"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

25 Μαρ 2017

Τι είναι το κράτος μας;

"Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια",  Διονύσιος Τσόκος, 1850.
Του Γιώργου Γιαννούλη- Γιαννουλόπουλου, (26 -03- 2015) από Κάτοπτρα
H 25η  Μαρτίου του 2015 πέρασε κι αυτή όπως τόσες άλλες κοντά διακόσια χρόνια τώρα. Η προβληματική σχέση μας με το πρώτο κράτος στην ιστορία των Ελλήνων, που ιδρύθηκε με την Επανάσταση και το κίνημα του φιλελληνισμού, παραμένει. Το κράτος αυτό οι Έλληνες ποτέ στ' αλήθεια δεν το θεωρήσαμε δικό μας. Ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε έκτοτε δείχνει πως ήταν και παραμένει κάτι ξένο στην ψυχή μας. Κάτι από το οποίο απαιτούμε τα πάντα αλλά δεν αναγνωρίζουμε ευθύνη για τις πράξεις και τις υποχρεώσεις του. Απαιτούμε να μας προσλάβει όλους, να μας ταΐσει, βλέπουμε με κατανόηση τους συμπατριώτες μας που το μαδούν καταπατώντας την περιουσία του ή κλέβοντας τις συντάξεις του, ή πληρώνονται παραπάνω από όσο δικαιολογείται, ενώ δεν αναγνωρίζουμε τα χρέη του, τις διεθνείς υποχρεώσεις του, τη θέση και τις δεσμεύσεις του.
Οι διαχειριστές που εκλέγουμε είναι στον νου μεγάλου μέρους των νεοελλήνων οι απεσταλμένοι τους σε έναν ξένο και εχθρικό τόπο που πάνε να τον λεηλατήσουν για να τους φέρουν πίσω λεφτά, κονδύλια, διορισμούς, δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία.
Αυτό εξηγεί και την αδιαφορία μας για τη συμπεριφορά τους απέναντι στη Διοίκηση, στους νόμους, στα Δημόσια οικονομικά. Όλα αυτά δεν αφορούν το κράτος ΜΑΣ. Αφορούν κάποιον άλλον, μια δύναμη κατοχής που τη μισούμε αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή. Κάνουμε πως την αγαπάμε, όπως ο κολίγος τον τσιφλικά, για να του τη χώσουμε στην πρώτη ευκαιρία να πάρουμε το τσιφλίκι.
Κατά βάθος, η Ελληνική Επανάσταση ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Παρέμεινε ακίνητη, παγωμένη στον χρόνο, εκείνη τη μέρα στο Ναύπλιο που το μοιραίο βόλι από μανιάτικα χέρια καρφώθηκε στον Ιωάννη Καποδίστρια.
Όπου και να κοιτάξουμε την Ελληνική ιστορία των τελευταίων δύο αιώνων, όποια μνήμη και να ξεθάψουμε, όποια σύγκρουση, όποια νίκη κι όποια συμφορά, αυτή την ανολοκλήρωτη σχέση θα διακρίνουμε. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν ήρθε ποτέ ολοκληρωτικά, ώστε να κρατήσουμε τη νοσταλγία του. Και ο 19ος δεν μπήκε ποτέ θριαμβευτής στην ψυχή μας. Ποτέ δεν αποκτήσαμε κράτος δικό μας, γιατί δεν σκοτώσαμε ποτέ τον μονάρχη εντός μας, την ελέω θεού εξουσία στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι και από την οποία περιμένουν τα πάντα και γι' αυτό τη λατρεύουν και την καταριούνται για οτιδήποτε.
Τέτοιες μέρες, με τις πομπώδεις κι ακατανόητες παρελάσεις της αλλότριας εξουσίας του, το κράτος μάς θυμίζει πιο έντονα από ποτέ πως η Ελληνική Επανάσταση ακόμη μας στοιχειώνει, μισερή.

22 Μαρ 2017

Εφτακόσιες λέξεις μόνο, πριν (και) το Βατοπέδι γίνει ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για Εφραίμ

Του Πέτρου Τερζή, από την athensvoice.gr


Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους, που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους
Η υπόθεση του Βατοπεδίου έκλεισε και πέρασε, οχτώ χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, κουρασμένη πια, στην ιστορία. Το πρωί της Τρίτης 21.03.2017, ο Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού ανήγγειλε ότι «οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι», χτύπησε το σφυρί του στην έδρα. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. Ο ήχος όμως του σφυριού έκλεισε μονάχα τη δικαστική πλευρά της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ήχος αποτέλεσε το έναυσμα για την εκκίνηση μιας άλλης διαδικασίας, αυτή της διαχρονικής ζύμωσης και ιστορικής καταγραφής της «Υπόθεσης Βατοπεδίου». Στο τέλος της διαδικασίας, κάμποσα χρόνια μετά από τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, η υπόθεση θα κατακαθίσει μια για πάντα στην εθνική συλλογική μας μνήμη, έχοντας πιθανότατα ένα ξεχωριστό κεφάλαιο αενάως ανοιχτό στο βιβλίο της ελληνικής Ιστορίας. 
Δεδομένης, λοιπόν, αυτής της εξελισσόμενης και ανεπαίσθητης ιστορικής διεργασίας και με την απειλή της επικράτησης στο συλλογικό υποσυνείδητο της αίσθησης ότι «το Φως τελικά κέρδισε το σκοτάδι» ίσως έχει αξία να θυμηθούμε μερικά πράγματα. Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» αυτή έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους. Πάμε, λοιπόν. 
Οι εισαγγελείς κ. Κολιούσης και κ. Σωτηροπούλου ευλογήθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2008 να χειριστούν την υπόθεση της μονής Βατοπεδίου με μόνο κριτήριο την αξιοσύνη τους. Δεκαπέντε μέρες μετά, ζητούν τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή επειδή στην υπόθεση, όπως ισχυρίζονται, εμπλέκονται ονόματα υπουργών. Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γ. Σανιδάς, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς τους και εκείνοι για λόγους ευθιξίας παραιτούνται. Οι δύο εισαγγελείς επιστρέφουν μήνες μετά την παραίτησή τους. Ανακαλούν, έπειτα από προτροπή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, τις παραιτήσεις τους με τις εξής προϋποθέσεις: να μην ξανασχοληθούν με το Βατοπέδι σε επίπεδο εισαγγελικής Αρχής και να φύγουν από την Αθήνα. 
Εν συνεχεία, την υπόθεση αναλαμβάνει η εισαγγελέας κ. Ευ. Σπυροπούλου η οποία 10 μέρες αργότερα (22-10-2008 με το ΕΠ318-20.10.2008 προς τον εισαγγελέα Εφετών) ζητά εκ νέου τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή. Κανείς δεν απάντησε στο αίτημά της. Στο μεταξύ είχε ζητήσει και είχε λάβει την υποστήριξη και από δεύτερο εισαγγελέα λόγω του όγκου της δικογραφίας. Τελικά, στις 17 Μαρτίου του 2009 τελειώνουν την έρευνά τους, κλείνουν το φάκελο και τον παραδίδουν στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών με το ίδιο αίτημα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή». Εφτά μήνες ερευνών, τέσσερις διαφορετικοί εισαγγελείς, ένα κοινό στην ουσία του πόρισμα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή».
Όμως, στις 23 Απριλίου 2009, επικαλούμενος μια «εγκύκλιο» που του έδινε τη δυνατότητα να έχει τον τελευταίο λόγο στη διαβίβαση αυτή, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδάς έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο αυτό ισχυριζόμενος πως δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία.
Ο αείμνηστος δάσκαλος Ι. Μανωλεδάκης επί των ανωτέρω γεγονότων σημειώνει μεταξύ άλλων στο τέλος του 2008: «Οι δύο εισαγγελείς που ερευνούσαν την υπόθεση Βατοπεδίου... αντιστεκόμενοι σε διαφορετικές, αντίθετες προς τη σχολαστική εφαρμογή της νομιμότητας, υποδείξεις και πιέσεις, έσωσαν το κύρος και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε θετικά και η ορισθείσα ως –συντονίστρια– εισαγγελέας κ. Ε. Σπυροπούλου. Οι πράξεις τους αξίζει λοιπόν να καταγραφούν στις ωραίες σελίδες της ιστορίας της ελληνικής δικαιοσύνης»(Μανωλεδάκη, στη στήλη «Γνώμη», ΠοινΔικ 2008, 1137)
Αφού λοιπόν μιλήσαμε για αυτά, ας προσθέσουμε ότι στις 25 Φεβρουαρίου 2007, ο Γ. Σανιδάς χειροθετήθηκε Άρχων Νομοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επίσης θυμηθείτε σε εκείνες τις γραμμές της συλλογικής μας μνήμης, που σας έλεγα πιο πριν, να σημείωσουμε κάπου με ένα αστεράκι ότι εποπτεύουσα για την υπόθεση Βατοπεδίου ορίστηκε αργότερα η εισαγγελέας κ. Τσατάνη. 
Τέλος, θυμηθείτε ότι τη στιγμή που διαβάζετε τις γραμμές αυτές (Μάρτιος του ’17 για τον ιστορικό του μέλλοντος) αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης είναι ο κ. Παπαγγελόπουλος.
Θέλω να ισχυριστώ, τελικά, ότι υπήρχε στους δικαστές και την εισαγγελέα της έδρας την Τρίτη 27.03.2017 κάποια «γραμμή»; Επ’ ουδενί. 
Όμως, στο τέλος της ημέρας συνέβη το εξής: η υπόθεση στην οποία μια Μονή αντάλλαξε τη λίμνη Βιστωνίδα, χωρίς καν να ξέρουμε αν είναι δικιά της, με ακίνητα του Δημοσίου, κατέληξε «κουρασμένη πια» να είναι μια υπόθεση στην οποία οι συναλλασσόμενοι «πίστευαν δικαιολογημένα» ότι η λίμνη είναι της εκκλησίας και η ανταλλαγή αυτή επωφελής για το Δημόσιο.
Αυτά ήθελα να σημειώσω χάριν ιστορικής καταγραφής.  
Γιατί νομίζω, τελικά, πως στην υπόθεση Βατοπεδίου το σκοτάδι όχι απλώς μας νίκησε, αλλά βρήκε και τη δύναμη να μας πλασάρεται σαν «φως».

