"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

18 Μαΐ 2017

Το βαρύ χέρι των συριζαυγιτών

Του Θανάση Χειμωνά, από το liberal.gr

Η χθεσινή χειροδικία του Ηλία Κασιδιάρη εναντίον του Νίκου Δένδια αποτελεί το τελευταίο (μέχρι το επόμενο) επεισόδιο του σίριαλ: «Η νεοναζιστική οργάνωση τραμπούκων που ονομάζεται Χρυσή Αυγή». Αν και ουσιαστικά μονότονη η παρέα του Νίκου Μιχαλολιάκου φροντίζει να προσθέτει και κάτι καινούργιο στη δοκιμασμένη συνταγή της.
Χθες, ας πούμε, για πρώτη φορά βιαιοπράγησε και εντός των τειχών του ελληνικού κοινοβουλίου. Μέχρι τώρα, οι πράξεις βίας – αναπόσπαστο κομμάτι της ιδεολογίας της - ξεκινούσαν από τα σκοτεινά σοκάκια του Αγίου Παντελεήμονα, των Πετραλώνων και του Κερατσινίου και έφταναν μέχρι και μπροστά στις κάμερες των τηλεοπτικών πλατό.
Στη βουλή όμως οι χρυσαυγίτες είχαν περιοριστεί σε λεκτικές επιθέσεις. Αύριο μπορεί να τραβήξουν και κάνα πιστόλι - ποιος ξέρει.
Η αλήθεια βέβαια είναι πως το 2013 το σίριαλ αυτό διεκόπη όταν σχεδόν σύσσωμη η οργάνωση κατέληξε στη μπουζού (που λέει κι η Ζαρούλια) για τον φόνο του Παύλου Φύσσα. Σήμερα όμως τους έχει βγάλει όλους έξω ο Αλέξης Τσίπρας. Για να σπάνε στον ξύλο τον πρωτεργάτη εκείνης της –βραχυπρόθεσμης δυστυχώς - απονομής δικαιοσύνης. Τον Νίκο Δένδια.
Για τη Χρυσή Αυγή έχω γράψει δεκάδες άρθρα. Δεν έχω κάτι να προσθέσω. Και πολλά έχω πει. Καλό είναι να μην παρατραβάει κανείς το σκοινί σε τέτοια θέματα. Αυτό που συνεχίζει να με εντυπωσιάζει είναι η αγαστή συνεργασία ανάμεσα σε αυτήν και τον ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο ο Lennon με τον McCartney τον καιρό των Beatles είχαν αναπτύξει τέτοια στενή σχέση.
Μόνο ο Andy Cole με τον Dwight Yorke στη μεγάλη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του ’99 βρισκόντουσαν με κλειστά μάτια σε τέτοιο βαθμό.
Δεν μπορώ φυσικά να γνωρίζω με σιγουριά το αν ο Κασιδιάρης όντως επιτέθηκε στον Δένδια με σκοπό να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από το τέταρτο μνημόνιο που μας φόρτωσε το «ξαδερφάκι» του ο ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει τι κρύβεται στο μυαλό του συγκεκριμένου. Όσοι όμως παρακολουθούν από κοντά το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ επιβεβαιώνουν πως εδώ και μέρες οι χρυσαυγίτες έψαχναν ευκαιρία για μανούρα.
Μια ευκαιρία που τους δόθηκε με την Μπρωτοφανή και Μπροκλητική κίνηση του Δένδια να περάσει μπροστά από τον Κασιδιάρη την ώρα που ο τελευταίος ανέπτυσσε το σχέδιο που θα βγάλει την Ελλάδα μας από την κρίση. Για κάποιο περίεργο λόγο ο τηλεσκηνοθέτης απέσυρε την κάμερα χιλιοστά του δευτερολέπτου πριν την επίθεση. Έτυχε επίσης να μην επιτραπεί η είσοδος των δημοσιογράφων στην αίθουσα την συγκεκριμένη στιγμή. Για δες κάτι συμπτώσεις βρε παιδί μου…
Είναι εντυπωσιακό πως οι χρυσαυγίτες επιτίθενται σταθερά σε στελέχη όλων των κομμάτων εκτός από το μόρφωμα των ΣΥΡΙΖΑΑΝΕΛ. Κάτι αντίστοιχο όμως συμβαίνει και από την άλλη πλευρά. Πράγματι, αν εξαιρέσεις τον παλιόφιλο Πέτρο Τατσόπουλο (που ουσιαστικά δεν ήταν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ) τη Βασιλική Κατριβάνου (που έχει πια εγκαταλείψει την Κουμουνδούρου) και τον Χρήστο Καραγιαννίδη (άλλο τι λέει για τα «μπακαλίστικα»), οι «αριστεροί» συριζαίοι βουλευτές δεν έδειξαν ποτέ να ενοχλούνται από τα ξυρισμένα καλόπαιδα που κάθονται λίγες θέσεις πιο πέρα.
Είναι εξάλλου γνωστό πως ο σκληρός πυρήνας των οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ ποτέ δεν είχε κάποιο πρόβλημα με την Χ.Α. Εκτός π.χ. από όταν η «ακροκεντρώα» Athens Voice δημοσίευσε μια σαχλαμάρα για το ντύσιμο της Ουρανίας. Είναι λογικό άλλωστε. Ο μέσος συριζαίος οπαδός (όχι περιστασιακός ψηφοφόρος, οπαδός) δεν διαφέρει καθόλου από τον μέσο ψηφοφόρο της Χρυσής Αυγής (φυσικά δεν αναφέρομαι στους οργωμένους σκίνχεντς αλλά στους «αγανακτισμένους» που την ψηφίζουν από το ’12 και μετά).
Τους ενώνει το άσβεστο μίσος για τον Μεσαίο Χώρο (στον οποίον αμφότεροι εντάσσουν σύσσωμη την Νέα Δημοκρατία) και την Ευρώπη. Όσο και αν ψάξεις δεν θα βρεις ούτε έναν (έναν!) συριζαίο ψηφοφόρο που να καταδίκασε το ξύλο στον Δένδια. Τον Δένδια που οι ίδιοι «ξέσκιζαν» πριν λίγες μέρες για τη σεξιστική επίθεση (!) στη Γεωργία Βασιλειάδου. Αν θυμάστε, ακόμα και όταν ο Κασιδιάρης είχε επιτεθεί στη «δικιά τους» Ρένα Δούρου, οι συριζαίοι είχαν μείνει μάλλον σιωπηλοί τη στιγμή που το «Ακραίο Κέντρο» ήταν στα κάγκελα. Είναι ξεκάθαρο πως δεν θεωρούν τους χρυσαυγίτες εχθρούς τους.
Τα παραδείγματα της λατρείας του επίσημου ΣΥΡΙΖΑ προς τη Χρυσή Αυγή δε, είναι πάμπολλα. Από τη – χουντικής αισθητικής - φιέστα στο Καστελόριζο έως τον υπολογισμό των χρυσαυγίτικων ψήφων στην προσπάθεια να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ το σύνταγμα στα μέτρα του. Και από τις δηλώσεις του τέως υπουργού Δικαιοσύνης Νίκου Παρασκευόπουλου περί «εκδημοκρατισμού» της Χρυσής Αυγής μέχρι την αποφυλάκιση των δολοφόνων του Φύσσα για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.
Σε ό,τι αφορά την επίθεση στον Δένδια πάντως έχω μια άλλη θεωρία, ακόμα πιο συνομωσιολογική: Το ντου του Κασιδιάρη ήταν μια επίδειξη δύναμης. Όχι μόνο της Χ.Α. αλλά του «αντιμνημονιακού» (λέμε τώρα) καθεστώτος που μας κυβερνά.
«Να προσέχετε τι λέτε γιατί θα πέφτει ξύλο». Σαν κι αυτό που είχε φάει και ο Γιώργος Κουμουτσάκος από τον όχλο των κάφρων πριν κάνα χρόνο. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί χρυσή εφεδρεία του καθεστώτος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και αξιοποιείται σε καταστάσεις σαν τη χθεσινή.

