"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

17 Απρ 2017

Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ»


Νίκος Παπάζογλου (20 Μαρτίου 1948 – 17 Απριλίου 2011)
Γράφει ο Θάνος Τεγόπουλος, Πηγή: http://www.mousikesebeeries.gr/
Κάποιοι καλλιτέχνες δεν «φεύγουνε ποτέ» . Το έργο που αφήνουνε πίσω τους είναι τέτοιο που ο κόσμος είναι ο μοναδικός κριτής που ή θα το αφήσει να ξεχαστεί  ή θα το κουβαλάει για ΠΑΝΤΑ μέσα στο πέρασμα των χρόνων.
Στη χώρα μας έχουμε αρκετούς από αυτούς που λέμε πως δεν πέθαναν ποτέ. Είναι για πολλούς που λέμε ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ένα από αυτούς θα είναι πάντα ο Νίκος Παπάζογλου.
Όλα άρχισαν το 1977 όταν ο Νικόλας  συμμετέχει στην παράσταση “Αχαρνής ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια”, γεγονός που τον φέρνει σε επαφή με τους Διονύση Σαββόπουλο και Μανώλη Ρασούλη. Ένα χρόνο αργότερα ο Νικόλας, ο Σαββόπουλος και ο Νίκος Ξυδάκης δημιουργούν αυτό που έμελλε να αφήσει σφραγίδα στη νεοελληνική μουσική σκηνή, το δίσκο “Η εκδίκηση της Γυφτιάς” με την χαμογελαστή εικόνα του Νίκου σε πρώτο πλάνο.
Το 1984 ηχογραφεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Χαράτσι». Εκεί μας έμαθε να μπαίνουμε μέσα τον «Υδροχόο» μας είπε πως με «Το τραγούδι , με το κράσι» μπορούμε να ζούμε όλα μας τα συναισθήματα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας έμαθε έναν ακόμα λόγο γιατί ο «Αυγουστός» είναι ο καλύτερος μας μήνας. Αύγουστος έιναι το τραγούδι του Νικόλα όπως είπε και στο καλαντάρι ο Παντελής. Μας είπε πως υπάρχει «Λεμόνι στην Πορτοκαλιά» και εμείς τον πιστέψαμε και μας άρεσε κιόλας. Μας τραγούδησε για κάποια «Τρελή και αδέσποτη», μας έκανε να σηκώσουμε το κεφάλι μας προς τον ουρανό για να δούμε το «’Αστρο του Πρωινού». Έφερε τα πάνω-κάτω και τα μπρός-πίσω. Εδώ «Φύσηξε Βοριάς από τον Νοτία» στα άλλα θα κόλλαγε…. Ακόμα και εκεί στην αγαπημένη του πόλη ο «Βαρδάρης φύσηξε λες και ήτανε μόνο και μόνο για τον Νικόλα και καθάρησε τα πάντα».
Το 1986 «Μέσο Νεφών» μας τραγούσε για την αγάπη και μας είπε «πως ένα και ένα κάνουν τελικά ένα» και μας έβαλες σε σκέψεις και εκεί που ήμασταν απόλυτοι βέβαιοι πως ο χρόνος είναι σκληρός σαν πέτρα και αλύγιστος, αυτός μας βρήκε την ρωγμή του και μας πήγε από  «του Διογένη το πιθάρι ως του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.»
«Μάτια μου μάτια μου λιμνοθάλασσες καθρέφτες να περνάς, να κοιτάς και να βλέπεις ποιοι είν’ οι φταίχτες». Το 1991 μας έκανε με τα «Σύνεργα» να τον κοιτάμε στα μάτια με καθαρό και κρυστάλλινο βλέμμα. Βεβαια ήξερε πάντα να μιλάει σε αυτήν και να της λέει τα πράγματα με το όνομα τους «Δεν θέλω να’ μαστε ούτε φίλοι, ούτε εχθροί θέλω απλά να μην θυμάμαι».
Το 1995 στον δίσκο «Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα» μας «ενημέρωσε» πως «δεν είναι ποιητής αλλά στιχάκι». Ένα στιχάκι της στιγμής πάνω σε τοίχο φυλακής και σε παγκάκι.
Μας τραγούδησε και για τον χωρισμό όταν το 2005 στη «Μάγισσα σελήνη»μας είπε πως «ο μαύρος χωρισμός είναι απόφαση του ενός» και μας εξήγησε πως το μοναδικό που μετράει τελικά σε αυτή τη ζωή είναι εκείνες οι «Στιγμές», για «εκείνες τις τρυφερές και λεπτές, σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι, σε γυρνούν απαλά, σε μεθούν σιωπηρά, σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι.»
Μας τραγούδησε για την πατρίδα μας και φώναξε περίτρανα «Αχ Ελλάδα Σ’ αγαπώ και βαθιά σε ευχαριστώ».
Τώρα πια «Κανείς εδώ δεν τραγουδά κανένας δεν χορεύει ακούμε μόνο την πενιά και ο νους μας ταξιδεύει».
Μετά από μάχη που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο ο μεγάλος τραγουδοποιός στα 63 του χρόνια πέρασε στην αιωνιότητα. Τα μισά από τα καλύτερα τραγούδια που ακούσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν δικά του. Δημιούργησε «σχολή» με το ύφος του, τη γνωστή σχολή της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για τον τύπο με το κόκκινο μαντήλι, τον «ινδιάνο» της ελληνικής μουσικής, Νίκο Παπάζογλου.
…. και όσο για τους Μάγκες. Υπάρχουν μάγκες Νικόλα αλλά είστε όλοι εκεί πάνω.
…Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο

κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα

κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο.

7 Απρ 2017

Από τον κοινοβουλευτισμό στη λαοκρατία

John Trumbull (1756-1843), The Signing of the Constitution
Του Κώστα Μποτόπουλου, από το e κύκλος
Η πρόσφατα ανακοινωθείσα «πρόταση» της κυβερνώσας παράταξης για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να εκπλήσσει. Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του τρόπου πολιτεύεσθαι του κόμματος από το οποίο προέρχεται:
- την ατυπία - εξ ου και τα εισαγωγικά στη λέξη «πρόταση», η οποία δημοσιοποιήθηκε ξαφνικά, ως προϊόν εσωτερικής «Επιτροπής» αγνώστων λοιπών στοιχείων και με σκοπό όχι να κατατεθεί στη Βουλή, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά να τεθεί σε «λαϊκή διαβούλευση» μη προβλεπόμενη και χωρίς κανένα νομικό κύρος
- την προχειρότητα – εκτείνεται εφ’όλης της ύλης κι ακόμα παραπάνω (ως και την αρίθμηση των άρθρων του Συντάγματος αγγίζει για λόγους εντυπωσιασμού)· αλλάζει, ως μη όφειλε, όχι μόνο την «αρχιτεκτονική» αλλά και τις ισορροπίες της πολιτειακής τάξης βρίθει «προτάσεων» ατελών και ανεπεξέργαστων («να τεθεί σε δημόσιο διάλογο το ερώτημα για την αποτελεσματική λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών», «πληρέστερη διατύπωση των άρθρων για την προστασία της υγείας», «ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των περιφερειακών οργάνων και των ΟΤΑ», «πρόβλεψη για ανακατανομή του πλούτου προς επίτευξη πραγματικής ισότητας», «ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Βουλής», «διασάφηση του τρόπου ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το Ελεγκτικό Συνέδριο» κι άλλα παρόμοια)· αγγίζει θέματα εκτός συνταγματικής ύλης ή ήδη ρυθμιζόμενα (καθιέρωση εκλογικού συστήματος, προσδιορισμός θητειών βουλευτών, ρύθμιση του τρόπου χρηματοδότησης των κομμάτων, πρόβλεψη, που υπάρχει ήδη, για την ψήφο των εκτός Επικρατείας Ελλήνων)· έχει υπερβολικά πολλές κακοτεχνίες, στις οποίες αναγκαστικά θα επανέλθω.
- τον συγκρουσιακό χαρακτήρα –τον οποίο όχι μόνον διεκδικεί προγραμματικά με την περίφημη δήλωση των μελών της Επιτροπής, ότι, «ως προς τα κρίσιμα διλήμματα η αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι συναινετική», αλλά και πραγματώνει μέσα από προτάσεις επί των οποίων εξαρχής γνωρίζει ότι δεν μπορούν να τύχουν της παραμικρής πολιτικής και επιστημονικής συναίνεσης. Παρά το ότι η ίδια η φύση του αναθεωρητικού διαβήματος αλλά και η κατάστρωσή του στο ελληνικό Σύνταγμα είναι, και καλώς είναι, κατεξοχήν συναινετική
- την επικινδυνότητα, τέλος, αφού τον πυρήνα της αποτελούν «προτάσεις», τις οποίες ας μου επιτραπεί να αποκαλέσω «μπολιβαριανές», που, αν ποτέ υλοποιούνταν, θα μετέτρεπαν το πολίτευμά μας από κοινοβουλευτικό σε ένα είδος κακοχωνεμένης λαοκρατίας.
Αναλυτικά τις «προτάσεις» θα χώριζα σε τρεις άνισες κατηγορίες: συζητήσιμες, κακότεχνες και «μπολιβαριανές».