8 Μαρ 2017

Η κόκκινη κλωστή του κρατισμού

Επτά χρόνια κυνηγάμε την ουρά μας
Του Λεωνίδα Καστανά, από την athensvoice.gr

Η χώρα σαπίζει ενώ η κυβέρνηση καμώνεται ότι διαπραγματεύεται με τους εταίρους. «Κερδίζει χρόνο» μόνο που δεν ξέρει τι να τον κάνει. Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η επιβολή νέων μέτρων για τους πολίτες. Φοροεισπρακτικών και αντιαναπτυξιακών που γονατίζουν την κοινωνία, τονώνουν τη φοροδιαφυγή, επεκτείνουν τη μαύρη εργασία και αυξάνουν την ανεργία. Ήδη οι καταθέσεις και η ρευστότητα του ιδιωτικού τομέα έφτασαν στο ναδίρ από το 2001. Στο προηγούμενο έτος τα λουκέτα των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 33,5% σε σχέση με το 2015.  Η ανεργία μας κοιτά πάντοτε από το θρόνο του 23,2%. Ενώ η κυβέρνηση αναζητά νέο δάνειο 3 δις ευρώ για να διορίσει τους πελάτες της στο δημόσιο. Αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας ανερμάτιστης και πάντα αριστερής πολιτικής.
Επτά χρόνια κυνηγάμε την ουρά μας.  Κατασκευάζουμε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, χάνουμε διεθνείς συμμάχους, συζητάμε την επιστροφή στη δραχμή και βαυκαλιζόμαστε ότι βγαίνουμε στις αγορές προφανώς για να αυξήσουμε  το κόστος δανεισμού και το χρέος. Τώρα πουλάμε και τσαμπουκά στους Τούρκους. Και όλα αυτά τα αυτοκτονικά, γιατί; Για να μην κάνουμε τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αν τις έχουμε υπογράψει, για να μη μειώσουμε το πελατειακό και διεφθαρμένο κράτος, να μη θίξουμε τις συντεχνίες. Διότι όλα αυτά είναι το οξυγόνο του πολιτικού μας συστήματος. Η κόκκινη κλωστή του κρατισμού διαπερνάει σχεδόν όλα τα κόμματα από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά και κρατά δεμένη τη χώρα.
Το μεγάλο και πανταχού παρόν κράτος είναι η μήτρα όλων των δεινών μας. Το μέγεθος είναι το πρόβλημα. Σε μια χώρα με παράδοση το ρουσφέτι και τη διαπλοκή, το μεγάλο κράτος ευνοεί τη διαφθορά, υποβαθμίζει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και αποτρέπει την προσέλκυση επενδύσεων. Χωρίς πλέον επιδοτήσεις και δανεικά, αυξάνει την ανεργία και μειώνει τα δημόσια έσοδα. Ρουφάει το αίμα των πολιτών του, τους οδηγεί στη φτώχεια. Ευνοεί όμως την κομματοκρατία, το βόλεμα των ημετέρων, την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα.  Τι άλλο μεγάλο πετυχαίνει όμως;
Την εξάρτηση της κοινωνίας από τον εκάστοτε κυβερνητικό συνασπισμό, εν προκειμένω, αυτόν των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.  Η μόνη εργασιακή διέξοδος των ανέργων και των νέων είναι σήμερα ο διορισμός τους ως συμβασιούχων σε συνήθως αντιπαραγωγικές θέσεις σε ΔΕΚΟ, Δήμους, ΜΚΟ κλπ. Η κυβέρνηση διαχειρίζεται το πολιτικό της κεφάλαιο επιδιώκοντας την ακόμα μεγαλύτερη φτωχοποίηση της κοινωνίας. Μια πρόβα ολοκληρωτισμού εξελίσσεται μπροστά μας.  Στις εξαθλιωμένες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο πολίτης είχε ελπίδα επιβίωσης μόνο αν τα είχε καλά με το κόμμα. Κάτι ανάλογο επιχειρείται και εδώ.  Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι σε μια δρομολογημένη επένδυση όπως αυτή του Ελληνικού, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να βάλει τρικλοποδιές μέσω ανακάλυψης αρχαιοτήτων; Η καταστροφή της μεσαίας τάξης και η λουμπενοποίηση της κατώτερης είναι επιλογή τους, διότι μέσω αυτών θα αξιώσουν την ισχύ τους.
Ο κοινωνικός ζόφος φέρνει υποταγή, αλλοιώνει συνειδήσεις, εμπεδώνει την ανελευθερία, και δικαιώνει την ανομία. Δεν αρκεί όμως η οικονομική φτώχεια. Απαιτείται και πολιτιστική παρακμή. Ποτέ άλλοτε  σχολεία και πανεπιστήμια δεν ήταν τόσο «γυμνά», οι σπουδαστές τόσο αδιάφοροι, η νεολαία τόσο άπελπις. Σε καμιά χώρα της Ευρώπης οι μετανάστες δεν συνάντησαν τέτοια και τόση κτηνώδη μεταχείριση, πασπαλισμένη με αριστερά τσιτάτα. Σε ποια πολιτισμένη χώρα οι ληστές δρουν ανενόχλητοι, η ανομία ρυθμίζει την κυκλοφορία στους δρόμους, οι μπάχαλοι καίνε λεωφορεία ή σπάνε σταθμούς, μυστήριες «συλλογικότητες» επιτίθενται σε υπουργεία ή γραφεία κομμάτων και  όλα αυτά ατιμώρητα, υπό την ανοχή του κράτους; Μόνο στην Ελλάδα. Στη χώρα όπου το ηθικό του πολίτη υποσιτίζεται, ατροφεί και πεθαίνει. Με σχέδιο ολοκληρωτικής εμπνεύσεως. Όταν ο φόβος και η ασχήμια απλώνονται πάνω από την πόλη, ο συμβιβασμός με την ανέχεια είναι ευκολότερος. Μια συνεπής αριστεροδέξια πολιτική.
Και όμως η κυβέρνηση δεν είναι μόνη στο δρόμο που διάλεξε, αυτόν της εξόντωσης της κοινωνίας. Απορείτε πώς βρίσκει συμμάχους  στα περισσότερα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ακόμα και στα υποτιθέμενα σοβαρά; Πώς βρίσκει στήριγμα σε μεγάλο μέρος της κεντροαριστεράς που οραματίζεται συμμαχικές κυβερνήσεις με το ΣΥΡΙΖΑ; Πώς παίρνει ανάσες ακόμα και από «πονηρές» παρεμβάσεις στελεχών της δεξιάς; Για μας δεν είναι. Το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος καταλαβαίνει ότι αυτή η κυβερνώσα αριστερά είναι η τελευταία ελπίδα διάσωσης του κρατισμού. Του ελληνικού κομμουνισμού με τα λεφτά των άλλων. Είναι η κόκκινη κλωστή που δεν πρέπει να σπάσει. Γιατί είναι η γραμμή τροφοδοσίας όλων.
Αν η κυβέρνηση αυτή πέσει ως καθολικά αποτυχημένη, υπάρχει ο «φόβος» ότι η επόμενη θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να προχωρήσει στη μεγάλη αλλαγή. Στη φιλελεύθερη ανανέωση, τη μόνη που έχει ανάγκη η χώρα. Στις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη σμίκρυνση του κράτους, στο στρίμωγμα των συντεχνιών. Στην αναβάθμιση των υπηρεσιών, στην τήρηση των νόμων, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην ανάταξη της Παιδείας. Στο άνοιγμα της κοινωνίας και όχι μόνο της οικονομίας,. Για τους κρατιστές όλα αυτά συνιστούν την απόλυτη καταστροφή.
Μια τέτοια φιλελεύθερη μπόρα θα σημάνει και την αρχή  του τέλους του πελατειακού κράτους και της κομματικής κυριαρχίας. Την απόσυρση του πολιτικού νταλαβεριτζή με αριστερό πρόσημο, δεξιά τσέπη και γλώσσα γιαμαμότο. Το νιώθουν ότι έρχεται και είναι αναγκασμένοι να δώσουν τη μάχη τους ενωμένοι, πέρα από κόμματα και χρώματα. Η ήττα τους όμως είναι αναπόφευκτη. Ο κόσμος άλλαξε και αλλάζει καθημερινά. Ήρθε η ώρα να αλλάξει και η καθυστερημένη Ελλάδα. Να κατεβάσει και αυτή τα δικά της κίβδηλα σφυροδρέπανα. Με λίγο δάκρυ πάνω στα καλοζωισμένα μάγουλα των συν-τρόφων.  