6 Μαΐ 2017

Η λήθη είναι πάντα ευεργετική;

Του Διονύση Γουσέτη, από το marketnews.gr
Τον 19ο αιώνα ο μεγάλος Ιταλός συνθέτης Γκαετάνο Ντονιτσέττι συνέθεσε την όπερα «Λουτσία ντι Λαμερμούρ», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του -επίσης μεγάλου- Σκωτσέζου συγγραφέα σερ Ουώλτερ Σκοτ. Η ηρωίδα του έργου Λουτσία ήταν ερωτευμένη με τον Εδγκάρδο, αλλά υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον Αρτούρο. Μη μπορώντας να υποφέρει την επαφή με τον σύζυγό της, η Λουτσία τον σκοτώνει με το μαχαίρι του τη νύχτα του γάμου. Στη συνέχεια ο οργανισμός της, για να αντέξει τη βαριά ενοχή που τον βάραινε, αποβάλλει τη μνήμη και τη λογική. Η Λουτσία δεν αντέχει να δει κατάματα την πραγματικότητα της πράξης της και την παραβλέπει, σαν να μην έγινε. Στη διάσημη άρια «της τρέλας» αναζητά την ευτυχία της στην ανάπλαση της ευτυχισμένης εποχής με τον αγαπημένο της Εδγκάρδο, ο οποίος στην πραγματικότητα βρίσκεται μακριά. Ο φόνος έχει σκεπαστεί από τη λήθη. 
Μια παρόμοιου είδους παράνοια νιώθω ότι έπαθε η ελληνική κοινωνία. Δεν αντέχει να δει κατάματα την αλήθεια των εγκληματικών πράξεών της. Και τις παραβλέπει όλες μια- μια, παραβλέποντας μαζί και τη χρεοκοπία που αυτές προκάλεσαν.
Παραβλέπει τη διάχυτη ανομία που άρχισε τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης και τώρα πλέον εξαπλώνεται με ραγδαίους και ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Παραβλέπει τη φοροδιαφυγή εισοδημάτων 28 δισ. που διέπραξε. Παραβλέπει το όργιο των πρόωρων συντάξεων και των χαριστικών επιδομάτων που επεδίωξε. Παραβλέπει τα προνόμια των συντεχνιών που υποστήριξε στο όνομα του συνδικαλισμού. Παραβλέπει τα κλειστά επαγγέλματα που δε λένε ακόμα, μετά από επτά χρόνια λιτότητας, να ανοίξουν.
Παραβλέπει ότι από το 2001 ως το 2009 το κράτος στο σύνολό του1 ξόδεψε 827 δισ. ευρώ και εισέπραξε 695. Ότι δηλαδή μπήκε μέσα 132 δισ! Αλλιώς, για να έχουμε την πραγματική εικόνα, 50 ΕΝΦΙΑ!
Παραβλέπει ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μάνου Ματσαγγάνη, αν στους 2.656.000 συνταξιούχους και τους 640.000 δημοσίους υπαλλήλους προσθέσει κανείς και τους 423.000 αγρότες που ουσιαστικά ζουν από το κράτος, τότε προκύπτει ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει καταντήσει εξαρτημένη πελάτισσα του κράτους και των πολιτικών, αντί να αναπτύσσει πρωτοβουλία, ευθύνη και καινοτομία όπως γίνεται στις χώρες των δανειστών μας.
Παραβλέπει το έγκλημα της διαφθοράς, στο οποίο η ίδια κοινωνία είναι πρωταθλήτρια. Ο τ. Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοικήσεως, Λέανδρος Ρακιντζής, δήλωσε2: «Το κόστος της διαφθοράς φτάνει τα 33 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, συνεπώς αν για δέκα χρόνια δεν είχαμε φαινόμενα διαφθοράς, θα είχε εκλείψει το δημόσιο χρέος της χώρας».
Παραβλέπει το έγκλημα της πολυνομίας που διέπραξε. Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έως σήμερα, επεσήμανε ο κ. Ρακιντζῆς3, έχουν ψηφισθεί 17.500 νόμοι και έχουν εκδοθεί 120.000 εγκύκλιοι, ενώ ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός αποτελείται από 30.000 σελίδες! Η πολυδαίδαλη νομοθεσία ενισχύει την αυθαιρεσία του κράτους και καθιστά δύσκολη την αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Παραβλέπει το έγκλημα της δημιουργίας μιας πρωτοφανούς γραφειοκρατίας, το κόστος της οποίας ο κ. Χρήστος Κήττας, μέλος του Λογιστικού Συλλόγου Αθηνών εκτιμά σε 14 δισ. ευρώ ετησίως4.
Παραβλέπει το έγκλημα της φοροδιαφυγής που εκτείνεται σχεδόν στους μισούς φορολογούμενους5 .
Παραβλέπει τις εγκληματικές αντιδράσεις σε προσπάθειες ξένων επενδυτών να επενδύσουν στη χώρα μας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξή της και στις προσφερόμενες θέσεις εργασίας. Οι αντιδράσεις γίνονται με διάφορα προσχήματα: μια καταγγέλλονται ως «ξεπουλήματα», μια ως «καταστροφείς του περιβάλλοντος», μια ως «φαραωνικά έργα» κλπ. Για παράδειγμα, πολεμήθηκε λυσσασμένα η παραχώρηση προβλήτας του λιμανιού του Πειραιά στη Κινέζικη εταιρεία COSCO, που όταν τελικά πραγματοποιήθηκε εκτίναξε τις εισπράξεις, την ίδια στιγμή που στα περιφερειακά λιμάνια οι σύμβουλοι που έχουμε προσλάβει είναι.. περισσότεροι από τους εργαζόμενους6.
Παραβλέπει την εγκληματική παραβίαση της νομοθεσίας της ΕΕ, στην οποία ανήκουμε: παράνομες πελατειακές επιδοτήσεις με λεφτά των εταίρων μας. Το αποτέλεσμα είναι να ζητούν οι εταίροι μας επιστροφή 3 δις7.
Παραβλέπει και το έγκλημα που αποκαλύφτηκε πρόσφατα (17/4/2017)8 ότι δυο εκατομμύρια στρέμματα δημόσιας γης (!) υπέστησαν διπλό έγκλημα: από τη μια καταπατήθηκαν από «αγρότες» και από την άλλη οι «αγρότες» αυτοί επιδοτήθηκαν με λεφτά των εταίρων – δανειστών μας για την «καλλιεργούμενη γη τους». Τέτοιες ειδήσεις εγκλημάτων είναι πάμπολλες και όλες αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν. Κανείς δεν διαμαρτύρεται. Κανείς δεν διαδηλώνει. Η κοινωνία της παράνοιας δεν αντέχει να τις θυμάται.
Έχει ξεχάσει η ελληνική κοινωνία και τα χρήματα που έχει λάβει από τους εταίρους μας για να αναπτυχθεί και να βγει από τη μιζέρια. Από το 1981 που προσχωρήσαμε στην τότε ΕΟΚ έως και σήμερα, η Ελλάδα δέχθηκε σε επιδοτήσεις και ποικίλης μορφής δάνεια -από την Ευρώπη κυρίως- το απίστευτο ποσόν των 1.260 δισεκατομμυρίων ευρώ, ήτοι διαχρονικά, κάπου επτά Ακαθάριστα Εγχώρια Προϊόντα (ΑΕΠ). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 63 χρόνια δυτικής οικονομικής βοήθειας στους πεινασμένους όλης της Αφρικής. Επίσης, είναι δεκαπλάσιο από την οικονομική στήριξη που δέχθηκαν τα 20 τελευταία χρόνια οι 12 πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (Παπανδρόπουλος, 22/7/2015). Τα χρήματα αυτά, αντί να επενδυθούν για την ανάπτυξη του τόπου, κατασπαταλήθηκαν και μετά σκεπάστηκαν από τη λήθη.
Και για να αντέξει τη βαριά ενοχή της, η ελληνική κοινωνία παραβλέπει όλα τα παραπάνω εγκλήματα και θεωρεί υπεύθυνα για τη δυστυχία της τα «μνημόνια». Αναζητά την ευτυχία της, όπως η Λουτσία, στην ανάπλαση της ευτυχισμένης εποχής που έρρεε το δανεικό χρήμα. Μα η ευτυχισμένη εποχή, όπως στην όπερα, βρίσκεται μακριά.
Για τα άτομα η λήθη είναι συχνά ευεργετική. Καλύπτει τα δυσάρεστα γεγονότα. Εξαφανίζει από τη συνείδηση κάποια αφόρητη παράσταση. Όταν όμως κανείς αναφέρεται σε κοινωνίες, η λήθη είναι καταστρεπτική. Διότι ο βίος των κοινωνιών δεν είναι πεπερασμένος, όπως των ατόμων. Και ένα έγκλημα που έγινε στο παρελθόν, αν πέσει στη λήθη, μπορεί να επαναληφθεί από επόμενες γενιές. Και το κράτος μας έχει πτωχεύσει επτά φορές από τη σύστασή του (Γ. Δερτιλής)! Ένα κοινωνικό φαινόμενο, όταν επαναλαμβάνεται συνεχώς, παίρνει το χαρακτηρισμό «εθνική κουλτούρα». Οι δε συνέπειες του χαρακτηρισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η απώλεια εμπιστοσύνης και η απαξίωση από τους εταίρους - δανειστές. Και είναι βαριές. Φοβάμαι μάλιστα, ότι οι έσχατες συνέπειες δεν έχουν έρθει ακόμα.
Δαπάνες και έσοδα Γενικής Κυβέρνησης σε δισ. ευρώ (τρέχουσες τιμές, πρωτογενή στοιχεία Eurostat).
Εφημερίδα «Εστία», 9/10/2015
Στο ίδιο
Αθ. Παπανδρόπουλος. Εφημερίδα «Εστία», 15/11/2015
Εφημερίδα «Έθνος» 15/3/2016
Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», 21/11/2016
Εφημερίδα «Έθνος» 11/3/2017
Εφημερίδα e-Κρήτη, 17/4/2017
Δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο τεύχος Μαΐου 2017 της μηνιαίας εφημερίδας «Κρητικός Λόγος»
- See more at: http://marketnews.gr/article/554989/h-lhthi-einai-panta-eyergetiki#sthash.XouzF60L.dpuf