Στις πρώτες θα κατέτασσα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, του οποίου μάλιστα ο ίδιος ο τύπος περιέχεται εντός του Συντάγματος, για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους βουλευτές (άρθρα 33 και 59 και όχι 13, όπως αναφέρει η «πρόταση»)· τη σύσταση εξεταστικών Επιτροπών με πρόταση και μειοψηφίας 120 βουλευτών΄ την σε περίπτωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής διάρκεια της επόμενης Βουλής μόνο για το διάστημα που απέμενε για την ολοκλήρωση πλήρους θητείας της πρόωρα διαλυθείσας την «κανονικοποίηση» του τρόπου δίωξης των Υπουργών (άρθρο 86), που αποτελεί ώριμο και γενικό αίτημα, γύρω από το οποίο θα μπορούσε να βρεθεί, παρά τις διακηρύξεις της κυβέρνησης, συναίνεση· και, με κάποιες επιφυλάξεις, την ιδέα περί «εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας» (άρθρο 84), καθώς και τη συγκέντρωση υπογραφών από τους πολίτες για τη εισαγωγή νομοθεσίας στη Βουλή, χωρίς βέβαια τα σχετικά «νομοθετικά δημοψηφίσματα». Λίγες διατάξεις και σε ζητήματα όχι πρώτης γραμμής, τέτοια που να δικαιολογούν ένα ολόκληρο αναθεωρητικό διάβημα.
Κακότεχνη, και υποκρύπτουσα αδικαιολόγητη ατολμία, είναι η πρόταση για την –«πλήρη» μάλιστα- «διακριτότητα» (sic) Κράτους και Εκκλησίας δια μέσου «αναγνώρισης της ορθοδοξίας ως ιστορικά επικρατούσας θρησκείας»: ούτε ο όρος «ιστορικά επικρατούσα» έχει το παραμικρό κανονιστικό περιεχόμενο (η κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος «επικρατούσα θρησκεία» έχει οδηγήσει σε οιονεί κρατικό ρόλο, τον οποίο η προσθήκη της λέξης «ιστορικώς» ουδόλως θα επηρέαζε), ούτε η υπαναχώρηση ενός «Αριστερού», κατά δήλωση του, κόμματος από την πάγια θέση του περί πλήρους εξάλειψης της αναφοράς σε επικρατούσα θρησκεία δικαιολογείται με κριτήρια άλλα από το πολιτικό κόστος, τη ψηφοθηρία και τον κατευνασμό του ήσσονος κυβερνητικού εταίρου.
Κακότεχνες, και γενεσιουργοί πολιτειακής αλλοίωσης, είναι οι προτεινόμενες «ενισχύσεις» των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ας δεχτούμε ότι θα είχε κάποιο νόημα (αν και, ως επαναφορά καταργηθεισών «υπερεξουσιών», θα έδιναν, κατά τη γνώμη μου, αρνητικό πολιτικό συμβολισμό) η δυνατότητα απεύθυνσης στη Βουλή, σύγκλησης του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών (την οποία πάντως η ανυπαρξία σχετικής διάταξης δεν έχει εμποδίσει την περίοδο της κρίσης) και, ίσως, και «έκδοσης» (sic) διαγγελμάτων. Όμως ο διορισμός εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας (και μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα) της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, των ανεξαρτήτων αρχών, καθώς και η ανάμιξη του στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων θα του προσέδιδαν προνομίες όχι πλέον ρυθμιστή αλλά «πολιτικού παίκτη» -αυτές ακριβώς που κατάργησε, και ορθώς, η αναθεώρηση του 1986. Η ενίσχυση αρμοδιοτήτων πρέπει να ειδωθεί σε συνδυασμό με τον προτεινόμενο τρόπο εκλογής του Προέδρου, που τύποις περνά από δύο προσπάθειες εκλογής από τη Βουλή, αλλά στην πράξη θα οδηγούσε πάντα σε απευθείας εκλογή από το λαό, αφού στη Βουλή απαιτείται σταθερή πλειοψηφία δύο τρίτων, ενώ και το ίδιο το αντιπροσωπευτικό σώμα δεν θα ρίσκαρε ποτέ να κατηγορηθεί ότι στάθηκε εμπόδιο στη «λαϊκή έκφραση». Με όλα αυτά είναι βέβαιο ότι ο Πρόεδρος θα (ξανα)γινόταν ένας ισχυρός και αυτόνομος πόλος της εκτελεστικής εξουσίας –και ένας ακόμα Καραμανλής θα δικαιωνόταν αναδρομικά από μια «Αριστερή» κυβέρνηση.