25 Φεβ 2017

Κυβέρνηση ατζέντης του εαυτού της

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Πετρουλάκης
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Η Κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν ατζέντης του εαυτού της. Kαταναλώνει τόση φαιά ουσία στα θέματα επικοινωνίας και κατασκευής της εικόνας της που αναρωτιέσαι αν περισσεύουν καθόλου κυβερνητικά εγκεφαλικά κύτταρα να διατεθούν για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που διαφημίζουν ότι λύνουν. Δείτε με τι κυρίως ασχολήθηκε τον τελευταίο χρόνο.
Κατανάλωσε μεγάλο απόθεμα δυνάμεων και χρόνου για μία υπόθεση που δεν της ανήκε, τις τηλεοπτικές άδειες, με μόνο στόχο τη χειραγώγηση της ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Υποτιθέμενη μάχη κατά της διαπλοκής, στην πραγματικότητα απόπειρα δημιουργίας κομματικών μηχανισμών προπαγάνδας, συνοδευόμενη από επικοινωνιακό σόου ταπείνωσης των εγκλεισθέντων διαγωνιζομένων. Έκανε μια τρύπα στο νερό αλλά κατά το συνήθειό της θριαμβολόγησε για το διασυρμό της.
Εκπόνησε σχέδιο Συντάγματος στο πόδι, με κραυγαλέα προχειρότητα και προτάσεις χωρίς θεσμική αντοχή, με μόνο σκοπό την επικοινωνιακή διαχείριση μιας υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, η οποία θα περνούσε μέσα από λαϊκά συμβούλια και συνελεύσεις στις γειτονιές. Ανέξοδο τρiκ λαϊκισμού για την τόνωση του προφίλ της Κυβέρνησης που εμπιστεύεται τη  σοφία του λαού και την αμεσοδημοκρατία. Η πρωτοβουλία εξυπηρέτησε τη συγκυρία της στιγμής και τώρα κανείς δεν μιλά για αυτό.
Έστησαν Επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια των ΜΜΕ, η οποία φυσικά διαφημίστηκε πολλαπλώς ως η μάχη της αδιάφθορης κυβέρνησης κατά της διαπλοκής, και καταναλώθηκαν εκατοντάδες προβεβλημένων εργατοωρών ανάκρισης των εκδοτών για την ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος. Η παράσταση ολοκληρώθηκε, ο στόχος επετεύχθη, η υπόθεση έκλεισε αθόρυβα.
Για να μη μιλήσουμε για τις λατρεμένες τους  λίστες φοροφυγάδων και την υπόθεση SIEMENS που μόνο αυτή η Κυβέρνηση θα τολμούσε να διαλευκάνει. Εκατομμύρια πεταμένες λέξεις στη Βουλή και τα κανάλια, οι υποθέσεις κινδυνεύουν με παραγραφή με πενιχρά αποτελέσματα μέχρι στιγμής, αλλά μικρή σημασία έχει- η Κυβέρνηση εξακολουθεί να φλυαρεί ασταμάτητα για τις εμμονές της γιατί στην ουσία η διαπλοκή και η διαφθορά είναι πια η μόνη  συγκολλητική ουσία του σώματος των ψηφοφόρων.
Η επικοινωνία έμοιαζε να είναι ο αυτοσκοπός και στους άγονους μήνες της αξιολόγησης. Στην σκυταλοδρομία των ατελέσφορων Eurogroup εκείνοι δημιουργούσαν νέο απόθεμα ναρκισσιστικού ηρωισμού (που είχαν εξαντλήσει οι προηγούμενες συμφωνίες), έτσι που ο χρόνος που χανόταν μικρή σημασία είχε αν ανέβαζε εκθετικά το κόστος-κυρίως ενδιέφερε να σωρρεύει ψευδαισθήσεις αντίστασης της αριστερής κυβέρνησης για να φορτίζεται  το αγωνιστικό φρόνημα των οπαδών. Το να φτάνεις στο χείλος του γκρεμού δεν το έβλεπαν ως θανάσιμο κίνδυνο για τη χώρα αλλά ως ευκαιρία επίδειξης γενναιότητας να βαδίσεις πάνω στην οριογραμμή του κενού. Έτσι καταλήξαμε στο θρίαμβο της ονειροχώρας ΕΡΤ. Οι ίδιοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εξαπολύσουν στα πάνελ τους ακάματους αντάπτορες της  αλήθειας που διαθέτουν σε περίσσεια, για να καταστήσουν τη αβάσταχτη μεταχρονολογημένη επι(υπο)ταγή σε απλή λεπτομέρεια μιας εποποιίας. Δεν έχουν κανένα δίλημμα να δημιουργήσουν ένα φανταστικό σύμπαν στο οποίο μηδενίζονται με μαγικό τρόπο υποχρεώσεις 3,5 δισ με τη μέθοδο της «εξισορρόπησης της ισορροπίας», μία νεραϊδοχώρα με «καθρέφτες» που δείχνουν ότι αυτό που δίνεις είναι σαν να το παίρνεις, μία πανηγυρική συλλογική αυταπάτη εξόδου από τη λιτότητα και την κρίση.
Νομίζετε ότι σας θεωρούν ηλίθιους;  Δεν είναι αυτό, μη θυμώνετε. Αυτή η συζήτηση δεν αφορά εσάς- εσείς απλώς θα πληρώσετε. Όλο αυτό το γαϊτανάκι της απίθανης επικοινωνιακής ευρηματικότητας με το οποίο πορεύονται δύο χρόνια δεν έχει εσάς αποδέκτες. Eχει εκείνους που θέλουν στήριξη και επιχειρήματα για να πείσουν τον εαυτό τους και τις παρέες τους ότι έχουν ακόμα λόγους να αποφεύγουν την αναγνώριση του λάθους τους. Ότι  δηλαδή ψήφισαν μια κυβέρνηση που στο τέλος κάνει ό,τι μισούσαν στους προηγούμενους με πολύ ακριβότερο τρόπο αλλά με απαράμιλλο επαναστατικό στυλ.