24 Απρ 2017

Ο Κορμός - Η απειλή της κενολογίας

Πηγή:http://www.macroskopio.gr/el/o-kormos
Είναι εκπληκτικό το ότι στην Ελλάδα της Κρίσης με τα μύρια όσα προβλήματα και απειλές για τον καθένα μας ανεξαιρέτως, το FaceBook αντί να αποτελεί μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής απόψεων, έχει καταντήσει να χρησιμοποιείται ως Αυτολογοκριμένη Αερολογία με ευθύνη αποκλειστικά και μόνο των χρηστών του.
Ποστάρουμε σε ένα μεγάλο ποσοστό ασημαντότητες και άλλα αντ’ άλλων να αγαπιόμαστε, ενώ η χώρα βυθίζεται και ο διάλογος αν μη τι άλλο είναι πιο απαραίτητος από ποτέ στο παρελθόν.
Σαν επιδημία έχει πέσει πάνω μας η μανία των σχολιασμών περί ανέμων και υδάτων, γευμάτων και χαρωπών ‘αυτό-φωτογραφήσεων’. Και άντε στις μικρές ηλικίες είναι φυσιολογικό. Ας γλιτώσουμε τους εφήβους από τη στεναχώρια της πραγματικότητας.
Οι μεγαλύτεροι όμως; Όλοι εμείς που βιώνουμε την απώλεια του βιοτικού επιπέδου;
Πόσο πιο φοβισμένοι ατομικιστές, εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμό μας μπορούμε να γίνουμε τελικά;
Αναρωτιέμαι αν έχει πάτο το βαρέλι της εσωστρέφειάς μας σε μια κοινωνία που ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ πως είναι εξωστρεφής.
Το παρήγορο είναι πως δεν είμαστε οι μόνοι στρουθοκαμηλίζοντες της πρόσφατης ιστορίας μας.
Έχουμε παράδοση σε αυτά, καθώς αυτή η ατραπός θυμίζει το τι συνέβαινε και πριν την καταστροφή της Σμύρνη, όπου με φρου φρου και αρώματα και μικροαστική επιφανειακότητα οι προπάπποι μας και οι προγιαγιάδες μας ξόρκιζαν τον Φόβο.
...κάτι είναι κι αυτό, κρατάμε την παράδοση στο ύψος της.
...και έτσι ξέρουμε από πριν και την κατάληξή μας και δεν αγχωνόμαστε για το τι θα συμβεί.
...έχει μια σοφία αυτό μέσα του.
Βέβαια και τότε πίστευαν ότι ο καθένας με τα λεφτά του, τις γνωριμίες του και τα κονέ του θα βρει μια άκρη. Έτσι οικογενειακά για τους δικούς του ανθρώπους, θα έβρισκε τη διέξοδο.
"...κανείς δε χάνεται τζιέρι μου...", λέγαν οι Σμυρνιές στους μοσχαναθρεμμένους τους.
"...κανείς δε χάνεται, τίποτα δε θα γίνει…"
Και τότε υπήρχε διχασμός και εσωτερικές συγκρούσεις για τα πολιτικά ιδεολογήματα και μια υφέρπουσα ναρκισσιστική αισιοδοξία.
Και τότε οι Πολιτικοί κοιτούσαν την επιβίωσή τους στον Πολιτικό στίβο κοντόφθαλμα, συμπεριφερόμενοι «ευφυώς» με τακτικισμούς χωρίς Εθνική Στρατηγική.
Όταν κάποια στιγμή άρχισε το κακό, τότε το πληρώσανε όλοι ανεξαιρέτως και καθολικά είδανε την κόλαση επί γης, ενώ ήτανε αργά να ξυπνήσουν από τον αυτάρεσκο ύπνο τους.
Οι «ευέλικτοι» και «ευφυείς» αστοί που είχαν το ένα πόδι στα καλούδια της μακραίωνης ομολογουμένως αστικής τους καταγωγής - επίσημα πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που κατέρρεε - και το άλλο πόδι βουτηγμένο στη Μεγάλη Ιδέα, κάνανε τις κινήσεις τους πορευόμενοι τη μέση οδό.
Έτσι και τώρα, λίγοι συνομιλούν ... ενώ η φωτιά ζυγώνει. Και οι πολλοί πορεύονται τη μέση οδό της ευελιξίας και της πολιτικής ορθότητας.
…και τώρα για μια φορά ακόμη το μήνυμα «να κοιτάς την οικογένειά σου και άσε τους άλλους», συνδυασμένο με μπόλικη φοβικότητα πασπαλισμένη με περίσσια πονηριά, μας οδηγεί στην ίδια κατιούσα!
Υπάρχει, όμως, μια τρομακτική διαφορά σε σχέση με το παρελθόνΟ Ελληνισμός πάντοτε άνθιζε ξανά από τα κλαδεμένα του κλαριά. Έβρισκε τρόπους να αναζωογονηθεί.
ΤΩΡΑ δεν υπάρχουν κλαδιά για να κοντύνουν άλλο.
ΤΩΡΑ θα την πληρώσει ο κορμός, μια κι έξω.
Ο ίδιος κορμός που αρνείται να συνομιλήσει ψύχραιμα, με αλληλοσεβασμό και ειλικρίνεια στα Μέσα κοινωνικής Δικτύωσης, είναι αυτός που θα υποστεί τις επιπτώσεις της αυτολογοκριμένης του κενολογίας.
Θα είναι χαράματα όταν θα κληθούμε να ωριμάσουμε 3 γενιές μέσα σε λίγες ώρες.
…ένα αλλόκοτο πρωινό όταν θα ακούσουμε την πρώτη τσεκουριά…

