχούς δεν έχει ο Ρομπέν Τσίπρας. Αντιθέτως θα λείψουν από τα έσοδα του κράτους και των ταμείων τα σημαντικά ποσά που συνεισέφεραν σε φόρους και εισφορές τα κανάλια που κλείνουν υποχρεωτικά, ενώ χάνονται τα δάνεια που έχουν πάρει αφού οι επιχειρηματίες δεν τα κλείνουν με δική τους ευθύνη (δεν αναφερόμαστε στη δουλειά και τις αποζημιώσεις που χάνουν οι εργαζόμενοι γιατί δεν είναι της ΕΡΤ). Είναι τα δάνεια για τα οποία είχαν στήσει  το υπερθέαμα της εξεταστικής της Βουλής  όταν κατασκεύαζαν τον μπαμπούλα εχθρό (συνολικά τα δάνεια των καναλιών αποτελούν το 0.7% των κόκκινων δανείων και τα μισά είναι εξυπηρετούμενα) αλλά οι άνθρωποι έχουν τη μοναδική ικανότητα να χάνουν χρήματα τη στιγμή που πείθουν τον λαό ότι του τα επιστρέφουν. Για μια φορά ακόμα ο Ρομπέν δεν θα είναι συνεπής στο ραντεβού του.

31 Αυγ 2016

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ή ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Σε μια δήλωση της Tασίας Χριστοδουλοπούλου πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου είχα διαβάσει τη φράση «ο ΣΥΡΙΖΑ δε μπορεί διαλεκτικά, φιλοσοφικά, πολιτικά να γίνει μνημονιακό κόμμα μέσα σε μία ημέρα επειδή υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο.» Mου ξύπνησε μια γλυκόπικρη μνήμη της νεότητάς μου (η φράση, όχι η Τασία Χριστοδουλοπούλου) όταν στα χρόνια της δικτατορίας είχα περάσει κι εγώ από την Αριστερά, κάνοντάς με ταυτόχρονα να αναρωτηθώ: πόσοι άνθρωποι χωρίς την εμπειρία μιας τέτοιας ένταξης καταλαβαίνουν σήμερα τη σημασία της λέξης «διαλεκτικά» στη συγκεκριμένη δήλωση; Κι ακόμη περισσότερο: πόσοι άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν αυτή τη σημασία μπορούν να εμβαθύνουν στο τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα στο συλλογικό νου του Σύριζα;
Στην τελευταία ερώτηση θα απαντούσα: λίγοι, πολλοί λίγοι. Γιατί η κατανόηση της λέξης «διαλεκτικά», σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι κλειδί στην εννόηση ενός ολόκληρου διανοητικού κόσμου, ενός συνολικού σύστηματος γνωσιακών μηχανισμών που κυριαρχεί στο νου των κυβερνώντων μας, του καθενός ξεχωριστά αλλά και αυτού που είναι της μόδας να ονομάζεται “συλλογικότητα”.
Όποιος δεν ξέρει το νόημα της λέξης “διαλεκτικά” σε αυτό το πλαίσιο, το βάρος και τις σημασίες που κουβαλάει, δεν έχει τα διανοητικά εργαλεία για να καταλάβει σε βάθος το πως ακριβώς σκέφτονται στο Σύριζα—είναι σα να κοιτά μικρο-οργανισμούς με μεγεθυντικό φακό αντί για μικροσκόπιο, ή τα αστέρια με κυάλια αντί για τηλεσκόπιο.
Για το λόγο αυτό, οι περισσότερες αναλύσεις που προσπαθούν να μπουν στις ενδόμυχες σκέψεις των κυβερνώντων, και από εκεί να διαβάσουν τα κίνητρά τους, μας μιλούν για δυο εναλλακτικές: ή α) ότι είναι οι απόλυτα κυνικοί αρριβίστες, ικανοί να υπογράψουν τα πάντα και να κάνουν όλους τους συμβιβασμούς για να μείνουν στην εξουσία, πλήρως ασυνείδητοι και αναίσθητοι, ή β) είναι υποκριτές που έχουν ένα σκοτεινό και καταχθόνιο σχέδιο, σοφά μελετημένο, βάσει του οποίου προχωρούν βήμα-βήμα προς τη μετατροπή της κοινωνίας μας σε κομμουνιστική. Ξεφεύγει όμως ένα τρίτο ενδεχόμενο, που έχει το πλεονέκτημα ότι είναι κοντύτερα στον τρόπο που έχουν μάθει να σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι εξ απαλών πολιτικών ονύχων, εκπαιδευμένοι καθώς είναι και στη θεωρία (λιγότερο όμως, γιατί θέλει διάβασμα) αλλά και περισσότερο στην πράξη (συμπεριλαμβανομένης και της καφενειακής) αυτού που οι ίδιοι αποκαλούν μαρξιστική-λενινιστική σκέψη. Για να καταλάβουμε το τρίτο αυτό ενδεχόμενο, που έχει μέσα του κομμάτια και από τα δύο πρώτα, χρειάζεται η ειδικότερη γνώση, γνώση στην οποία κυριαρχεί η ειδική σημασία της λέξης “διαλεκτικά”. Αυτή είναι ακριβώς η σημασία με την όποια τη χρησιμοποιεί στο παραπάνω απόφθεγμα η τέως υπουργός που έγινε διάσημη στο πανελλήνιο όταν μας είπε ότι οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι μετανάστες «λιάζονται». Και αυτή η σοφία της άλλωστε, όπως θα δούμε, ίσως να ήταν μια κατά κάποιο τρόπο διαλεκτική ερμηνεία του φαινομένου.
Τονίζω πριν συνεχίσω ότι η σημασία της λέξης «διαλεκτική» σε όσα ακολουθούν είναι ειδική. Όσοι έχετε απαντήσει τη λέξη στον Αριστοτέλη ή τους στωϊκούς, στην ιστορία της φιλοσοφίας, στο Χέγκελ ή στον Κώστα Αξελό, ξεχάστε όσα μάθατε. Σε αυτά που ξέρετε η διαλεκτική μπορεί να είναι συνώνυμο της λογικής, μπορεί να είναι μέθοδος για την αναζήτηση της αλήθειας μέσω της συζήτησης, μπορεί να είναι ένα σχήμα δυναμικής εξέλιξης των φαινομένων ή της σκέψης, που προχωράει από τη θέση, στην αντίθεση, στη σύνθεση. Αυτά στην κομμουνιστική έννοια της διαλεκτικής δεν ισχύουν, όπως δεν ισχύουν και σε περιπτώσεις που υιοθετείται ο όρος σε εκδοχές της μετακομμουνιστικής αριστεράς. Η χρήση αυτή της λέξης ξεκινά από τα γραπτά του Μαρξ, και τη διαλεκτική ως μέρος του συστήματος που ονομάζει «διαλεκτικό υλισμό». Εδώ βρίσκουμε τα πρώτα παραδείγματα της εφαρμογής της παράξενης εκδοχής της που διατηρούν, όμως, σε σύγκριση με όσα ακολούθησαν, ακόμη κάποια επαφή με την κλασσική αντίληψη της λογικής. Αυτή σβήνει εντελώς όταν η διαλεκτική αυτού του τύπου τελειοποιείται (που λέει ο λόγος) μέσα από τη χρήση της από τον Λένιν, τους μπολσεβίκους του και, κατά δική τους διδασκαλία, τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης στις πρώτες δεκαετίες της ζωής τους. Ήδη, στη δεκαετία του 1920, η διαλεκτική για την οποία μιλάμε έχει πάρει την τελειωτική μορφή της.