11 Φεβ 2017

Η αποξήρανση της κοινωνίας

Του Νίκου Βατόπουλου, από την Καθημερινή


Όλο και περισσότεροι νιώθουν ψυχικά εξουθενωμένοι. Στο πεζοδρόμιο, στο μετρό, στα μαγαζιά, ακούς τα ίδια. «Τι θα γίνει; Τι βλέπεις;». Ακούγεται με άλλο ήχο και άλλο βάθος. Είναι διαφορετική η απόγνωση σήμερα από το 2012 ή το 2015, όταν τότε υπήρχε μια στοιχειώδης, έστω, αγωνιστικότητα. Αν επέτυχε κάτι ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την κατάληψη που επιχειρεί στους πυλώνες του κράτους, είναι η αποξήρανση της κοινωνίας. Πλήρης και τέλεια αφυδάτωση. Μπορεί όμως μια κοινωνία, μια χώρα να έχει προοπτική όταν οι περισσότεροι πολίτες έχουν στο μυαλό τους μόνο αδιέξοδα και μαύρες σκέψεις;

Είναι τόσο απλωμένη η απαισιοδοξία που θα απαιτηθούν λίγες, αλλά αποφασιστικές, κινήσεις για να ανοίξει μια χαραμάδα φωτός. Αλλά το πρόβλημα, πέραν όλων των άλλων, είναι και η διάχυτη δυσπιστία. Υπάρχει πρόβλημα εμπιστοσύνης. Και πίστης. Για να μη μιλήσει κανείς για διατύπωση ενός στοιχειώδους οράματος για την επόμενη μέρα.

Και εν μέσω των τραγελαφικών καθεστωτικών κινήσεων της κυβέρνησης, το όποιο δυνητικά παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας έχει απομείνει στην Ελλάδα, αισθάνεται δεμένο χειροπόδαρα. Νιώθει, δικαίως, απαξιωμένο χωρίς ρόλο και χωρίς ζήτηση. Και το χειρότερο είναι ότι η συριζαϊκή «παρέα», σκοπίμως, τεχνηέντως αλλά και με δόλο, πέτυχε να περάσει στην κοινωνία ότι αυτό που προέχει είναι η επιβίωση, και όχι η πρόοδος, η ανάπτυξη, το μεγάλωμα της πίτας. Έχουν και εδώ κερδίσει ένα πόντο ακόμη στη δηλητηρίαση της σκέψης.

Όμως, ο μέσος πολίτης, ο αστός, ο άνθρωπος που έχει και κρίση, και μνήμη, και που μπορεί να δει και τα στραβά τού χθες αλλά πρωτίστως το αίσχος του σήμερα, παραμένει σε στάση αναμονής. Τον βαραίνει η κατρακύλα της πατρίδας του, η απαγωγή της λογικής και κυρίως η λεηλασία όσων θεωρούσε άξονα της ζωής του. Οι λαϊκιστές του καθεστώτος αγνοούν την παράμετρο όσων βαραίνουν τη σκέψη των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Την αγνοούν γιατί δεν είναι σε θέση να την αναλύσουν και να τη συνεκτιμήσουν, αλλά πλέον το μείζον της καθημερινότητας είναι αυτό ακριβώς το βάρος που έχει χαμηλώσει τον μέσο άνθρωπο σε ένα μέγεθος που δεν αντέχει κανείς.

Η αναντιστοιχία κυβέρνησης και κοινωνικής πραγματικότητας είναι πλέον τόσο μεγάλη, που δεν θα πρέπει να εφησυχάζει την αντιπολίτευση. Το αντίθετο. Οι προσδοκίες θα είναι αμείλικτες.

9 Φεβ 2017

Το συνηθισμένο bullying: η συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή

Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι περιουσίες σας, κατά 80%; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν μέτρα
Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice.gr
Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Όταν τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο, το πολιτικό σύστημα καταφεύγει στο συνηθισμένο bullying: Ανοίγει τη συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή. Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι αποταμιεύσεις σας, οι περιουσίες σας κατά 80%; Προτιμάτε να μετατραπούμε σε Βενεζουέλα της Μεσογείου χωρίς καν πετρέλαιο; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν Μέτρα. 
Τα «μέτρα» είναι πάντα στη λάθος κατεύθυνση. Τα μέτρα εξαντλούνται στην υπερφορολόγηση της κοινωνίας για να διατηρηθεί αλώβητος ο κομματοκρατούμενος κρατικός μηχανισμός. Η αλήθεια είναι απλή, σταδιακά το δημόσιο χρέος μεταβιβάζεται στους πολίτες. Ο ένας στους δύο χρωστάει ήδη στο κράτος. Η εκμετάλλευση θα συνεχιστεί μέχρι να εκμηδενιστούν οι καταθέσεις και να μετατραπούν σε οφειλές των πολιτών προς το κράτος. Ο δρόμος έχει διανυθεί κατά τα δυο τρίτα. 
Το σκηνικό επαναλαμβάνεται σχεδόν με τις ίδιες λέξεις σε ίδιες μονότονες πράξεις. Λες και το πρόβλημα της χώρας είναι να κλείσει η αξιολόγηση. Ολόκληρη η χώρα, το πολιτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, μονότονα ασχολούνται με αυτό: να κλείσει η αξιολόγηση. Να καταλήξουμε σε συμφωνία με την τρόικα. Να ψηφίσουμε τα μέτρα. Για να πάρουμε τα λεφτά. Είναι η μόνη κρυφή επιδίωξη του πολιτικού συστήματος: Η Δόση. Κανείς δεν ρωτάει πια, τι τα κάνουμε τα λεφτά. Πού θα πάνε, ποιες ανάγκες καλύπτουν. Για ποιο λόγο  δημιουργούνται δηλαδή τα ελλείμματα. 
Μια συγχορδία «πρόθυμων», κεντροαριστερών και κεντροδεξιών, ντόπιων και Ευρωπαίων, με κατανόηση και αληθινό φόβο για τα χειρότερα, σπεύδει να υπερθεματίσει υποστηρίζοντας την αντιμεταρρυθμιστική κυβέρνηση: «Μόνο αυτοί μπορούν να περάσουν τα μέτρα χωρίς να καεί η Αθήνα». Τα Μέτρα. Τα μέτρα γίνονται μονόδρομος, τώρα πια όλοι έχουν αποδεχτεί την κυρίαρχη ρητορική: Μνημόνιο σημαίνει αυτά ακριβώς τα μέτρα που λαμβάνονται. Και όχι άλλα. Δηλαδή τα ελλείμματα είναι αναπόφευκτα και η κάλυψή τους γίνεται μόνο με αυτό τον τρόπο, there is no alternative. Επιτέλους, η πολυπόθητη συναίνεση. Ακολουθεί η αφοπλιστική πρόταση που κλείνει τον αδιέξοδο κύκλο: «Μήπως και οι άλλοι μέτρα δεν θα ψήφιζαν; Τα ίδια μέτρα δεν θα πάρουν κι αυτοί; Μνημόνια δεν θα εφάρμοζαν;»
Εκείνη η κεντροαριστερά που φλερτάρει συνεχώς με την κυβέρνηση αποφεύγοντας να ξεκαθαρίσει τις πολιτικές της διαφορές, προσποιούμενη ότι το μόνο πρόβλημά της για την ενότητα είναι η εκλογή αρχηγού, και εκείνη η καραμανλική κεντροδεξιά που ήδη μισή μέσα στην κυβέρνηση, μισή έξω, διοργανώνει εκδηλώσεις με τους υπουργούς του Σύριζα για να αθωώσει την πενταετία της χρεοκοπίας, δεν υπερασπίζονται τόσο την κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Υπερασπίζονται το σύστημα της μεταπολίτευσης, αυτό που μόνο ξέρουν και αναγνωρίζουν, αυτό που υπηρετεί τώρα καλύτερα η κυβέρνηση η οποία οδηγεί κι αυτή με τη σειρά της τη χώρα στη χρεοκοπία. 
Αυτό που αποφεύγουν να πουν ακόμα και αυτοί που κάνουν αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, είναι ότι φτάνουμε πάλι στο ίδιο αδιέξοδο, ακριβώς γιατί η κυβέρνηση κάνει αυτό για το οποίο εξελέγη: μεγαλώνει πάλι τα ελλείμματα των κρατικών εταιρειών, αυξάνει πάλι τις δομές του δημοσίου, προσλαμβάνει περισσότερους ακόμα «μετακλητούς», όπως κομψά λέγονται οι κομματικοί υπάλληλοι των οποίων η μισθοδοσία μεταφέρεται στους κρατικούς λογαριασμούς. Καταργεί το πλαφόν στις αμοιβές των κρατικών στελεχών, δίνει υπέρογκες αυξήσεις στους μετακλητούς, επιδόματα στους συνδικαλιστές, επαναφέρει τα «stage» του Παυλόπουλου, αντί να επιδοτούνται οι νέοι να δουλέψουν στον ιδιωτικό τομέα, προσλαμβάνονται στο Δημόσιο 24.000 έκτακτοι. Συγχρόνως καταργεί την υποχρέωση του δημοσίου να παρίσταται στα δικαστήρια, άρα ανοίγει πάλι το παράθυρο για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων εκτός ΑΣΕΠ, με τη γνωστή μέθοδο ανανέωσης συμβάσεων. Παράλληλα μειώνονται τα πρόστιμα για μη απόδοση ΦΠΑ, ατονεί το μέτρο των αποδείξεων, ξεχάστηκαν τα GPS για τον έλεγχο του λαθρεμπορίου καυσίμων, τα scanner στα σύνορα. Μειώνονται οι έλεγχοι στο λαθρεμπόριο καυσίμων και τσιγάρων. 
Τι είναι καινούργιο από όλα αυτά; Ότι θα φτάναμε εδώ ήταν μαθηματικά βέβαιο. Ήταν προεκλογική υπόσχεση. Τα κόμματα που κυβερνούν υπόσχονταν την παλινόρθωση του ancient regime. Το οποίο ήταν τέλειο, μόνο που είχε ένα μικρό ελάττωμα: Χρεοκοπεί. Εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους. Οδήγησαν σε ένα ακόμα μνημόνιο χρεοκοπίας. Στο τρίτο, και τώρα πια, ελπίζουν για το τέταρτο. Έχουν ήδη ξεπεράσει τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις και μάλιστα ξεκινώντας από καλύτερη αφετηρία: Αντί για τα θηριώδη ελλείμματα που παρέλαβαν οι άλλοι, αυτοί παρέλαβαν πλεόνασμα. 
Αμφιβάλλω αν η κοινή γνώμη έχει αντιληφθεί ότι ψήφισε αυτό ακριβώς για το οποίο διαμαρτύρεται σήμερα. Ότι οι «παλιές καλές μέρες» ήταν καλές μόνο με δανεικά. Ότι χωρίς τα δανεικά, το χρεοκοπημένο σύστημα είναι καλό μόνο για τους μετακλητούς, για τους κομματικούς υπαλλήλους, για πέντε ολιγάρχες, για τους φοροφυγάδες. Και για όλους τους άλλους κόλαση. Όμως αυτό το «παλιό σύστημα» ήθελε η πλειοψηφία. 
Πώς να το αντιληφθεί όμως κιόλας η κοινή γνώμη; Ακόμα και σήμερα που όλα αυτά έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί δεκάδες φορές, τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης ξεκινάνε με τη φράση «ζητάνε μέτρα οι δανειστές», «αντιστάσεις στις απαιτήσεις των δανειστών». Οι φράσεις της απάτης. 
200 χρόνια χρωστάει η Ελλάς. 200 χρόνια είναι σε καθεστώς κάποιου είδους μνημονίου. Ούτε το συζήταγε κανένας. Ούτε το συζήτησε καμία άλλη χώρα από όσες μπήκαν και βγήκαν από τα μνημόνια το 2010. Η δαιμονοποίηση του μνημονίου είχε μόνο ένα στόχο. Να διασώσει το πολιτικό σύστημα τις χρεοκοπημένες δομές του κρατισμού και της κομματοκρατίας. Η νίκη της αντιμεταρρύθμισης αυτά τα 7 χρόνια ήταν απόλυτη. Το 2010, μέσα στη λαίλαπα της άτακτης χρεοκοπίας, συζητούσαμε παρ’ όλα αυτά για Διαύγεια, Καλλικράτη, ανεξάρτητες αρχές, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ενιαία αρχή πληρωμών, ηλεκτρονικά συστήματα προμηθειών, open gov. Σήμερα, μετά από 7 χρόνια πόνου, συζητάμε ότι πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι ΔΕΚΟ αμείβονται πάλι με 20.000 μηνιαίως. Ότι ένας «υπάλληλος δασαρχείου» εμποδίζει την επένδυση των 70.000 θέσεων εργασίας στο Ελληνικό. Ότι 2,5 χιλιάδες που προσλήφθηκαν για τους προσφυγικούς καταυλισμούς, δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ. Όσο ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από τα μνημόνια, η εξαπάτηση θα συνεχίζεται. Δεν υπάρχει καμία «οικονομική κρίση» που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Υπάρχει η κρίση του συστήματος που προσπαθούν να διασώσουν. 