17 Απρ 2017

Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ»


Νίκος Παπάζογλου (20 Μαρτίου 1948 – 17 Απριλίου 2011)
Γράφει ο Θάνος Τεγόπουλος, Πηγή: http://www.mousikesebeeries.gr/
Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ» . Το έργο που αφήνουνε πίσω τους είναι τέτοιο που ο κόσμος είναι ο μοναδικός κριτής που ή θα το αφήσει να ξεχαστεί  ή θα το κουβαλάει για ΠΑΝΤΑ μέσα στο πέρασμα των χρόνων.
Στη χώρα μας έχουμε αρκετούς από αυτούς που λέμε πως δεν πέθαναν ποτέ. Είναι για πολλούς που λέμε ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ένα από αυτούς θα είναι πάντα ο Νίκος Παπάζογλου.
Όλα άρχισαν το 1977 όταν ο Νικόλας  συμμετέχει στην παράσταση “Αχαρνής ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια”, γεγονός που τον φέρνει σε επαφή με τους Διονύση Σαββόπουλο και Μανώλη Ρασούλη. Ένα χρόνο αργότερα ο Νικόλας, ο Σαββόπουλος και ο Νίκος Ξυδάκης δημιουργούν αυτό που έμελλε να αφήσει σφραγίδα στη νεοελληνική μουσική σκηνή, το δίσκο “Η εκδίκηση της Γυφτιάς” με την χαμογελαστή εικόνα του Νίκου σε πρώτο πλάνο.
Το 1984 ηχογραφεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Χαράτσι». Εκεί μας έμαθε να μπαίνουμε μέσα τον «Υδροχόο» μας είπε πως με «Το τραγούδι , με το κράσι» μπορούμε να ζούμε όλα μας τα συναισθήματα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας έμαθε έναν ακόμα λόγο γιατί ο «Αυγουστός» είναι ο καλύτερος μας μήνας. Αύγουστος έιναι το τραγούδι του Νικόλα όπως είπε και στο καλαντάρι ο Παντελής. Μας είπε πως υπάρχει «Λεμόνι στην Πορτοκαλιά» και εμείς τον πιστέψαμε και μας άρεσε κιόλας. Μας τραγούδησε για κάποια «Τρελή και αδέσποτη», μας έκανε να σηκώσουμε το κεφάλι μας προς τον ουρανό για να δούμε το «’Αστρο του Πρωινού». Έφερε τα πάνω-κάτω και τα μπρός-πίσω. Εδώ «Φύσηξε Βοριάς από τον Νοτία» στα άλλα θα κόλλαγε…. Ακόμα και εκεί στην αγαπημένη του πόλη ο «Βαρδάρης φύσηξε λες και ήτανε μόνο και μόνο για τον Νικόλα και καθάρησε τα πάντα».
Το 1986 «Μέσο Νεφών» μας τραγούσε για την αγάπη και μας είπε «πως ένα και ένα κάνουν τελικά ένα» και μας έβαλες σε σκέψεις και εκεί που ήμασταν απόλυτοι βέβαιοι πως ο χρόνος είναι σκληρός σαν πέτρα και αλύγιστος, αυτός μας βρήκε την ρωγμή του και μας πήγε από  «του Διογένη το πιθάρι ως του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.»
«Μάτια μου μάτια μου λιμνοθάλασσες καθρέφτες να περνάς, να κοιτάς και να βλέπεις ποιοι είν’ οι φταίχτες». Το 1991 μας έκανε με τα «Σύνεργα» να τον κοιτάμε στα μάτια με καθαρό και κρυστάλλινο βλέμμα. Βεβαια ήξερε πάντα να μιλάει σε αυτήν και να της λέει τα πράγματα με το όνομα τους «Δεν θέλω να’ μαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί θέλω απλά να μην θυμάμαι».
Το 1995 στον δίσκο «Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα» μας «ενημέρωσε» πως «δεν είναι ποιητής αλλά στιχάκι». Ένα στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι.
Μας τραγούδησε και για τον χωρισμό όταν το 2005 στη «Μάγισσα σελήνη»μας είπε πως «ο μαύρος χωρισμός είναι απόφαση του ενός» και μας εξήγησε πως το μοναδικό που μετράει τελικά σε αυτή τη ζωή είναι εκείνες οι «Στιγμές», για «εκείνες τις τρυφερές και λεπτές, σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι, σε γυρνούν απαλά, σε μεθούν σιωπηρά, σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι.»
Μας τραγούδησε για την πατρίδα μας και φώναξε περίτρανα «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ και βαθιά σε ευχαριστώ».
Τώρα πια «Κανείς εδώ δεν τραγουδά κανένας δεν χορεύει ακούμε μόνο την πενιά και ο νους μας ταξιδεύει».
Μετά από μάχη που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο ο μεγάλος τραγουδοποιός στα 63 του χρόνια πέρασε στην αιωνιότητα. Τα μισά από τα καλύτερα τραγούδια που ακούσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν δικά του. Δημιούργησε «σχολή» με το ύφος του, τη γνωστή σχολή της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για τον τύπο με το κόκκινο μαντήλι, τον «ινδιάνο» της ελληνικής μουσικής, Νίκο Παπάζογλου.
…. και όσο για τους Μάγκες. Υπάρχουν μάγκες Νικόλα αλλά είστε όλοι εκεί πάνω.
…Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο

κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα

κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.