Δύο άκρως ενήμεροι και άκρως ευφυείς μάρτυρες των χειροτέρων εφιαλτών του εικοστού αιώνα (κομμουνιστικού και φασιστικού) έχουν αναλύσει στα βιβλία τους την κομμουνιστική διαλεκτική, όπως την έμαθαν στο δικό τους πέρασμα από την Αριστερά.
Ο πρώτος είναι ο Άρθουρ Καίσλερ, που περιγράφει πως, ως νεαρός κομμουνιστής στη Γερμανία της αρχής της δεκαετίας του 1930, εκπλήσσεται όταν βλέπει την κομματική εφημερίδα να διαστρέφει πλήρως τα γεγονότα της επικαιρότητας. Συγκεκριμένα, τον εντυπωσιάζει ένα κύριο άρθρο όπου δηλώνεται ότι οι κυβερνώντες τότε σοσιαλιστές υποστηρίζουν τους Ναζί—αυτό ενώ είναι πασίγνωστο ότι η κυβέρνησή έχει μόλις διεξαγάγει μια εκτεταμένη αστυνομική επιχείρηση, διαλύοντας τους μηχανισμούς τους. Ακούγοντάς τον να εξανίσταται, μας λέει ο Καίσλερ, «ο Έντγκαρ (ο καθοδηγητής του) χαμογέλασε. “Βλέπεις ακόμη τα πράγματα με μηχανιστική ματιά”, μου είπε και στη συνέχεια μου εξήγησε τη διαλεκτική προσέγγιση. Η πράξη της αστυνομίας, είπε, ήταν μια απλή προκάλυψη, για να κρύψει τις πραγματικές διαθέσεις της κυβέρνησης. Αν και είναι πιθανό μερικοί σοσιαλιστές ηγέτες να είναι υποκειμενικά εναντίον των Ναζί, εξήγησε, το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι αντικειμενικά εργαλείο του Ναζισμού. Στ᾽ αλήθεια, μάλιστα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι ο κύριος εχθρός, γιατί έχει διασπάσει την εργατική τάξη, αποσπώντας ένα μέρος της. … Πρόταξα την αντίρρηση (λέει ο Καίσλερ) ότι τη διάσπαση την είχαν κάνει οι ίδιοι οι κομμουνιστές, όταν αποχώρησαν το 1919 από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. “Πάλι σκέφτεσαι μηχανιστικά”, μου είπε πάλι ο Έντγκαρ. “Tυπικά αν το δεις είμασταν η μειοψηφία. Αλλά εμείς ενσαρκώναμε την επαναστατική αποστολή του προλεταριάτου. Κι έτσι, αρνούμενοι να ενταχθούν στη δική μας γραμμή, οι σοσιαλιστές ηγέτες διέσπασαν την εργατική τάξη και έγιναν λακέδες της αντίδρασης».
Το δεύτερο παράδειγμα είναι από τον μεγάλο ποιητή και δοκιμιογράφο, τον νομπελίστα Τσέσλαφ Μίλος. Έχοντας ζήσει ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο επεβλήθη ο κομμουνισμός στην πατρίδα του, την Πολωνία, ο Μίλος βλέπει τη διαλεκτική στην πράξη ως το εργαλείο εκείνο που αφαιρεί από τους υπηκόους του νέου καθεστώτος κάθε δυνατότητα διανοητικής άμυνας. Τι κι αν κάποιοι διανοούμενοι σαν κι αυτόν αντιτάσσουν σε συζητήσεις γεγονότα, στοιχεία, αριθμούς—είναι τόσο ανίκανοι να αντικρούσουν έναν έμπειρο κομματικό διαλεκτικό όσο ένας στρατιώτης του πεζικού ένα τανκ. Γράφει ο Μίλος: «Η μία και μοναδική μέθοδος είναι σωστή. Τα πάντα την αποδεικνύουν σωστή. Διαλεκτική: κάνω την πρόβλεψη ότι το σπίτι θα καεί, μετά περιχύνω το φούρνο βενζίνη. Το σπίτι καίγεται. Η πρόβλεψή μου επιβεβαιώνεται. Διαλεκτική: προβλέπω ότι ένα έργο τέχνης ασυμβίβαστο με τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι άχρηστο. Κατόπιν βάζω τον καλλιτέχνη σε ένα περιβάλλον όπου το έργο του είναι όντως άχρηστο. Η πρόβλεψή μου επιβεβαιώνεται».
Σύμφωνα με τον Καίσλερ και τον Μίλος η διαλεκτική, σε αυτό το πλαίσιο, είναι το άκρο αντίθετο από αυτό που την ήθελε ο Αριστοτέλης, δηλαδή μεθοδολογία της λογικής σκέψης. Στην κομμουνιστική εκδοχή αυτό που ονομάζεται διαλεκτική είναι ουσιαστικά μια μεθοδολογία παραχάραξης της αλήθειας, που όμως υποδύεται—εδώ έχουμε μέρος του παλαιοκομμουνιστικού σύνδρομου της επανάστασης-ως-επιστήμης—και θέλει να διεκδικεί τον τίτλο της λογικής σκέψης, και μάλιστα της επιστημονικής. Αυτό η κομμουνιστική διαλεκτική το κάνει καταργώντας πλήρως, ή και συχνά αντιστρέφοντας, τη σχέση αιτίου-αιτιατού, παραδοχής-συμπεράσματος, αλλά και συχνότατα, όπως στο παράδειγμα του Καίσλερ, καταδικάζοντας το οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός δεν αρέσει στον διαλεκτικό ως “υποκειμενική” αντίληψη, ενώ η “αντικειμενική”—χωρίς πρόσθετη στήριξη—είναι αυτή που ορίζει ο ίδιος. Έτσι είναι διότι έτσι νομίζουμε, δηλαδή.