6 Φεβ 2017

Το κύρος των ανθρώπων και το κύρος των αξιωμάτων

Francisco De Goya (1746 -1828), Fight at the New Inn
Του Νίκου Λαλιώτη από το  ekyklos.gr
Πολλές φορές στη δημόσια συζήτηση, ακούγεται η φράση ότι δεν έχουν σημασία οι άνθρωποι που ασκούν πολιτική, αλλά οι πολιτικές που εφαρμόζονται.
Ωστόσο η αναρρίχηση στα ανώτατα αξιώματα δημοκρατικών κρατών, ανθρώπων ολιγοβαρών και ανεπαρκών στην συγκρότηση της προσωπικότητάς τους, αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που ασκούν πολιτική, τελικά έχουν σημασία για την διατήρηση της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού. Το παράδειγμα του νεοεκλεγέντος προέδρου των ΗΠΑ είναι εύγλωττο.
Ένας άνθρωπος φασίζουσας νοοτροπίας που καταλαμβάνει ένα πολιτικό αξίωμα δεν θα σεβαστεί τη Δημοκρατία.
Αλλά και μια ματιά στην εγχώρια κατάσταση όπου βουλευτικές, υπουργικές και ενίοτε πρωθυπουργικές θέσεις καταλαμβάνονται από ανεπαρκείς προσωπικότητες, δείχνουν το μεγάλο πρόβλημα της Δημοκρατίας και της αξιοκρατικής εκπροσώπησης, με αποτέλεσμα πέραν του κωμικοτραγικού του θέματος και της κατάρρευσης του προσωπικού κύρους των ιδίων, να καταρρέει και το κύρος των αξιωμάτων και κατά συνέπεια το κύρος της Δημοκρατίας της ίδιας.
Αυτό συμβαίνει γιατί τα πολιτικά αξιώματα στις δημοκρατίες, φέρουν μέσα τους ιδεώδη και αξίες που τους προσδίδουν κύρος και ηθική αξία με συνέπεια ένας άνθρωπος που καταλαμβάνει ένα τέτοιο αξίωμα και δεν είναι ο ίδιος αντάξιος αυτών των ιδεωδών και συμπεριφορών που πηγάζουν από το αξίωμα, να καταρρέει ο ίδιος ηθικά και αισθητικά και να παρασύρει στην πτώση του και το ίδιο το κύρος του αξιώματός του, τραυματίζοντας το σώμα της Δημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος φασίζουσας νοοτροπίας ή απλά ένας ανόητος που καταλαμβάνει ένα πολιτικό αξίωμα να σεβαστεί την Δημοκρατία και τους πολίτες δουλεύοντας υπέρ αυτών.
Ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια μια επικίνδυνη κρίση από την οποία δεν μπορούμε να βγούμε γιατί στην ουσία της η κρίση είναι πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική και δευτερευόντως οικονομική. Αν ήταν απλώς οικονομική, θα είχαμε καταφέρει να την ξεπεράσουμε.
Δεν την ξεπερνάμε γιατί το πολιτικό σύστημα στην πλειοψηφία του, δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις, γιατί το ίδιο αδυνατεί να μετασχηματίσει τον εαυτό του ώστε να εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό οργανισμό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, λέγοντας πολιτικό σύστημα εννοώ απλά τους ανθρώπους που ασχολούνται με τα κοινά, με την πολιτική, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους, δεν επιθυμούν να δράσουν διαφορετικά απ’ ότι έμαθαν να τους εξυπηρετεί, μετατρέποντας το πολιτικό σύστημα σε έναν κλειστό θύλακα μέσα στην κοινωνία που αυτονομείται και λειτουργεί ανεξάρτητα από το συμφέρον της κοινωνίας για τον εαυτό του και την διαιώνιση των προνομίων του.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε μια κοινωνία η οποία αδυνατεί να ερμηνεύσει τις πραγματικότητες που αλλάζουν ραγδαία γύρω της, αδυνατεί να αναγνωρίσει το αληθές από το ψευδές και πολλές φορές να παραδεχθεί το αληθές, διαιωνίζοντας έτσι την κρίση και την παρακμή.
Πολιτικό σύστημα και κοινωνία είναι ένα δίπολο αλληλοσυμπληρούμενο και αλληλοεξαρτώμενο, ένα δίπολο που τροφοδοτεί το ένα το άλλο, συγχωνεύοντας μέσα του αθώους και ενόχους, ικανούς και ανίκανους με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο.
Είναι πια η ώρα για μια μεγάλη εθνική απόφαση, για μια κομβική απόφαση από την οποία θα κριθεί το αν θα ζήσουμε ως σύγχρονο κράτος και έθνος στη θέση που μας αξίζει, ή αν θα σβήσουμε μέσα στην παρακμή και στους μύθους μας.
Σε βάθος λίγων δεκαετιών η Δημοκρατία και η Ειρήνη στον δυτικό κόσμο θα είναι το ζητούμενο.
Αυτή η απόφαση περιέχει δύο σκέλη. Το βραχυπρόθεσμο και το μακροπρόθεσμο.
Το βραχυπρόθεσμο σημαίνει το να πράξουμε τώρα ό,τι είναι απαραίτητο, όσο επώδυνο και να είναι, για να κρατηθεί το πλαίσιο της χώρας ακέραιο τόσο εδαφικά όσο και πολιτικά μέσα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και του κοινού νομίσματος και αυτό γιατί αν σωθεί η χώρα, ό,τι χάσαμε θα το ξανακερδίσουμε με το πέρασμα του χρόνου, ενώ αν χαθεί η χώρα δεν θα υπάρξει τίποτα για να κερδίσουμε, θα είναι το τέλος μας ως έθνος στην ιστορία.
Το μακροπρόθεσμο σημαίνει Παιδεία. Προτεραιότητα σε μια προοδευτική και Δημοκρατική διακυβέρνηση θα πρέπει να είναι η ριζική αναβάθμιση και αναδόμηση της παρεχόμενης Παιδείας προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ώριμων και λογικά σκεπτόμενων ανθρώπων, ανθρώπων με βιωμένες της δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες, ανθρώπων που θα μπορούν να αντιστέκονται στο ψέμα και στον φασισμό, ανθρώπων που θα κρατούν ψηλά τόσο το δικό τους κύρος όσο και το κύρος της Δημοκρατίας.
Πρόκειται κατά την γνώμη μου για το κλειδί για μια ειρηνική και αδιατάρακτη πορεία της χώρας μας αλλά και του κόσμου μας.
Σε διαφορετική περίπτωση, εκτιμώ ότι το μέλλον θα είναι σκοτεινό και ότι σε βάθος λίγων δεκαετιών η Δημοκρατία και η Ειρήνη στον δυτικό κόσμο θα είναι το ζητούμενο.
Θα είναι ο χαμένος παράδεισος μιας εποχής που δεν εκτιμήσαμε όσο έπρεπε και που την αφήσαμε να χαθεί μέσα από τα χέρια μας ως μοιραίοι και άβουλοι.
Δεν θα ήθελα να το δω..