7 Απρ 2017

Από τον κοινοβουλευτισμό στη λαοκρατία

John Trumbull (1756-1843), The Signing of the Constitution
Του Κώστα Μποτόπουλου, από το e κύκλος
Η πρόσφατα ανακοινωθείσα «πρόταση» της κυβερνώσας παράταξης για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να εκπλήσσει. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του τρόπου πολιτεύεσθαι του κόμματος από το οποίο προέρχεται:
- την ατυπία - εξ ου και τα εισαγωγικά στη λέξη «πρόταση», η οποία δημοσιοποιήθηκε ξαφνικά, ως προϊόν εσωτερικής «Επιτροπής» αγνώστων λοιπών στοιχείων και με σκοπό όχι να κατατεθεί στη Βουλή, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά να τεθεί σε «λαϊκή διαβούλευση» μη προβλεπόμενη και χωρίς κανένα νομικό κύρος
- την προχειρότητα – εκτείνεται εφ’όλης της ύλης κι ακόμα παραπάνω (ως και την αρίθμηση των άρθρων του Συντάγματος αγγίζει για λόγους εντυπωσιασμού)· αλλάζει, ως μη όφειλε, όχι μόνο την «αρχιτεκτονική» αλλά και τις ισορροπίες της πολιτειακής τάξης βρίθει «προτάσεων» ατελών και ανεπεξέργαστων («να τεθεί σε δημόσιο διάλογο το ερώτημα για την αποτελεσματική λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών», «πληρέστερη διατύπωση των άρθρων για την προστασία της υγείας», «ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών οργάνων και των ΟΤΑ», «πρόβλεψη για ανακατανομή του πλούτου προς επίτευξη πραγματικής ισότητας», «ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Βουλής», «διασάφηση του τρόπου ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το Ελεγκτικό Συνέδριο» κι άλλα παρόμοια)· αγγίζει θέματα εκτός συνταγματικής ύλης ή ήδη ρυθμιζόμενα (καθιέρωση εκλογικού συστήματος, προσδιορισμός θητειών βουλευτών, ρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των κομμάτων, πρόβλεψη, που υπάρχει ήδη, για την ψήφο των εκτός Επικρατείας Ελλήνων)· έχει υπερβολικά πολλές κακοτεχνίες, στις οποίες αναγκαστικά θα επανέλθω.
- τον συγκρουσιακό χαρακτήρα –τον οποίο όχι μόνον διεκδικεί προγραμματικά με την περίφημη δήλωση των μελών της Επιτροπής, ότι, «ως προς τα κρίσιμα διλήμματα η αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι συναινετική», αλλά και πραγματώνει μέσα από προτάσεις επί των οποίων εξαρχής γνωρίζει ότι δεν μπορούν να τύχουν της παραμικρής πολιτικής και επιστημονικής συναίνεσης. Παρά το ότι η ίδια η φύση του αναθεωρητικού διαβήματος αλλά και η κατάστρωσή του στο ελληνικό Σύνταγμα είναι, και καλώς είναι, κατεξοχήν συναινετική
- την επικινδυνότητα, τέλος, αφού τον πυρήνα της αποτελούν «προτάσεις», τις οποίες ας μου επιτραπεί να αποκαλέσω «μπολιβαριανές», που, αν ποτέ υλοποιούνταν, θα μετέτρεπαν το πολίτευμά μας από κοινοβουλευτικό σε ένα είδος κακοχωνεμένης λαοκρατίας.
Αναλυτικά τις «προτάσεις» θα χώριζα σε τρεις άνισες κατηγορίες: συζητήσιμες, κακότεχνες και «μπολιβαριανές».
Στις πρώτες θα κατέτασσα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, του οποίου μάλιστα ο ίδιος ο τύπος περιέχεται εντός του Συντάγματος, για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές (άρθρα 33 και 59 και όχι 13, όπως αναφέρει η «πρόταση»)· τη σύσταση εξεταστικών Επιτροπών με πρόταση και μειοψηφίας 120 βουλευτών΄ την σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής διάρκεια της επόμενης Βουλής μόνο για το διάστημα που απέμενε για την ολοκλήρωση πλήρους θητείας της πρόωρα διαλυθείσας την «κανονικοποίηση» του τρόπου δίωξης των Υπουργών (άρθρο 86), που αποτελεί ώριμο και γενικό αίτημα, γύρω από το οποίο θα μπορούσε να βρεθεί, παρά τις διακηρύξεις της κυβέρνησης, συναίνεση· και, με κάποιες επιφυλάξεις, την ιδέα περί «εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας» (άρθρο 84), καθώς και τη συγκέντρωση υπογραφών από τους πολίτες για τη εισαγωγή νομοθεσίας στη Βουλή, χωρίς βέβαια τα σχετικά «νομοθετικά δημοψηφίσματα». Λίγες διατάξεις και σε ζητήματα όχι πρώτης γραμμής, τέτοια που να δικαιολογούν ένα ολόκληρο αναθεωρητικό διάβημα.
Κακότεχνη, και υποκρύπτουσα αδικαιολόγητη ατολμία, είναι η πρόταση για την –«πλήρη» μάλιστα- «διακριτότητα» (sic) Κράτους και Εκκλησίας δια μέσου «αναγνώρισης της ορθοδοξίας ως ιστορικά επικρατούσας θρησκείας»: ούτε ο όρος «ιστορικά επικρατούσα» έχει το παραμικρό κανονιστικό περιεχόμενο (η κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος «επικρατούσα θρησκεία» έχει οδηγήσει σε οιονεί κρατικό ρόλο, τον οποίο η προσθήκη της λέξης «ιστορικώς» ουδόλως θα επηρέαζε), ούτε η υπαναχώρηση ενός «Αριστερού», κατά δήλωση του, κόμματος από την πάγια θέση του περί πλήρους εξάλειψης της αναφοράς σε επικρατούσα θρησκεία δικαιολογείται με κριτήρια άλλα από το πολιτικό κόστος, τη ψηφοθηρία και τον κατευνασμό του ήσσονος κυβερνητικού εταίρου.