Αυτή η έννοια της διαλεκτικής εξηγεί τέλεια την κάθε αλλαγή στρατηγικής ενός κομμουνιστικού κόμματος, κάθε αλλαγή πορείας (όπως τη νομίζουν όσοι «δε βλέπουν τα πράγματα διαλεκτικά»), κάθε λάθος (παρομοίως) ή ασυνέπεια (επίσης.) Έτσι, ας πούμε, στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές του 1930, που οι σοσιαλιστές καταδικάζονται βάσει της διαλεκτικής ως «σοσιαλφασίστες» όπως μας το λέει και ο Καίσλερ πιο πάνω, δηλαδή ως «αντικειμενικά» φασίστες που διασπούν την εργατική τάξη αφαιρώντας ψήφους και μέλη από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Όμως το 1934, όταν η Κομμουνιστική Διεθνής αλλάζει τακτική, και υιοθετεί τη θεωρία του «λαϊκού μετώπου», οι σοσιαλιστές γίνονται αίφνης σύμμαχοι, και κύριος εχθρός είναι ο ναζισμός. Τα παλιά επιχειρήματα εναντίον τους ξεχνιώνται, κι όποιος τα επικαλείται σκέφτεται «μηχανιστικά». Έλα όμως που το 1939 ο Στάλιν τα κάνει πλακάκια με τον Χίτλερ, μέσω του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Αν το δει αυτό κανείς με «μηχανιστική σκέψη» ή μείνει στο «υποκειμενικό», το Σύμφωνο μοιάζει να παραβιάζει όσα έλεγαν οι κομμουνιστές τα προηγούμενα έξι χρόνια. Κι όμως, με εφαρμογή της διαλεκτικής η συνθηκολόγηση με τον Χίτλερ αναδεικνύεται (ο όρος «αποδεικνύεται» εδώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως παρωδία) σε άκρως συνεπής με τα προηγούμενα και «αντικειμενικά» σωστή. (Παρεμπιπτόντως, οι έλληνες κομμουνιστές απέφυγαν τη γελοιοποίηση να πρέπει να δοξάσουν το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, καθώς ήταν στις φυλακές του Μεταξά. Κι αυτό ήταν πραγματικά ένα κάποιο κέρδος για τη φήμη τους, κυρίως στην Κατοχή: η ανάγνωση των κομματικών εφημερίδων των—τότε ελεύθερων ακόμη—γάλλων κομμουνιστών, είναι πραγματικά ανατριχιαστική.) Φυσικά, όταν ενάμιση χρόνο μετά ο Χίτλερ επιτίθεται στη Σοβιετική Ένωση, όλα αυτά αλλάζουν πάλι, και έρχονται τούμπα. Αλλά όποιος το επισημάνει, και πάλι, «σκέφτεται μηχανιστικά».
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχα κι εγώ προσωπική εμπειρία αυτής της έννοιας της διαλεκτικής. Συμμετέχοντας σε κομματικές συζητήσεις, στα λεγόμενα «ακτίφ», ή μιλώντας με τον καθοδηγητή μου (τον άμεσο προϊστάμενο, κομμουνιστή) προσπαθούσα στην αρχή να υποστηρίξω απόψεις που μου φαίνονταν λογικές, ή επέμενα να προςπαθώ να καταλάβω τα φαινόμενα και σε συνάρτηση με κάποια διαβάσματά μου, με όσο μυαλό μου είχε δώσει ο Θεός. Εις μάτην. Κάθε φορά που εξέφραζα διαφωνία με την (πάντοτε προαποφασισμένη) κομματική γραμμή, μου εξηγούνταν ότι «η λογική μου είναι μηχανιστική», ότι αυτά που λέω μπορεί να ισχύουν «υποκειμενικά», αλλά ότι η χρήση της διαλεκτικής δείχνει ότι «αντικειμενικά» έχω λάθος. Μπρος σε ένα τέτοιο οδοστρωτήρα, και στην αδυναμία να κερδίσεις μάχη με τη διαλεκτική ανώτερου κομματικού στελέχους, έχεις δύο εναλλακτικές: ή την αποδέχεσαι ή φεύγεις. Έφυγα κι εγώ κάποια στιγμή (τρία χρόνια έμεινα περίπου) αλλά έως ότου να φύγω συμβιβάστηκα με αυτό τον τρόπο σκέψης. Ο τρόπος που το κάνεις είναι μαθαίνοντας να χρησιμοποιείς και εσύ αυτή την ωραία, βολικότατη διαλεκτική. Αν καταφέρεις και παραμερίσεις τη λογική σου, η μέθοδος έχει άλλωστε μεγάλες χαρές: μπορεί να αποδείξεις τα πάντα, ακόμη και ότι η μέρα είναι νύχτα, ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη γη, ή ότι οι πολίτες της Βόρειας Κορέας είναι πιο ευτυχείς από της Βόρειας Καρολίνας. Για ένα φοιτητή των μαθηματικών, που είχε μάθει να χύνει πολύ ιδρώτα για μια απόδειξη, ήταν ευχάριστη ανάπαυλα.
Και επανέρχομαι στη δήλωση της Tασίας Χριστοδουλοπούλου, από όπου ξεκίνησα: «Ο ΣΥΡΙΖΑ δε μπορεί διαλεκτικά, φιλοσοφικά, πολιτικά να γίνει μνημονιακό κόμμα μέσα σε μία ημέρα επειδή υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο.» Τι πάει να πει αυτό, και συγκεκριμένα το «διαλεκτικά»; «Ο ΣΥΡΙΖΑ δε μπορεί διαλεκτικά να γίνει μνημονιακό κόμμα επειδή υπέγραψε το τρίτο Μνημόνιο». Δηλαδή; Σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης της κυρίας Χριστοδουλοπούλου δηλαδή–που σίγουρα δεν είναι μόνο δικός της μέσα στο κόμμα–ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να υπέγραψε ένα μνημόνιο αλλά αυτό δεν τον κάνει μνημονιακό. Γιατί; Γιατί έτσι της λέει η χρήση της διαλεκτικής. Διαλεκτική: Το να υπογράφει ο ΣΥΡΙΖΑ μνημόνια μπορεί υποκειμενικά να φαίνεται σε εμάς μνημονιακό, αλλά αντικειμενικά δεν είναι. Είναι μάλιστα αντι-μνημονιακό, αφού, ας πούμε, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέγραφε τα μνημόνια θα έπεφτε η κυβέρνηση, και τότε θα ερχόταν μια άλλη κυβέρνηση στην εξουσία, αντικειμενικά μνημονιακή. Ενώ, υπογράφοντάς τα ο αντικειμενικά αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ μας σώζει από τους μνημονιακούς. Αυτοί, οι μνημονιακοί, λένε ότι τώρα και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μνημονιακός. Αλλά αυτή τους η αντίληψη είναι υποκειμενική, όπως μας δείχνει η διαλεκτική.
Μπλεχτήκατε; Εξασκηθείτε λίγο με τρία παραδείγματα διαλεκτικής σκέψης:

1) Ο Αλέξης Τσίπρας προεκλογικά είχε κατηγορήσει τη φαυλότητα των αναξιοκρατικών διορισμών ημετέρων και το νεποτισμό. Μόλις όμως ήρθε στην εξουσία το κόμμα του διόρισε ημέτερους και συγγενείς. Αυτό μπορεί να σας φαίνεται υποκειμενικά φαύλο και νεποτικό, αλλά αντικειμενικά δεν είναι. Διαλεκτική: οι τωρινοί διοριζόμενοι, ημέτεροι και συγγενείς, διορίζονται για να παραμείνει στην εξουσία μια κυβέρνηση που μάχεται τις φαύλες και νεποτικές κυβερνήσεις, άρα το μέτρο είναι διαλεκτικά αντιφαύλο και αντινεποτικό.
2) Κάποιοι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ δε δήλωσαν τις μεγάλες ακίνητες περιουσίες τους. Αν το δείτε μηχανιστικά, αυτό είναι παράνομο και ανήθικο. Αλλά δείτε το διαλεκτικά. Διαλεκτική: οι υπουργοί που δε δήλωσαν τις περιουσίες τους αντικατέστησαν τους προηγούμενους, που ήταν μνημονιακοί. Άρα η πράξη τους να μη δηλώσουν είναι αντιμημονιακή, και άρα αντικειμενικά νόμιμη και ηθική.
3) Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούσε προεκλογικά τη δεξιά για υπερεθνικισμό, και είχε πάγιες αντιδεξιές θέσεις όπως το διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους. Όταν έγινε κυβέρνηση συνεργάστηκε με ένα ακροδεξιό υπερεθνικιστικό κόμμα, που είναι εναντίον του διαχωρισμού Εκκλησίας-Κράτους…. Έτσι νομίζετε; Κάνετε λάθος. Σκέφτεστε μηχανιστικά. Διαλεκτική: Υποκειμενικά οι ΑΝΕΛ είναι ακροδεξιοί και υπεθνικιστές. Αντικειμενικά όμως είναι προοδευτικοί διεθνιστές. Αυτό το βλέπετε από τη συνεργασία τους με τον ΣΥΡΙΖΑ, που είναι προοδευτικό και διεθνιστικό κόμμα. Άρα ίδιοι είναι και όσοι συνεργάζονται μαζί τους. Αντικεμενικά, πάντα.
Συμπερασματικά, να πω μόνο ότι ο Αλέξης Τσίπρας είπε μια μεγάλη αλήθεια όταν παραδέχτηκε ότι έχει αυταπάτες. Αυτό που δεν είπε όμως, και προσωπικά δε νομίζω ότι είναι σε θέση να καταλάβει, είναι ότι η αυταπάτη είναι ο μόνιμος τρόπος σκέψης τους, του ίδιου και των συντρόφων του. Είναι ο τρόπος που τους δίδαξε η κομμουνιστική τους παιδεία. Ο διαλεκτικός τρόπος σκέψης.