5 Φεβ 2017

«Τσιπρισμός»: το ανώτατο στάδιο του πολιτικού τυχοδιωκτισμού

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΙΘΙΝΟΥ, από timesnews.gr
Όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο, πριν από πολλά χρόνια, όλοι αντιμετώπισαν με συγκατάβαση την περίπτωσή του. Ποιος μπορούσε άλλωστε να προσάψει κάτι σε ένα παιδί, έστω και καλομαθημένο, που εκδήλωνε με ασυγκράτητο πάθος τα συναισθήματά του;
Ήταν η περίοδος των καταλήψεων για ανύπαρκτους λόγους και των καταστροφών σχολικών κτιρίων. Οι δράστες, κατά ένα περίεργο τρόπο, ποτέ δεν αποκαλύπτονταν. Όσοι εμπλέκονταν στις καταλήψεις, απεκδυόμενοι των ευθυνών τους, υποδείκνυαν ως ενόχους «εξωσχολικά στοιχεία». Τις καταστροφές, που επιβάρυναν ολοένα και περισσότερο τον δημόσιο προϋπολογισμό, καλούνταν βέβαια να πληρώσουν οι φορολογούμενοι.
Τα επόμενα χρόνια, αφού γνώριζε πλέον ότι είχε εξασφαλίσει την ατιμωρησία, ξεδίπλωσε με άνεση τις ικανότητές του. Οι οποίες, ομολογουμένως, ήταν αξιοθαύμαστες. Με όχημα τον σταλινισμό ασπάστηκε τις ριζοσπαστικές ιδέες. Έχοντας διασφαλίσει την καθημερινή διαβίωσή του, χάρη στην οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του, αποδείχτηκε ασυναγώνιστος στις μεγαλοστομίες, στον αντιαμερικανισμό, στον αντιευρωπαϊσμό…
Όλη η μετέπειτα πορεία του στηρίχτηκε σε προσεκτικά μελετημένες κινήσεις, που θα τις ζήλευε και ο πιο τέλειος ηθοποιός. Όταν μάλιστα ισχυροποιήθηκε στο κόμμα του, δεν δίστασε να παραμερίσει τον πολιτικό μέντορά του και να τον θέσει στο περιθώριο. Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του χρειάζεται να γίνουν αντικείμενο σεμιναριακών μαθημάτων.
Εκμεταλλευόμενος την οικονομική κρίση και τη δύσκολη κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι συμπατριώτες του, έταξε σε αυτούς τα πάντα. Η «Βίβλος υποσχέσεων», πολύτομη καθώς είναι, δεν χωρά στα ράφια κάποιας συνηθισμένης βιβλιοθήκης.
Όταν ο τιτάνιος αγώνας του δικαιώθηκε ξεκίνησαν σταδιακά οι υποχωρήσεις. Όσα υποσχόταν πως θα πραγματοποιήσει σβήστηκαν. Οι κόκκινες γραμμές άρχισαν να ξεθωριάζουν. Ουσιαστικά συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του, τους οποίους σφυροκοπούσε με μένος, κατηγορώντας τους για ενδοτικότητα απέναντι στους ξένους. Με τη στάση του, ένα κράμα ετσιθελισμού και κουτσαβακισμού, επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη δεινή θέση της πατρίδας του. Τα αποτελέσματα, είμαστε μάρτυρες όλοι, υπήρξαν ολέθρια.
Το αποκορύφωμα της δίχρονης δραστηριότητάς του; Με μεγάλη άνεση, χωρίς ίχνος ντροπής,αποδέχτηκε την υποθήκευση της σημερινής και μελλοντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου στους δανειστές για 99 χρόνια.
Πανέξυπνος καθώς ήταν, ωστόσο, ζήτησε τη βοήθεια των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του. Εκείνα, του την πρόσφεραν με μεγάλη προθυμία. Μαζί τους συνέπλευσαν και οι ακροδεξιοί σύμμαχοί τους, που είχαν κάνει σημαία τους την εθνική περηφάνια. Όπως αποδείχτηκε, όμως, ήταν σημαία ευκαιρίας.
Προείχε για όλους τους, πλέον, η διατήρηση με κάθε τρόπο της προσοδοφόρας βουλευτικής έδρας και η κατάληψη της πολυπόθητης εξουσίας. Οι ευαισθησίες, σκέφτηκαν οι άλλοτε διαπρύσιοι κήρυκες της εθνικής ανεξαρτησίας, είναι μόνο για τους αδαείς…
Η σημασία της παραπάνω κίνησης δεν έχει ακόμα εκτιμηθεί σε όλες τις διαστάσεις της.Κατατάσσεται, και θα φανεί τις επόμενες δεκαετίες, στις μελανότερες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας. Ποτέ δεν είχε διανοηθεί να κάνει κάτι τέτοιο οποιοσδήποτε πολιτικός σχηματισμός. Σε περίπτωση που το έκανε, θα συναντούσε διαρκώς τη χλεύη των πολιτών.
Είμαι περίεργος πώς θα σχολιάζεται στο εξής από τους διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια η υποθήκευση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Συνηθίζουν να είναι αυστηροί στις κρίσεις τους για τις κρίσιμες αποφάσεις που ελήφθησαν τις παλαιότερα από «ανάλγητες κυβερνήσεις». Θα τηρήσουν την ίδια στάση και στο ζήτημα που μας απασχολεί;
 