Κακότεχνη, και εντελώς αλλοπρόσαλλη, είναι και η κατάστρωση ενός νέου τύπου ελέγχου συνταγματικότητας, που συνδυάζει, ή μάλλον συγχέει, στοιχεία «προληπτικού» (αλλά μόνο σε γνωμοδοτικό επίπεδο) και κατασταλτικού (από ένα «Σούπερ Ανώτατο» αλλά υπό τη πλήρη επιρροή του Προέδρου της Δημοκρατίας Δικαστήριο), όπως επίσης και «διάχυτου» (τύποις η αρμοδιότητα θα παρέμενε σε όλα τα δικαστήρια αλλά αυτά θα υποχρεούνταν να παραπέμπουν ζητήματα συνταγματικότητας στο «Σούπερ» Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο) και συγκεντρωτικού ελέγχου. Η κυβερνητική «πρόταση», μη παίρνοντας θέση στο μόνο ουσιαστικό δίλημμα: διατήρηση του διάχυτου ελέγχου η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να αποδυναμώσει το ισχύον και, τουλάχιστον ως την έναρξη της κρίσης, μάλλον αποτελεσματικό σύστημα, χωρίς να εγκαθιδρύσει ένα άλλο που να απαντά στο αίτημα ταχύτητας και καθαρότητας. Αντίθετα: το υβρίδιο που προτείνει θα δημιουργούσε πλήρη ανασφάλεια δικαίου.
Πιο επικίνδυνες από όλες όμως είναι οι «μπολιβαριανές» διατάξεις που περιέχονται στην κυβερνητική «πρόταση». Ο συνδυασμός θεσμοποίησης της απλής αναλογικής και δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας με «ψήφο εμπιστοσύνης» (αντίθετης στην αρχή της δεδηλωμένης) 120 μόνο βουλευτών θα οδηγούσε νομοτελειακά σε ακυβερνησία –και άρα σε συνεχείς εκλογές και άρα σε διαρκή καταφυγή στη «λαϊκή βούληση». Από την άλλη, η υπερφόρτωση του θεσμού του δημοψηφίσματος και η διάχυση του σε πεδία μη συμβατά με δημοψηφισματικού τύπου αποφάνσεις -την ανάκληση του Προέδρου της Δημοκρατίας, την κύρωση των διεθνών συνθηκών και την επικύρωση της συνταγματικής αναθεώρησης-, σε συνδυασμό με την υποχρεωτικότητα διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για εθνικά και νομοθετικά θέματα μέσω συγκέντρωσης ενός ορισμένου αριθμού υπογραφών, αναδεικνύουν τη λαοκρατική, αν όχι οχλοκρατική, αντίληψη της παρούσας κυβέρνησης. Λιγότερο προφανείς, αλλά στην ίδια, κατά τη γνώμη μου, κατεύθυνση, είναι και προτάσεις γαργαλήματος των «λαϊκών» αντανακλαστικών, όπως η πλήρης κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας (άλλο να είναι υπόλογοι οι βουλευτές, άλλο να δίνονται βορά στους ζηλωτές και στο πλήθος), η υποχρέωση ο Πρωθυπουργός να είναι πάντα εν ενεργεία βουλευτής (ενώ σημασία έχει η επιλογή προσώπου εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος ή συνασπισμού και η εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής στο υποδεικνυόμενο πρόσωπο), ή η δήθεν προστασία «δημόσιων αγαθών» ή «εργασιακών δικαιωμάτων» με τη μόνη εγγραφή τους στο Σύνταγμα (λες και δεν είναι ήδη συνταγματική υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να προστατεύει, μέσω σταθμίσεων και επιλογών, και τα μεν και τα δε).
Με αυτή τη σειρά «προτάσεων», η ευθύνη φεύγει από τα εκλεγμένα όργανα της Πολιτείας και μετατίθεται διαρκώς στο λαό, ακόμα και για απολύτως τεχνικά θέματα, ακόμα και για δύσκολες πολιτικές σταθμίσεις που δεν χωρούν σε ένα Ναι ή ένα Όχι. Θα ήθελαν να μας γυρίσουν σε εποχές «δημοψηφισμάτων» όπως αυτά του προηγουμένου Αρχιεπισκόπου (που κι εκείνος είχε συγκεντρώσει ένα εκατομμύριο υπογραφές για ένα ζήτημα που θα μας έστελνε στα διεθνή δικαστήρια) με το βλέμμα στραμμένο στον Τσάβες και στα κακέκτυπά του.
Από τη Δημοκρατία της ευθύνης, της εθνικής συνεννόησης και των δύσκολων αλλά στιβαρών αποφάσεων υπέρ του γενικού συμφέροντος, η κυβερνητική πρόταση θα οδηγούσε σε μια Δημοκρατία λαϊκιστικής επίφασης και ακυβερνησίας. Παρόλο που το πολιτικό αυτό σχέδιο δεν θα υλοποιηθεί, το πλήγμα που έχει επιφέρει στο Σύνταγμα και τους θεσμούς είναι ήδη βαρύ.