Αλλά, θα μου πείτε, εγώ είμαι αντικειμενικά ένας αντιδραστικός διανοούμενος. Και, βέβαια, για να επικαλούμαι τον Αριστοτέλη αντί τον Μαρξ, σκέφτομαι εν προκειμένω μηχανιστικά.

30 Αυγ 2016

Το στήσιμο μιας ελεγχόμενης μιντιοκρατούμενης δημοκρατίας


Του Γιώργου Αντωνίου , από μη μαδάς τη μαργαρίτα

Η κυβερνητική πολιτική για τις άδειες των τηλεοπτικών καναλιών θα έπρεπε να είναι πιο ανοιχτή, πιο δεκτική στην πολυφωνία, πλουραλιστική και δημοκρατική, να διασφαλίζει την ύπαρξη πολλών υγιών καναλιών για όλα τα γούστα και όλες τις πολιτικές απόψεις, ακόμη και τις αντιπολιτευτικές, να εξασφαλίζει πολλές θέσεις εργασίας σε πολλούς εργαζόμενους και πρόσθετα έσοδα στο κράτος από τη φορολόγηση αυτών των ευάριθμων καναλιών... Αντ' αυτών παρατηρούμε σειρά αντιδημοκρατικών, αντισυνταγματικών και αντιδεοντολογικών αυθαιρεσιών που προωθούν τα υπεύθυνα κυβερνητικά στελέχη και παππαδάκια του κόμματος... Οι αυθαιρεσίες αυτές θυμίζουν τους κοινοβουλευτισμούς υπό έλεγχο των Πούτιν και Τσάβες, δηλαδή μη ευρωπαϊκές, ελεγχόμενες δημοκρατίες, εδώ με νεοκομμουνιστικό, “σοβιετικό” άρωμα... Βλέπετε πολεμούν τη διαφθορά που ενεδρεύει στα “βοθροκάναλα”... Πώς; Προωθώντας τα αυριανά κανάλια που θα τους λιβανίζουν, που θα ανήκουν στους δικούς τους καπιταλιστές, τα νέα δικά τους τζάκια, των φιλικά προσκείμενων δύο μεγαλοεπιχειρηματιών.

Πρέπει οι κυβερνητικοί υπεύθυνοι να μας εξηγήσουν γιατί τα επιτρεπόμενα από την αυταρχική κεντρική εξουσία τους, κανάλια, να είναι 4 και όχι 8 ή 14;;; Να το παίξουμε καλύτερα στην κολοκυθιά; Έχετε μια κολοκυθιά που κάνει 4 ...κολοκύθια! Και γιατί να κάνει 4; Αμ' πόσα θες να κάνει; Ας κάνει 14! Και γιατί να κάνει 14; Αμ' πόσα θες να κάνει; Ας κάνει 10! κ.ο.κ... Έτσι θα μπορέσουμε να τα καθορίσουμε ...ορθολογικότερα! Η ψηφιακή τεχνολογία μας το επιτρέπει, εσείς γιατί μας το απαγορεύετε; Για να στήσετε αποτελεσματικότερα τα κομματικά, προπαγανδιστικά οχυρά σας στα ΜΜΕ;;; Προσπαθείτε απολυταρχικά και αντισυνταγματικά να προσπελάσετε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη εξουσία του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, να ποδηγετήσετε τη μαζική πολιτική ενημέρωση, να οχυρώσετε αδίστακτα την κυβερνητική, νεοκομμουνιστική προπαγάναδα σας, να γκρεμίσετε τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ (Μega, ΣΚΑΙ κ.τ.λ.) και να χειραγωγήσετε τον απλό, ελλειπώς ενημερωμένο ψηφοφόρο...
Δυστυχώς η Ευρώπη, μπλοκαρισμένη στα μεγάλα προβλήματα του μεταναστευτικού και της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας, δεν επενέβηκε ακόμη, όσο δραστικά πρέπει, στις καταδυναστευτικές αυθαιρεσίες των συριζαίων κυβερνούντων, που παραβιάζουν το πνεύμα και το γράμμα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την απρόσκοπτη, ελεύθερη διακίνηση των πολιτικών ιδεών και των τηλεοπτικών πληροφοριών. Δεν θα αργήσει όμως η μέρα που οι αντιπλουραλιστικές θέσεις σας θα ηττηθούν...

Τα κυβερνητικά “επιτεύγματα”

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ απέτυχε σχεδόν σε όλα όσα έχει επιχειρήσει:

Α) Τυχοδιωκτική, παρατεταμένη, αποτυχημένη και επιβλαβής για την οικονομία διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας. Δημοψήφισμα-παρωδία που έφερε τα ζημιογόνα capital controls και τη μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας. Κατά συνέπεια υπερφορολόγηση του ιδιωτικού τομέα, των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρηματιών... Τα capital controls και η φορομπηχτική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης οδηγεί πολλές εταιρείες στο κλείσιμο ή την μετακόμιση από την Ελλάδα, σε χώρες με λιγότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων. Οδηγεί τους εργαζόμενους στην επεκτεινόμενη ανεργία... Απειλεί με κλείσιμο τα κανάλια που την κριτικάρουν...
Η κυβέρνηση υιοθετεί την πονηρότερη μέθοδος αποφυγής των μέτρων και των μεταρρυθμίσεων, δηλαδή το να ψηφίζει ΟΛΑ τα μέτρα και μετά να μην τα εφαρμόζει!!! Βέβαια οι Ευρωπαίοι εταίροι την έχουν πάρει είδηση, η κοροϊδία δεν περνάει άλλο, μονάχα σε κάποιους αφελείς αριστερούς ψηφοφόρους και σε ορισμένους που έχουν πασιφανώς συμφέρον να κάνουν τους χαζούς (κομματικά διορισμένους, συνδικαλιστές, ημέτερους δημόσιους υπαλλήλους)...