Κι όμως, το συγκεκριμένο πρόσωπο και ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπεί, εξακολουθούν να αναφέρονται στην Αριστερά και στις ιδέες της. Χρειάζεται μεγάλο θράσος για την επίδειξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι που έχουν διασύρει κάθε έννοια της Αριστεράς τολμούν να μιλούν στο όνομά της!
Ιδιαίτερα ανησυχητικό όμως είναι πως υπάρχουν ακόμα συμπολίτες μας που τους εμπιστεύονται. Είναι μάλιστα διατεθειμένοι να επικροτήσουν μία ακόμα αναδίπλωση, μοιραία τούτη τη φορά, που θα εκδηλωθεί τις προσεχείς μέρες.
Ξεφυλλίζω το γνωστό «Χρηστικό λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών για να βρω τον χαρακτηρισμό που του ταιριάζει. Τυχαία, πέφτει το βλέμμα μου στο λήμμα «τυχοδιώκτης».
Διαβάζω: «πρόσωπο που ζει ριψοκίνδυνα και εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις, χωρίς ηθικές αναστολές, για να πετύχει τον σκοπό του. Πβ. αριβίστας, καιροσκόπος».
Τον χαρακτηρίζει απολύτως.

28 Ιαν 2017

Μια τριτοκοσμική Ελλάδα είναι εφικτή...



Μερικές φορές ξεχνάμε τι ήταν η Ελλάδα. Κι επειδή ξεχνάμε τι ήταν, δεν έχουμε και ακριβή επίγνωση του τι μπορεί να απογίνει. Δεν συνειδητοποιούμε το εύρος των πιθανοτήτων.
Του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, από την Καθημερινή

Αποτέλεσμα εικόνας για Μια τριτοκοσμική Ελλάδα είναι εφικτήΥπάρχει λόγος που οι ηλικιακές ομάδες που είναι περισσότερο υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι ηλικιωμένοι. Ο λόγος είναι ότι αυτοί θυμούνται πώς ήταν η χώρα μας πριν μπει στο ευρώ και πριν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θυμούνται τι σημαίνει "πληθωρισμός", τι συμβαίνει όταν ένα διεφθαρμένο κράτος έχει τη δυνατότητα να τυπώνει χρήμα για να πληρώνει τους εξαρτημένους ψηφοφόρους/πελάτες, ευτελίζοντας την αξία του και συσσωρεύοντας χρέος. Επίσης, θυμούνται γενικά πώς ήταν η χώρα πριν μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από άλλες απόψεις, πολιτισμικά, κοινωνικά και οικονομικά. Όσοι γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του '70 και μετά δεν έχουν εικόνα εκείνης της Ελλάδας. Δεν έχουν ιδέα.
Πιθανότατα δεν γνωρίζουν πως όταν μπήκε στην "Ευρωπαϊκή Κοινότητα", που τότε ακόμα ήταν ένα κλειστό κλαμπ ισχυρών χωρών, η Ελλάδα ήταν με διαφορά το πιο φτωχό και αδύναμο μέλος της. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας τότε ήταν στο 60% του μέσου όρου της Ε.Ε. (το 2008 είχε φτάσει το 92%) και ακριβώς επειδή ήταν τόσο μεγάλη η διαφορά της οικονομίας της από τις οικονομίες των άλλων χωρών, με αίτημα του Ανδρέα Παπανδρέου (σε ένα “μνημόνιο”) δημιουργήθηκαν τα πρώτα διαρθρωτικά ταμεία που σκοπό είχαν να τονώσουν τις οικονομίες των φτωχώτερων χωρών (της Ελλάδας, και των άλλων που μπήκαν αργότερα) για να συγκλίνουν ταχύτερα με τις πλουσιότερες. Έκτοτε από αυτά τα ταμεία (τα οποία απέκτησαν διάφορα ονόματα στην πορεία, Μεσογειακά Προγράμματα, ΚΑΠ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ) μπήκαν στην οικονομία της Ελλάδας 160 δισ. ευρώ, ενώ η χώρα ταυτόχρονα με την ένταξή της σε έναν ισχυρό υπερεθνικό οργανισμό, και στη συνέχεια με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, απέκτησε πρόσβαση και σε φτηνό δανεισμό από την παγκόσμια αγορά, κάτι που πριν από τη δεκαετία του '80 δεν υπήρχε ως δυνατότητα.
Χάρη στην Ε.Ε. η Ελλάδα έγινε η χώρα που οι άνθρωποι κάτω των 45 γνωρίζουν, αλλά πριν από αυτή, ήταν μια άλλη, πολύ πιο φτωχή, πολύ πιο αδύναμη, πολύ πιο ευάλωτη και πολύ πιο κλειστή και οπισθοδρομική.
Το διήγημα του Νόρμαν Σπίνραντ "Η Χαμένη Ήπειρος" γράφτηκε το 1970. Είναι μια δυστοπική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα απώτερο μέλλον στο οποίο ολόκληρη η Βόρεια Αμερική έχει καταστραφεί και η Νέα Υόρκη είναι ένας γιγάντιος αρχαιολογικός χώρος τον οποίο επισκέπτονται για τουρισμό πλούσιοι Αφρικανοί. Το διήγημα, που δεν είναι από τα γνωστότερα του Σπίνραντ και που απ' όσο γνωρίζω δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, υπάρχει σε μια συλλογή που λέγεται "Other Americas", η οποία περιλαμβάνει διηγήματα που φαντάζονται σκοτεινές παραλλαγές του Αμερικανικού μέλλοντος. Μιας και ζούμε μια πολύ σκοτεινή παραλλαγή του Αμερικανικού παρόντος σήμερα, πρόσφατα την ξαναδιάβασα και όταν έφτασα στη "Χαμένη Ήπειρο" βρήκα κάτι που δεν θυμόμουν: Μια εισαγωγή στην οποία ο συγγραφέας διηγείται τη στιγμή που εμπνεύστηκε τη συγκεκριμένη ιστορία. Επιτρέψτε μου να σας μεταφράσω ένα απόσπασμα:
"Βρισκόμουν στην κορυφή του λόφου της Ακρόπολης, ανάμεσα σε εκατοντάδες τουρίστες που περιδιάβαιναν τα θαυμάσια ερείπια της κλασσικής Ελλάδας. Έστρεψα το βλέμμα από τον Παρθενώνα και κοίταξα από ψηλά τη σύγχρονη Αθήνα που απλωνόταν μπροστά μου. Η θέα, που καλυπτόταν από μια αποκρουστική στιβάδα καυτού καλοκαιρινού νέφους, μου θύμισε ότι βρίσκομαι στον 20ο αιώνα, και πως η πόλη εκεί κάτω, με τους βρώμικους, θορυβώδεις, δρόμους της είχε πολύ περισσότερα κοινά στοιχεία με την Τιχουάνα του Μεξικού και τον Τρίτο Κόσμο, παρά με την παρελθούσα μορφή της, ως μητρόπολη του υψηλότερου πολιτισμού στον κόσμο. Κάπως λυπημένος από τη διαπίστωση αυτή κατέβηκα στην Πλάκα, μια περιοχή στις πλαγιές του λόφου γεμάτη με ταβέρνες, ταπεινά εστιατόρια και παραπήγματα που πουλούσαν σουβενίρ, και ήπια μισό λίτρο ρετσίνα, ένα ελληνικό κρασί που είναι καλύτερο να το πίνει κανείς όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η Πλάκα ήταν γεμάτη τουρίστες, μικροεμπόριο, μουσική και θόρυβο. Μπορεί να έφταιγε η ρετσίνα, αλλά οι Έλληνες μου έμοιαζαν χαρούμενοι άνθρωποι που αγαπούσαν τη ζωή και ζούσαν το παρόν τους με μπρίο. Μετά όμως προχώρησα προς το ξενοδοχείο μου μέσα από τον θόρυβο της κίνησης και τον κακόγουστο, τριτοκοσμικό μοντερνισμό της πόλης και, όταν γύρισα να κοιτάξω προς τα πίσω, η θέα που αντίκρυσα γέννησε το σπέρμα αυτού του διηγήματος στο μυαλό μου. Πάνω στην Ακρόπολη ο Παρθενώνας με το ζόρι ξεπρόβαλλε μέσα στο νέφος, σαν φάντασμα μιας χαμένης δόξας που υπερίπτατο πάνω απ' το ρυπαρό παρόν, πάνω απ' την κακόγουστη Αθήνα, πάνω από την Πλάκα, όπου απόγονοι ενός πολιτισμού που είχε χτίσει τέτοια τελειότητα, ένας τριτοκοσμικός λαός πια, προσπαθούσαν να απομυζήσουν κάποια ζωή απ' τα ερείπια που τους άφησαν οι ευγενείς τους πρόγονοι, το μεγαλείο των οποίων έχει σβήσει από τη χώρα τους, πολύ καιρό πια”.
Από το 1970, όταν γράφτηκαν αυτές οι λέξεις για την χώρα μας έχουν περάσει λιγότερα από πενήντα χρόνια. Αν σε 3-4 δεκαετίες μπορεί μια χώρα να φτάσει από μια τριτοκοσμική κατάσταση στην ευμάρεια και την τρυφηλότητα της πρόσφατης εποχής της αστακομακαρονάδας, τότε είναι απολύτως εφικτό να κάνει και την αντίστροφη διαδρομή. Η Ελλάδα μπορεί να ξαναγίνει “τριτοκοσμική”, όχι ίδια με αυτό που ήταν τότε (γιατί ολόκληρος ο κόσμος έχει αλλάξει, και οι τριτοκοσμικές χώρες δεν είναι πια αυτό που ήταν), αλλά να φτωχύνει, να μικρύνει, να ασχημύνει, να γίνει πιο κλειστή, πιο βρώμικη και πιο μίζερη. Και, από ό,τι μας δείχνουν τα τελευταία χρόνια, η πορεία προς αυτή την κατεύθυνση μάλλον δεν θα διαρκούσε σαράντα χρόνια, αλλά πολύ λιγότερα.
Είναι, βλέπετε, κατήφορος.