29 Μαρ 2017

Η Ιστορία στα μέτρα μας

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφία του Δήμου Σακελλαρίου: ο Νίκος Μπελογιάννης με το γαρύφαλλο στη δίκη του
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Αν κανείς προσπαθήσει να συγκεράσει τις ρητορικές ιδεολογικές συντεταγμένες του Αλέξη Τσίπρα σε μία συνισταμένη, άνετα συμπεραίνει ότι ο Φιντέλ Κάστρο και ο Νίκος Μπελογιάννης αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διαφύλαξη της ευρωπαϊκού κεκτημένου γιατί η σκέψη του Προέδρου Μάο είναι πάντα επίκαιρη. Αυτός ο αχταρμάς προκύπτει από τη ρηχότητα και την ευκολία με την οποία ιδιοποιείται και προβάλλει στο παρόν δάνεια μύθων, φαντασιακών ή πραγματικών, γιατί έτσι νομίζει ότι δικαιώνει την ατομική του διαδρομή και την πορεία του κόμματός του.
Το κομμουνιστικό ηρωολόγιο βρίσκεται πάντα στη φαρέτρα του (χωρίς ποτέ να αρθρώνει τη λέξη) – κόβει εύηχες φέτες από ιστορικές προσωπικότητες και στιγμές και τις σφηνώνει σαν πασάλους για να κρατήσει σταθερό ένα ιδεολογικά ρημαγμένο κόμμα.
Είναι λάθος ανάγνωση και της ιστορίας και της πολιτικής. Όπως λάθος είναι και η ακριβώς αντίθετη ανάγνωση, αυτή που κάνουν διάφοροι μετά Χριστόν προφήτες τις μέρες αυτές, επίσης για να δικαιωθούν οι ίδιοι. Αυτοί δηλαδή που υποτιμούν το βάρος της ιστορικής στιγμής και διαβάζουν την Ιστορία ανάποδα, με τη σημερινή γνώση των εξελίξεων που ακολούθησαν. Που με αβαθείς μηχανιστικές αναλύσεις, στην ουσία απλές αναγωγές, καταλήγουν ότι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι αγωνιστές του ΚΚΕ ήσαν εγκληματίες γιατί σκοπό είχαν να μετατρέψουν τη χώρα σε ένα από τα καθεστώτα που κατέρρευσαν το ’89. Όχι, δεν είχαν αυτόν το σκοπό – έζησαν στην εποχή που γραφόταν η ιστορία που είχε την κατάληξη που γνωρίζουμε όλοι τώρα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους που ξόδεψαν τη ζωή τους σε φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια ή εκτελέσεις είχαν την πεποίθηση ενός ευγενούς ιδεώδους που τώρα γνωρίζουμε ότι ήταν ιστορική αυταπάτη – τότε δεν το γνώριζαν ούτε οι αντίπαλοί τους. Και κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει την αίγλη της αυταξίας της θυσίας.