Β) Ανοχή και έμμεση πρόσκληση στους πρόσφυγες να μπουν μαζικά κι ανεξέλεγκτα στη χώρα μας, η οποία -υποτίθεται- θα τους υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες (βλέπε αφελέστατες θέσεις της υπουργού μετανάστευσης) και κατόπιν έμπρακτη αδυναμία της πολιτείας να τους διαχειριστεί ορθολογικά, τόσοι πολλοί που είχαν πλέον γίνει...

Γ) Ανακατωσούρα και κομφούζιο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου οι υπουργοί παιδείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας ξαναγύρισαν -με την επαναφορά του ασύλου για τους αυθαίρετους αντιεξουσιαστές κι αριστεριστές- στο μπείτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μην δίνετε, που ίσχυε προ του νόμου Διαμαντοπούλου.

Δ) Απολυταρχική επιχείρηση φίμωσης της τηλεοπτικής ενημέρωσης με τον παντελώς αυθαίρετο περιορισμό της σε 4 φιλικούς τηλεοπτικούς σταθμούς...

Ε) Ύπουλη κι αντιδημοκρατική, εξαιρετικά επικίνδυνη προσπάθεια ελέγχου της δικαιοσύνης, η οποία θα επεμβαίνει με πολιτική στόχευση παντού...

ΣΤ) Πολυάριθμοι διορισμοί των ημετέρων συντρόφων με σκοπό την οικοδόμηση του νέου, συριζαίικου κράτους... Ψάξτε λοιπόν, τώρα, για την αξιοκρατία ανάμεσα στα κομματικά τρολ, στα μικρομεσαία παπαδάκια, τους πληρωμένους κονδυλοφόρους και τους διορισμένους συναγωνιστές που εξαργυρώνουν έτσι τους “αγώνες” τους...

Το συμμαχικό κυβερνητικό, εθνικιστικολαϊκιστικό μόρφωμα (ή μάλλον συνοθύλευμα) ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ μας ετοιμάζει μάλλον μια υπό έλεγχο δημοκρατία, με τις παρεμβάσεις του στα ΜΜΕ, στα τηλεοπτικά κανάλια, στη Δικαιοσύνη, στην παιδεία και τα ΑΕΙ, στον εκλογικό νόμο, στην οικοδόμηση συριζαίικου κομματικού κράτους αναξιοκρατίας, στο στήσιμο μιας αναιμικής κρατικοδίαιτης οικονομίας που αφαιμάσσει μέσω υπερφορολόγησης και εξοβελίζει εκτός χώρας τις επιχειρήσεις... Θα τους ξαναϋπερψηφίσετε;;;