25 Ιαν 2017

Επέτειος – Η πιο μεγάλη «προσφορά» του ΣΥΡΙΖΑ

Άλλος ΣΥΡΙΖΑ νίκησε στις 25 Ιανουαρίου και άλλος στις 20 Σεπτεμβρίου 2015. Και άλλον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε σήμερα. Ο κύκλος θα κλείσει με την ήττα του, για να ολοκληρωθεί η κατάρρευση των μύθων

Του Γιώργου Καρελιά, από τους protagon.gr

Η Μεταπολίτευση άρχισε το 1974, είναι το μόνο σίγουρο. Έκλεισε και πότε; Ή μήπως συνεχίζεται; Πιστεύω ότι θα κλείσει, με την έννοια της ολοκλήρωσης του κύκλου, μόλις τελειώσει η θητεία της κυβέρνησης Τσίπρα. Γιατί αυτό; Ας επιχειρήσουμε να το αιτιολογήσουμε.
Στη Μεταπολίτευση κυβέρνησαν δύο κόμματα του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Πρώτα η ΝΔ, ως μετεξέλιξη ή παραλλαγή της παλιάς Δεξιάς. Και μετά το ΠΑΣΟΚ, ως διάδοχο σχήμα του παλιού Κέντρου. Και τα δύο κόμματα ενσωμάτωσαν, κατά καιρούς, δυνάμεις από το αντίπαλο στρατόπεδο. Η ΝΔ από τους συντηρητικούς κεντρώους και το ΠΑΣΟΚ από την παραδοσιακή Αριστερά.
Στις 25 του Γενάρη νίκησε αυτός και αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στις 20 του Σεπτέμβρη νίκησε ο ΣΥΡΙΖΑ που τα είχε παραμερίσει αυτά και είχε προσυμφωνήσει τη συνέχιση-και όχι την ανατροπή- της προηγούμενης μνημονιακής πολιτικής. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος έφερε τον Αλέξη Τσίπρα προ αδιεξόδου, αφού άλλο επιδίωκε, όπως επιβεβαιώνουν πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά του (εδώ και εδώ).
Σήμερα έχουμε έναν άλλον ΣΥΡΙΖΑ, ένα σχεδόν συστημικό κόμμα, που μιμείται τα κατεστημένα κόμματα σε κάθε πτυχή άσκησης της εξουσίας, την οποία προσπαθεί να κρατήσει και να παρατείνει με νύχια και με δόντια: διορίζει, επιχειρεί να ελέγξει τα άλλα κέντρα εξουσίας (Μέσα Ενημέρωσης, δικαστική εξουσία, Εκκλησία), αλλάζει το εκλογικό σύστημα για να εμποδίσει τον αντίπαλο να κυβερνήσει και τα παρόμοια.
Με όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα δεν πρωτοτυπεί. Αντιγράφει τα άλλα δύο κόμματα(ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), που προηγήθηκαν. Προσαρμόζεται ταχύτατα στις κλασικές (παραδοσιακές) μεθόδους διακυβέρνησης. Μάλιστα, σε ορισμένα έχει ξεπεράσει τους προηγούμενους. Η διαφορά του με αυτούς, τουλάχιστον στις σχέσεις με τους δανειστές, είναι ότι μέχρι πρότινος κατάφερνε να «πουλάει» καλύτερα τη συμφωνία και τις υποχωρήσεις, διότι την επένδυε με την «υπερηφάνεια» στη διαπραγμάτευση. Όμως, τώρα και αυτό ξέφτισε.
Αν δεν συμβεί κάτι εντελώς απρόβλεπτο, ο κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ θα κλείσει σε ένα (το πολύ ενάμιση) χρόνο με την εκλογική του ήττα. Τότε είναι πιθανό να κλείσει και ο κύκλος της αποκαλούμενης Μεταπολίτευσης, αφού όλες οι πολιτικές δυνάμεις, από το δεξιό έως το αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος, κυβέρνησαν και μπορούμε να αποτιμήσουμε τα πεπραγμένα τους.
Ξέρω ότι οι συντριπτικά περισσότεροι αναγνώστες –και, όπως δείχνουν οι έρευνες, οι συντριπτικά περισσότεροι ψηφοφόροι– αποτιμούν ήδη αρνητικά την κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, της πρώτης στην Ελλάδα από την παραδοσιακή Αριστερά. Όμως, θα υποστηρίξω κάτι, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο, το οποίο μένει να επιβεβαιωθεί ή όχι στον ιστορικό χρόνο. Αυτό καθεαυτό το γεγονός της αριστερής διακυβέρνησης αποτελεί την πιο μεγάλη «προσφορά» του ΣΥΡΙΖΑ. Για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι κανένα κομμάτι από το πολιτικό σύστημα –όπως αυτό ορίζεται από τις έννοιες Δεξιά, Κέντρο και Αριστερά– δεν έχει μείνει έξω από την άσκηση της διακυβέρνησης (μιλάμε για τις δυνάμεις που το επιδίωξαν, διότι υπάρχουν και άλλες που δεν το επιδιώκουν, πχ ΚΚΕ). Έτσι, ο κύκλος κλείνει.

Δεύτερον, διότι με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ περιορίζονται, αν δεν εκλείπουν οριστικά, οι ψευδαισθήσεις ότι υπάρχουν εναλλακτικοί δρόμοι άσκησης της εξουσίας ριζικά διαφορετικοί από όσους γνωρίσαμε. Και, κυρίως, εκλείπουν οι αυταπάτες ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια για σημαντική βελτίωση στη ζωή των ανθρώπων, ειδικά σήμερα που οι δεσμεύσεις τη χώρας είναι πολλές και αξεπέραστες.

Εν κατακλείδι: η απογοήτευση από την πρώτη αριστερή κυβέρνηση είναι η αρνητική όψη. Υπάρχει και η θετική: τη θέση των αυταπατών και των φαντασιώσεων, που υπήρχαν μέχρι πριν από δύο χρόνια, πήραν ο ρεαλισμός και-ελπίζουμε- η αυτογνωσία. Σε κάθε περίπτωση, τώρα πια ουδείς θα δικαιούται να λέει «δεν ήξερα». Τους ξέρουμε πλέον όλους.