Κακότεχνες, και γενεσιουργοί πολιτειακής αλλοίωσης, είναι οι προτεινόμενες «ενισχύσεις» των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ας δεχτούμε ότι θα είχε κάποιο νόημα (αν και, ως επαναφορά καταργηθεισών «υπερεξουσιών», θα έδιναν, κατά τη γνώμη μου, αρνητικό πολιτικό συμβολισμό) η δυνατότητα απεύθυνσης στη Βουλή, σύγκλησης του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών (την οποία πάντως η ανυπαρξία σχετικής διάταξης δεν έχει εμποδίσει την περίοδο της κρίσης) και, ίσως, και «έκδοσης» (sic) διαγγελμάτων. Όμως ο διορισμός εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας (και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα) της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, των ανεξαρτήτων αρχών, καθώς και η ανάμιξη του στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων θα του προσέδιδαν προνομίες όχι πλέον ρυθμιστή αλλά «πολιτικού παίκτη» -αυτές ακριβώς που κατάργησε, και ορθώς, η αναθεώρηση του 1986. Η ενίσχυση αρμοδιοτήτων πρέπει να ειδωθεί σε συνδυασμό με τον προτεινόμενο τρόπο εκλογής του Προέδρου, που τύποις περνά από δύο προσπάθειες εκλογής από τη Βουλή, αλλά στην πράξη θα οδηγούσε πάντα σε απευθείας εκλογή από το λαό, αφού στη Βουλή απαιτείται σταθερή πλειοψηφία δύο τρίτων, ενώ και το ίδιο το αντιπροσωπευτικό σώμα δεν θα ρίσκαρε ποτέ να κατηγορηθεί ότι στάθηκε εμπόδιο στη «λαϊκή έκφραση». Με όλα αυτά είναι βέβαιο ότι ο Πρόεδρος θα (ξανα)γινόταν ένας ισχυρός και αυτόνομος πόλος της εκτελεστικής εξουσίας –και ένας ακόμα Καραμανλής θα δικαιωνόταν αναδρομικά από μια «Αριστερή» κυβέρνηση.
Κακότεχνη, και εντελώς αλλοπρόσαλλη, είναι και η κατάστρωση ενός νέου τύπου ελέγχου συνταγματικότητας, που συνδυάζει, ή μάλλον συγχέει, στοιχεία «προληπτικού» (αλλά μόνο σε γνωμοδοτικό επίπεδο) και κατασταλτικού (από ένα «Σούπερ Ανώτατο» αλλά υπό τη πλήρη επιρροή του Προέδρου της Δημοκρατίας Δικαστήριο), όπως επίσης και «διάχυτου» (τύποις η αρμοδιότητα θα παρέμενε σε όλα τα δικαστήρια αλλά αυτά θα υποχρεούνταν να παραπέμπουν ζητήματα συνταγματικότητας στο «Σούπερ» Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο) και συγκεντρωτικού ελέγχου. Η κυβερνητική «πρόταση», μη παίρνοντας θέση στο μόνο ουσιαστικό δίλημμα: διατήρηση του διάχυτου ελέγχου η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να αποδυναμώσει το ισχύον και, τουλάχιστον ως την έναρξη της κρίσης, μάλλον αποτελεσματικό σύστημα, χωρίς να εγκαθιδρύσει ένα άλλο που να απαντά στο αίτημα ταχύτητας και καθαρότητας. Αντίθετα: το υβρίδιο που προτείνει θα δημιουργούσε πλήρη ανασφάλεια δικαίου.
Πιο επικίνδυνες από όλες όμως είναι οι «μπολιβαριανές» διατάξεις που περιέχονται στην κυβερνητική «πρόταση». Ο συνδυασμός θεσμοποίησης της απλής αναλογικής και δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με «ψήφο εμπιστοσύνης» (αντίθετης στην αρχή της δεδηλωμένης) 120 μόνο βουλευτών θα οδηγούσε νομοτελειακά σε ακυβερνησία –και άρα σε συνεχείς εκλογές και άρα σε διαρκή καταφυγή στη «λαϊκή βούληση». Από την άλλη, η υπερφόρτωση του θεσμού του δημοψηφίσματος και η διάχυση του σε πεδία μη συμβατά με δημοψηφισματικού τύπου αποφάνσεις -την ανάκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας, την κύρωση των διεθνών συνθηκών και την επικύρωση της συνταγματικής αναθεώρησης-, σε συνδυασμό με την υποχρεωτικότητα διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για εθνικά και νομοθετικά θέματα μέσω συγκέντρωσης ενός ορισμένου αριθμού υπογραφών, αναδεικνύουν τη λαοκρατική, αν όχι οχλοκρατική, αντίληψη της παρούσας κυβέρνησης. Λιγότερο προφανείς, αλλά στην ίδια, κατά τη γνώμη μου, κατεύθυνση, είναι και προτάσεις γαργαλήματος των «λαϊκών» αντανακλαστικών, όπως η πλήρης κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας (άλλο να είναι υπόλογοι οι βουλευτές, άλλο να δίνονται βορά στους ζηλωτές και στο πλήθος), η υποχρέωση ο Πρωθυπουργός να είναι πάντα εν ενεργεία βουλευτής (ενώ σημασία έχει η επιλογή προσώπου εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος ή συνασπισμού και η εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής στο υποδεικνυόμενο πρόσωπο), ή η δήθεν προστασία «δημόσιων αγαθών» ή «εργασιακών δικαιωμάτων» με τη μόνη εγγραφή τους στο Σύνταγμα (λες και δεν είναι ήδη συνταγματική υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να προστατεύει, μέσω σταθμίσεων και επιλογών, και τα μεν και τα δε).
Με αυτή τη σειρά «προτάσεων», η ευθύνη φεύγει από τα εκλεγμένα όργανα της Πολιτείας και μετατίθεται διαρκώς στο λαό, ακόμα και για απολύτως τεχνικά θέματα, ακόμα και για δύσκολες πολιτικές σταθμίσεις που δεν χωρούν σε ένα Ναι ή ένα Όχι. Θα ήθελαν να μας γυρίσουν σε εποχές «δημοψηφισμάτων» όπως αυτά του προηγουμένου Αρχιεπισκόπου (που κι εκείνος είχε συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο υπογραφές για ένα ζήτημα που θα μας έστελνε στα διεθνή δικαστήρια) με το βλέμμα στραμμένο στον Τσάβες και στα κακέκτυπά του.
Από τη Δημοκρατία της ευθύνης, της εθνικής συνεννόησης και των δύσκολων αλλά στιβαρών αποφάσεων υπέρ του γενικού συμφέροντος, η κυβερνητική πρόταση θα οδηγούσε σε μια Δημοκρατία λαϊκιστικής επίφασης και ακυβερνησίας. Παρόλο που το πολιτικό αυτό σχέδιο δεν θα υλοποιηθεί, το πλήγμα που έχει επιφέρει στο Σύνταγμα και τους θεσμούς είναι ήδη βαρύ.