24 Αυγ 2016

Ο Πύρρος είναι όχι μόνον ο Δίας, αλλά και ο Απόλλων

Του Κώστα Κούρκουλου από την μεταρρύθμιση
Ήρθε κάποια στιγμή που φοβήθηκα, πιο πολύ κι από τη χούντα. Ήταν τότε, που η λεγόμενη «ριζοσπαστική αριστερά» (ΣΥΡΙΖΑ + παρασταλινικές αποφύσεις) κατασκεύαζε τον «εσωτερικό εχθρό». Και με τις αντισυγκεντρώσεις, τους δημόσιους προπηλακισμούς  και τα λιντσαρίσματα αντιπάλων, εξαπέλυε την ιδιωτική της βία εναντίον του. Όταν, με άλλα λόγια, η αριστερά νεκρανάσταινε τις μεθόδους του μετεμφυλιακού παρακράτους. Με μία σημαντική διαφορά βεβαίως, μεταξύ των δύο εποχών: Ενώ το προδικτατορικό παρακράτος περιοριζόταν στην κακοποίηση των «εχθρών» του έθνους, τώρα η «ριζοσπαστική αριστερά» πρόσθεσε και τους «εχθρούς του λαού». Θυμίζω τον κ. Τσίπρα όταν, δίκην ενδόξου ενωματάρχου της Βασιλικής Χωροφυλακής, αποφαινόταν «πατριωτικά» από τη θέση της αντιπολίτευσης: «Αυτοί που μας κυβερνούν δεν είναι Έλληνες»! Κάτι που πήγαινε να πει πως και όσοι επέλεξαν τους «μη Έλληνες» που τότε μας κυβερνούσαν, ήταν εχθροί ως «ανθέλληνες», κατά την γνωστή εμφυλιακή ορολογία.
Έτσι επέβαλαν τη ναζιστική διάκριση «Εχθρών – Φίλων», σύμφωνα με την οποία, δεν υπάρχουν αντίπαλοι με τους οποίους διαφωνείς μεν αλλά συνυπάρχεις, παρά μόνον εχθροί, οι οποίοι μάλιστα είναι προορισμένοι για εξόντωση. (Βλ. Καρλ Σμιτ, «Η έννοια του Πολιτικού». Για τον αντίστοιχο χαρακτήρα της σοβιετικής ιδεολογίας, βλ. «Οι αλογόμυγες της ιστορίας» του Ηλία Κανέλλη, στα «ΝΕΑ» της 20-21/8/2016).
Και η ιδεολογία της ολοκληρωτικής διάκρισης «εχθρών και φίλων», χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη στα πολεμικά τους συνθήματα, όπως «ή εμείς ή αυτοί»,  «ή θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν». Και αυτό έγινε, ενώ είχαν ήδη ανατριχιαστική απόδειξη για το πού οδηγούσε η στάση τους: Το κάψιμο ζωντανών τριών νέων ανθρώπων στη «Μαρφίν». Δεν είναι τυχαίο ότι η μαζική αυτή δολοφονία, που φέρει ρητά την σφραγίδα της αριστεράς, θεωρήθηκε περίπου ανεκτή πράξη, παραβιάζοντας έτσι και το τελευταίο όριο του πολιτισμού μας. Δηλαδή το ταμπού του φόνου. Άλλωστε, ιδιωτικοί υπάλληλοι ήταν αυτοί που κάηκαν, άρα πράκτορες των εργοδοτών, κατά την άποψη του βαθέος ΣΥΡΙΖΑ.
Στη συνέχεια, φοβήθηκα ακόμα περισσότερο. Ήταν η στιγμή που ο ναζιστικός υπόκοσμος της «Χρυσής Αυγής» ανέλαβε να συνεχίσει τη βία, την οποία ήδη είχε ανασύρει από μετεμφυλιακό παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ και αφού την είχε «εξαγνίσει» και «νομιμοποιήσει» ως «αριστερή», την παρέδιδε σε γενική χρήση. Ήταν αυτό που έδωσε στο ναζιστικό υπόκοσμο λόγο ύπαρξης, μια και χωρίς δυνατότητα άσκησης βίας, δεν μπορεί καν να υπάρξει. Οπότε, αφού η βία ήταν πλέον το «δίκιο του λαού», οι συμμορίες των ναζί  την έβγαλαν στους δρόμους. Και έβλεπες ασύδοτες παρακρατικές συμμορίες ναζί, να κάνουν ελέγχους μέχρι και στα νοσοκομεία ή στις λαϊκές αγορές, να επιχειρούν εισβολές σε σπίτια, να κυνηγούν σαν αγρίμια και να «χαρακώνουν» στους δρόμους ανυπεράσπιστους συμπολίτες μας και στο τέλος να σπέρνουν ανενόχλητοι το θάνατο.  Και η δικαιοσύνη να μην τολμάει να τους αγγίξει ή – το χειρότερο – να τους αθωώνει με  περίεργες αιτιολογίες, που πρόδιδαν φόβο.
Θυμάμαι λοιπόν – ας μου επιτραπεί η επιμονή στο πρώτο πρόσωπο –  τη   λύτρωση που αισθάνθηκα, όταν ένα πρωϊνό (Σάββατο ήταν) άκουσα για την επιχείρηση εξάρθρωσης του εγκληματικού δικτύου της ΧΑ από την οργανωμένη πολιτεία. Λίγο όμως μου κράτησε η χαρά. Διότι, με πάγωσαν οι αντιδράσεις των εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ.  Οι οποίοι  αντιμετώπισαν τουλάχιστον με ύποπτη χολερικότητα, την στάση της οργανωμένης πολιτείας.
Η πρώτη χολερική εκδήλωση ήταν η δημόσια διατύπωση της μικροψυχίας, ότι δήθεν δεν υπήρχαν στοιχεία, για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας που αποδόθηκε στους ναζί. Και αυτό, την στιγμή που οι μαχαιροβγάλτες ναζί είχαν αφήσει το αίμα των θυμάτων τους στους δρόμους! Και αφού η επιθυμία τους να μην υπάρχουν στοιχεία ματαιώθηκε – διότι περί επιθυμίας επρόκειτο – αυτοεξευτελίστηκαν. Διότι εξαπέλυσαν στα κανάλια τους «τηλεοπτικούς συνταγματολόγους» τους, οι οποίοιαμφισβήτησαν ευθέως τη νομιμότητα των συλλήψεων των βουλευτών της ΧΑ, για αυτόφωρα κακουργήματα. Και ο λόγος; Επειδή δεν προηγήθηκε άδεια της Βουλής! Όμως οι «συνταγματολόγοι» του ΣΥΡΙΖΑ, ενεργώντας με ήθος πολλών «κατρούγκαλων»,έκρυβαν εν γνώσει τους ότι δεν απαιτείται τέτοια άδεια, αφού το Σύνταγμα (άρθρο 62)  ορίζει ρητά το αντίθετο: «Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα».
Που πάει να πει πως εν γνώσει τους συνέβαλλαν όχι μόνον στην εκτροφή, αλλά και στην εν συνεχεία κάλυψη του τέρατος, με σκοπό να το εξαπολύουν κατά των αντιπάλων τους. Όπως ακριβώς, καθ’ ομολογίαν τους έπραξαν, όταν όριζαν ΠτΒ την γνωστή κυρία, με σκοπό να κακοποιήσουν την αντιπολίτευση. Όμως και στις δύο περιπτώσεις, δεν αντιλήφθηκαν το προφανές.  Ότι το φίδι δαγκώνει και τον εκτροφέα του.
Όταν λοιπόν το ναζιστικό τέρας έδειξε και σ’ αυτούς τα δόντια του μέσα στη Βουλή και μάλιστα απειλήθηκε με λιντσάρισμα βουλευτής που εκλέχτηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ,  τότε, ένας ήταν αυτός που «…είχε το κύρος του συμβόλου ή τους κεραυνούς του Δία στα χέρια του…», όπως ποιητικά έγραψε η Ρ. Γεωργακοπούλου, για να τους υπερασπιστεί: Ο Πύρρος Δήμας. Και μπροστά του, το τέρας έκανε πίσω.
Αυτό είναι που δεν μπορούν να συγχωρέσουν στον Πύρρο. Και ο λόγος δεν είναι μόνο το γνωστό μίσος κατά του ευεργέτη, που εγείρει η όποια ευεργεσία. Είναι κάτι χειρότερο. Διότι, το να τους διασώζει ο Πύρρος από το τέρας που και αυτοί εξέθρεψαν, είναι η απόλυτη καταισχύνη τους, αφού έτσι γίνεται ο ανεστραμμένος καθρέφτης τους. Ο οποίος τους δείχνει πόσο αποκρουστικός είναι ο ίδιος ο εαυτός τους, μια και συμμετείχαν στην εκτροφή και τη νομιμοποίηση του τέρατος, από το οποίο τους προστάτευσε. Οπότε, για να αντέξουν την αθλιότητά τους, μεταθέτουν την δική τους «ασχήμια» στον Πύρρο. Και παραλογίζονται, συκοφαντώντας τον. Μήπως και τον κοντύνουν.  Οι «κοντοί άνθρωποι του γραφείου», που χάϊδευαν τους ναζί, για να τους εξαπολύσουν εναντίον κάθε Πύρρου.
Είναι οι ίδιοι, που με ήθος πολλών «καρτερών», έτρωγαν δημόσια μαρούλια στις λαϊκές ή ακόμη έγραφαν εγκληματικά ψέματα στον Ριζοσπάστη, για να μας πείσουν  πόσο ακίνδυνη και φιλική στην υγεία μας, ήταν η σοβιετική ραδιενέργεια του Τσέρνομπιλ. Είναι τέλος οι σαλταδόροι, που κατά αγέλες μεταναστεύουν καιροσκοπικά όπου θάλλει ο τυχοδιωκτισμός, ελπίζοντας κάθε φορά να διασώσουν το θλιβερό τους το σαρκίο. Και μισούν όποιον στέκεται με τις αρχές του, ακόμη και στην ήττα. Όπως ο Πύρρος. Και τον μισούν γιατί αυτός είναι πάλι ο καθρέφτης της δικής τους αναξιότητας. Αφού στα πρόσωπά τους, μας αποκαλύπτει συνεχώς τη μορφή του τέρατος.
Για όσα λοιπόν «φώτισε» ο Πύρρος με την στάση του, είναι όχι μόνον ο Δίας με τους κεραυνούς, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε η Ρ. Γεωργακοπούλου, αλλά και ο Απόλλων.