29 Μαρ 2017

Η Ιστορία στα μέτρα μας

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφία του Δήμου Σακελλαρίου: ο Νίκος Μπελογιάννης με το γαρύφαλλο στη δίκη του
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Αν κανείς προσπαθήσει να συγκεράσει τις ρητορικές ιδεολογικές συντεταγμένες του Αλέξη Τσίπρα σε μία συνισταμένη, άνετα συμπεραίνει ότι ο Φιντέλ Κάστρο και ο Νίκος Μπελογιάννης αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκού κεκτημένου γιατί η σκέψη του Προέδρου Μάο είναι πάντα επίκαιρη. Αυτός ο αχταρμάς προκύπτει από τη ρηχότητα και την ευκολία με την οποία ιδιοποιείται και προβάλλει στο παρόν δάνεια μύθων, φαντασιακών ή πραγματικών, γιατί έτσι νομίζει ότι δικαιώνει την ατομική του διαδρομή και την πορεία του κόμματός του.
Το κομμουνιστικό ηρωολόγιο βρίσκεται πάντα στη φαρέτρα του (χωρίς ποτέ να αρθρώνει τη λέξη) – κόβει εύηχες φέτες από ιστορικές προσωπικότητες και στιγμές και τις σφηνώνει σαν πασάλους για να κρατήσει σταθερό ένα ιδεολογικά ρημαγμένο κόμμα.
Είναι λάθος ανάγνωση και της ιστορίας και της πολιτικής. Όπως λάθος είναι και η ακριβώς αντίθετη ανάγνωση, αυτή που κάνουν διάφοροι μετά Χριστόν προφήτες τις μέρες αυτές, επίσης για να δικαιωθούν οι ίδιοι. Αυτοί δηλαδή που υποτιμούν το βάρος της ιστορικής στιγμής και διαβάζουν την Ιστορία ανάποδα, με τη σημερινή γνώση των εξελίξεων που ακολούθησαν. Που με αβαθείς μηχανιστικές αναλύσεις, στην ουσία απλές αναγωγές, καταλήγουν ότι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι αγωνιστές του ΚΚΕ ήσαν εγκληματίες γιατί σκοπό είχαν να μετατρέψουν τη χώρα σε ένα από τα καθεστώτα που κατέρρευσαν το ’89. Όχι, δεν είχαν αυτόν το σκοπό – έζησαν στην εποχή που γραφόταν η ιστορία που είχε την κατάληξη που γνωρίζουμε όλοι τώρα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους που ξόδεψαν τη ζωή τους σε φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια ή εκτελέσεις είχαν την πεποίθηση ενός ευγενούς ιδεώδους που τώρα γνωρίζουμε ότι ήταν ιστορική αυταπάτη – τότε δεν το γνώριζαν ούτε οι αντίπαλοί τους. Και κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει την αίγλη της αυταξίας της θυσίας.
Στην υποδαύλιση του αισθήματος ηθικής υπεροχής βοηθούσε ότι απέναντί τους δεν είχαν τίποτα αγγελούδια. Είχαν μία ημιδημοκρατία στην οποία μεσουρανούσαν οι δοσίλογοι της Κατοχής, οι πληρωμένοι χαφιέδες, το σκληρό κατασταλτικό κράτος της Δεξιάς, οι πρόγονοι της Χούντας, το βασιλικό παρακράτος, ένας σκοτεινός συρφετός που έκανε τον δικό τους αγώνα να φαντάζει ακόμα πιο ανιδιοτελής και ενάρετος. Τώρα ξέρουμε την ιστορική ειρωνεία, αυτή η μαύρη αντίδραση αντικειμενικά θεμελίωνε το μέλλον μιας ευρωπαϊκής δυτικής δημοκρατίας και η ουτοπική θυσία των ιδεολόγων κομμουνιστών θα αποτύγχανε να μας βυθίσει στο ζόφο του ολοκληρωτισμού.
Επίσης ξέρουμε την πορεία των χαμένων του Εμφυλίου μέχρι τις μέρες μας, και αυτό θα έπρεπε να κάνει σοφότερους τους ιστορικούς μηδενιστές. Το ΚΚΕ, μολονότι συμμετείχε σε ένα πολιτικό σύστημα που δεν πίστευε, αποτελούσε πάντα έναν από τους θεσμικούς πυλώνες της λειτουργίας της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας μας, με άψογη κοινοβουλευτική συμπεριφορά και περιφρουρημένους κοινωνικούς αγώνες, κάποιοι δε από αυτούς που σήμερα θεωρούν ξένο κατάσκοπο και προδότη της πατρίδας τον Μπελογιάννη συνεργάστηκαν με τους συντρόφους του σε κυβερνητικό σχήμα.
Όσο δεν ήταν αγωνιστής της Δημοκρατίας ο Νίκος Μπελογιάννης άλλο τόσο δεν ήταν προδότης. Βρέθηκε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι και διάλεξε τη μία διαδρομή, όπως εκατομμύρια άνθρωποι της εποχής του σε όλον τον κόσμο. Το ότι η επιλογή κατέληγε στον όλεθρο το ξέρουμε τώρα. Είναι εύκολο να εκκενώνεις την Ιστορία από τη δυναμική και το δράμα της και ακόμα ευκολότερο να την εργαλειοποιείς για να την προσαρμόσεις στις σημερινές σου ανάγκες. Αλλά είναι λάθος.

25 Μαρ 2017

Τι είναι το κράτος μας;

"Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια",  Διονύσιος Τσόκος, 1850.
Του Γιώργου Γιαννούλη- Γιαννουλόπουλου, (26 -03- 2015) από Κάτοπτρα
H 25η  Μαρτίου του 2015 πέρασε κι αυτή όπως τόσες άλλες κοντά διακόσια χρόνια τώρα. Η προβληματική σχέση μας με το πρώτο κράτος στην ιστορία των Ελλήνων, που ιδρύθηκε με την Επανάσταση και το κίνημα του φιλελληνισμού, παραμένει. Το κράτος αυτό οι Έλληνες ποτέ στ' αλήθεια δεν το θεωρήσαμε δικό μας. Ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε έκτοτε δείχνει πως ήταν και παραμένει κάτι ξένο στην ψυχή μας. Κάτι από το οποίο απαιτούμε τα πάντα αλλά δεν αναγνωρίζουμε ευθύνη για τις πράξεις και τις υποχρεώσεις του. Απαιτούμε να μας προσλάβει όλους, να μας ταΐσει, βλέπουμε με κατανόηση τους συμπατριώτες μας που το μαδούν καταπατώντας την περιουσία του ή κλέβοντας τις συντάξεις του, ή πληρώνονται παραπάνω από όσο δικαιολογείται, ενώ δεν αναγνωρίζουμε τα χρέη του, τις διεθνείς υποχρεώσεις του, τη θέση και τις δεσμεύσεις του.
Οι διαχειριστές που εκλέγουμε είναι στον νου μεγάλου μέρους των νεοελλήνων οι απεσταλμένοι τους σε έναν ξένο και εχθρικό τόπο που πάνε να τον λεηλατήσουν για να τους φέρουν πίσω λεφτά, κονδύλια, διορισμούς, δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία.
Αυτό εξηγεί και την αδιαφορία μας για τη συμπεριφορά τους απέναντι στη Διοίκηση, στους νόμους, στα Δημόσια οικονομικά. Όλα αυτά δεν αφορούν το κράτος ΜΑΣ. Αφορούν κάποιον άλλον, μια δύναμη κατοχής που τη μισούμε αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή. Κάνουμε πως την αγαπάμε, όπως ο κολίγος τον τσιφλικά, για να του τη χώσουμε στην πρώτη ευκαιρία να πάρουμε το τσιφλίκι.
Κατά βάθος, η Ελληνική Επανάσταση ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Παρέμεινε ακίνητη, παγωμένη στον χρόνο, εκείνη τη μέρα στο Ναύπλιο που το μοιραίο βόλι από μανιάτικα χέρια καρφώθηκε στον Ιωάννη Καποδίστρια.
Όπου και να κοιτάξουμε την Ελληνική ιστορία των τελευταίων δύο αιώνων, όποια μνήμη και να ξεθάψουμε, όποια σύγκρουση, όποια νίκη κι όποια συμφορά, αυτή την ανολοκλήρωτη σχέση θα διακρίνουμε. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν ήρθε ποτέ ολοκληρωτικά, ώστε να κρατήσουμε τη νοσταλγία του. Και ο 19ος δεν μπήκε ποτέ θριαμβευτής στην ψυχή μας. Ποτέ δεν αποκτήσαμε κράτος δικό μας, γιατί δεν σκοτώσαμε ποτέ τον μονάρχη εντός μας, την ελέω θεού εξουσία στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι και από την οποία περιμένουν τα πάντα και γι' αυτό τη λατρεύουν και την καταριούνται για οτιδήποτε.
Τέτοιες μέρες, με τις πομπώδεις κι ακατανόητες παρελάσεις της αλλότριας εξουσίας του, το κράτος μάς θυμίζει πιο έντονα από ποτέ πως η Ελληνική Επανάσταση ακόμη μας στοιχειώνει, μισερή.

22 Μαρ 2017

Εφτακόσιες λέξεις μόνο, πριν (και) το Βατοπέδι γίνει ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για Εφραίμ

Του Πέτρου Τερζή, από την athensvoice.gr


Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους, που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους
Η υπόθεση του Βατοπεδίου έκλεισε και πέρασε, οχτώ χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, κουρασμένη πια, στην ιστορία. Το πρωί της Τρίτης 21.03.2017, ο Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού ανήγγειλε ότι «οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι», χτύπησε το σφυρί του στην έδρα. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. Ο ήχος όμως του σφυριού έκλεισε μονάχα τη δικαστική πλευρά της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ήχος αποτέλεσε το έναυσμα για την εκκίνηση μιας άλλης διαδικασίας, αυτή της διαχρονικής ζύμωσης και ιστορικής καταγραφής της «Υπόθεσης Βατοπεδίου». Στο τέλος της διαδικασίας, κάμποσα χρόνια μετά από τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, η υπόθεση θα κατακαθίσει μια για πάντα στην εθνική συλλογική μας μνήμη, έχοντας πιθανότατα ένα ξεχωριστό κεφάλαιο αενάως ανοιχτό στο βιβλίο της ελληνικής Ιστορίας. 
Δεδομένης, λοιπόν, αυτής της εξελισσόμενης και ανεπαίσθητης ιστορικής διεργασίας και με την απειλή της επικράτησης στο συλλογικό υποσυνείδητο της αίσθησης ότι «το Φως τελικά κέρδισε το σκοτάδι» ίσως έχει αξία να θυμηθούμε μερικά πράγματα. Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» αυτή έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους. Πάμε, λοιπόν. 
Οι εισαγγελείς κ. Κολιούσης και κ. Σωτηροπούλου ευλογήθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2008 να χειριστούν την υπόθεση της μονής Βατοπεδίου με μόνο κριτήριο την αξιοσύνη τους. Δεκαπέντε μέρες μετά, ζητούν τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή επειδή στην υπόθεση, όπως ισχυρίζονται, εμπλέκονται ονόματα υπουργών. Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γ. Σανιδάς, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς τους και εκείνοι για λόγους ευθιξίας παραιτούνται. Οι δύο εισαγγελείς επιστρέφουν μήνες μετά την παραίτησή τους. Ανακαλούν, έπειτα από προτροπή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, τις παραιτήσεις τους με τις εξής προϋποθέσεις: να μην ξανασχοληθούν με το Βατοπέδι σε επίπεδο εισαγγελικής Αρχής και να φύγουν από την Αθήνα. 
Εν συνεχεία, την υπόθεση αναλαμβάνει η εισαγγελέας κ. Ευ. Σπυροπούλου η οποία 10 μέρες αργότερα (22-10-2008 με το ΕΠ318-20.10.2008 προς τον εισαγγελέα Εφετών) ζητά εκ νέου τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή. Κανείς δεν απάντησε στο αίτημά της. Στο μεταξύ είχε ζητήσει και είχε λάβει την υποστήριξη και από δεύτερο εισαγγελέα λόγω του όγκου της δικογραφίας. Τελικά, στις 17 Μαρτίου του 2009 τελειώνουν την έρευνά τους, κλείνουν το φάκελο και τον παραδίδουν στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών με το ίδιο αίτημα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή». Εφτά μήνες ερευνών, τέσσερις διαφορετικοί εισαγγελείς, ένα κοινό στην ουσία του πόρισμα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή».
Όμως, στις 23 Απριλίου 2009, επικαλούμενος μια «εγκύκλιο» που του έδινε τη δυνατότητα να έχει τον τελευταίο λόγο στη διαβίβαση αυτή, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδάς έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο αυτό ισχυριζόμενος πως δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία.
Ο αείμνηστος δάσκαλος Ι. Μανωλεδάκης επί των ανωτέρω γεγονότων σημειώνει μεταξύ άλλων στο τέλος του 2008: «Οι δύο εισαγγελείς που ερευνούσαν την υπόθεση Βατοπεδίου... αντιστεκόμενοι σε διαφορετικές, αντίθετες προς τη σχολαστική εφαρμογή της νομιμότητας, υποδείξεις και πιέσεις, έσωσαν το κύρος και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε θετικά και η ορισθείσα ως –συντονίστρια– εισαγγελέας κ. Ε. Σπυροπούλου. Οι πράξεις τους αξίζει λοιπόν να καταγραφούν στις ωραίες σελίδες της ιστορίας της ελληνικής δικαιοσύνης»(Μανωλεδάκη, στη στήλη «Γνώμη», ΠοινΔικ 2008, 1137)
Αφού λοιπόν μιλήσαμε για αυτά, ας προσθέσουμε ότι στις 25 Φεβρουαρίου 2007, ο Γ. Σανιδάς χειροθετήθηκε Άρχων Νομοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επίσης θυμηθείτε σε εκείνες τις γραμμές της συλλογικής μας μνήμης, που σας έλεγα πιο πριν, να σημείωσουμε κάπου με ένα αστεράκι ότι εποπτεύουσα για την υπόθεση Βατοπεδίου ορίστηκε αργότερα η εισαγγελέας κ. Τσατάνη. 
Τέλος, θυμηθείτε ότι τη στιγμή που διαβάζετε τις γραμμές αυτές (Μάρτιος του ’17 για τον ιστορικό του μέλλοντος) αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης είναι ο κ. Παπαγγελόπουλος.
Θέλω να ισχυριστώ, τελικά, ότι υπήρχε στους δικαστές και την εισαγγελέα της έδρας την Τρίτη 27.03.2017 κάποια «γραμμή»; Επ’ ουδενί. 
Όμως, στο τέλος της ημέρας συνέβη το εξής: η υπόθεση στην οποία μια Μονή αντάλλαξε τη λίμνη Βιστωνίδα, χωρίς καν να ξέρουμε αν είναι δικιά της, με ακίνητα του Δημοσίου, κατέληξε «κουρασμένη πια» να είναι μια υπόθεση στην οποία οι συναλλασσόμενοι «πίστευαν δικαιολογημένα» ότι η λίμνη είναι της εκκλησίας και η ανταλλαγή αυτή επωφελής για το Δημόσιο.
Αυτά ήθελα να σημειώσω χάριν ιστορικής καταγραφής.  
Γιατί νομίζω, τελικά, πως στην υπόθεση Βατοπεδίου το σκοτάδι όχι απλώς μας νίκησε, αλλά βρήκε και τη δύναμη να μας πλασάρεται σαν «φως».