19 Αυγ 2016

Η Αυγή του σκότους

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, από το Ποντίκι
«Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας». Αυτή την αρχή εφαρμόζουν οι σταλινικοί της Αυγής. Λερώνουν όποιον δεν είναι μαζί τους, όποιος κι αν είναι αυτός, όσο μεγάλη κι αν είναι η προσφορά του, όσο σημαντική κι αν είναι η σταδιοδρομία του. Γι αυτούς υπάρχουν μόνο τα κομματικά χοιρίδια, οι ιδεοληπτικοί παράφρονες της βαρύγδουπα εκπεσούσης κουμουνιστικής ιδεολογίας  που άφησε πίσω της ερειπωμένες κοινωνίες και τόνους ανθρώπινης δυστυχίας. Αυτά τα φασιστικά σταγονίδια που παριστάνουν τους φανατικούς μουτζαχεντίν, τους ιεροκήρυκες της σωτηρίας του κόσμου, επιτίθενται στον Πύρρο Δήμα  μόνο και μόνο γιατί δεν είναι ίδιος με αυτούς και είναι χρυσός, αδαμάντινος και σπάνιος. Αυτό μισούν οι έρποντες σκώληκες του ολοκληρωτισμού που απεχθάνονται την άλλη άποψη, το διαφορετικό και τη δημοκρατία. Κατηγορούν τον Πύρρο γιατί είχε διαφορετική πολιτική άποψη οι αριστεροί της Αυγής που έχουν τιμή τους και καμάρι τους και … «κορώνα στο κεφάλι τους» τον Καμένο, τον Τέρενς Κουίκ και τη Χρυσωβελώνη. Και τα σταλινικά απομεινάρια δεν ντρέπονται, δεν ερυθριούν οι κόκκινοι Χμερ της Αυγής, αυτοί που υπέγραψαν τα απεχθέστερα των μνημονίων, έκαναν τις πιο ατιμωτικές μειώσεις μισθών και συντάξεων, έριξαν στα τάρταρα τον κατώτατο μισθό, ξεπούλησαν τον δημόσιο πλούτο δεκάδες φορές λιγότερο από ότι οι Σαμαροβενιζέλοι, διέλυσαν την οικονομία, διέπραξαν κυβερνητικά εγκλήματα και έκαναν αποτυχημένες απόπειρες πραξικοπήματος…  
Τους «κάθισε» τώρα ο Πύρρος Δήμας,  σ’ αυτούς που ανέδειξαν την Μέρκελ και τον Σοϊμπλε στον καλύτερο σύμμαχό τους, γαβγίζοντας τις επιταγές τους σαν πιστά σκυλάκια, προκειμένου να παραμείνουν στους θώκους της εξουσίας, την μοναδική αξία που αναγνωρίζουν. Αυτοί οι ψεύτες, οι πολιτικοί απατεώνες που όμοιούς τους  δεν έχει αναδείξει η ελληνική ιστορία κόπτονται για τον Πύρρο Δήμα, τον ξεχωριστό, τον τετράκις  Ολυμπιονίκη, τον υπέροχο άνθρωπο που ξεκίνησε με τα πόδια από την Αλβανία του Χότζα (το καθέτως που ονειρεύτηκαν και υποστήριξαν οι κατά καιρούς  Καρτεροί) προκειμένου να πραγματοποιήσει το όραμα μιας καλύτερης ζωής.
Αυτοί οι ασήμαντοι μύκητες που τρέφονται από την μούχλα του κομματικού φανατισμού και αναπτύσσονται  στα κομματικά εκτροφεία, μισούν την αριστεία, τις σπουδαίες επιδόσεις, το ξεχωριστό…  Ιδεολογία τους είναι η ισοπέδωση, το μικρό, το ασήμαντο, το χαμερπές, το ελεγχόμενο. Μισούν τους  πολίτες και τον πολιτισμό.  Εκτός κομματικής γραμμής, στον αέρα της  ελευθερίας, νιώθουν αποπληξία, αδυνατούν να υπάρξουν. Υπομένουν Καρτερικά το σκοτάδι και τον ζόφο του ολοκληρωτισμού που έχουν μέσα τους…