Στην υποδαύλιση του αισθήματος ηθικής υπεροχής βοηθούσε ότι απέναντί τους δεν είχαν τίποτα αγγελούδια. Είχαν μία ημιδημοκρατία στην οποία μεσουρανούσαν οι δοσίλογοι της Κατοχής, οι πληρωμένοι χαφιέδες, το σκληρό κατασταλτικό κράτος της Δεξιάς, οι πρόγονοι της Χούντας, το βασιλικό παρακράτος, ένας σκοτεινός συρφετός που έκανε τον δικό τους αγώνα να φαντάζει ακόμα πιο ανιδιοτελής και ενάρετος. Τώρα ξέρουμε την ιστορική ειρωνεία, αυτή η μαύρη αντίδραση αντικειμενικά θεμελίωνε το μέλλον μιας ευρωπαϊκής δυτικής δημοκρατίας και η ουτοπική θυσία των ιδεολόγων κομμουνιστών θα αποτύγχανε να μας βυθίσει στο ζόφο του ολοκληρωτισμού.
Επίσης ξέρουμε την πορεία των χαμένων του Εμφυλίου μέχρι τις μέρες μας, και αυτό θα έπρεπε να κάνει σοφότερους τους ιστορικούς μηδενιστές. Το ΚΚΕ, μολονότι συμμετείχε σε ένα πολιτικό σύστημα που δεν πίστευε, αποτελούσε πάντα έναν από τους θεσμικούς πυλώνες της λειτουργίας της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας μας, με άψογη κοινοβουλευτική συμπεριφορά και περιφρουρημένους κοινωνικούς αγώνες, κάποιοι δε από αυτούς που σήμερα θεωρούν ξένο κατάσκοπο και προδότη της πατρίδας τον Μπελογιάννη συνεργάστηκαν με τους συντρόφους του σε κυβερνητικό σχήμα.
Όσο δεν ήταν αγωνιστής της Δημοκρατίας ο Νίκος Μπελογιάννης άλλο τόσο δεν ήταν προδότης. Βρέθηκε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι και διάλεξε τη μία διαδρομή, όπως εκατομμύρια άνθρωποι της εποχής του σε όλον τον κόσμο. Το ότι η επιλογή κατέληγε στον όλεθρο το ξέρουμε τώρα. Είναι εύκολο να εκκενώνεις την Ιστορία από τη δυναμική και το δράμα της και ακόμα ευκολότερο να την εργαλειοποιείς για να την προσαρμόσεις στις σημερινές σου ανάγκες. Αλλά είναι λάθος.

25 Μαρ 2017

Τι είναι το κράτος μας;

"Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια",  Διονύσιος Τσόκος, 1850.
Του Γιώργου Γιαννούλη- Γιαννουλόπουλου, (26 -03- 2015) από Κάτοπτρα
H 25η  Μαρτίου του 2015 πέρασε κι αυτή όπως τόσες άλλες κοντά διακόσια χρόνια τώρα. Η προβληματική σχέση μας με το πρώτο κράτος στην ιστορία των Ελλήνων, που ιδρύθηκε με την Επανάσταση και το κίνημα του φιλελληνισμού, παραμένει. Το κράτος αυτό οι Έλληνες ποτέ στ' αλήθεια δεν το θεωρήσαμε δικό μας. Ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε έκτοτε δείχνει πως ήταν και παραμένει κάτι ξένο στην ψυχή μας. Κάτι από το οποίο απαιτούμε τα πάντα αλλά δεν αναγνωρίζουμε ευθύνη για τις πράξεις και τις υποχρεώσεις του. Απαιτούμε να μας προσλάβει όλους, να μας ταΐσει, βλέπουμε με κατανόηση τους συμπατριώτες μας που το μαδούν καταπατώντας την περιουσία του ή κλέβοντας τις συντάξεις του, ή πληρώνονται παραπάνω από όσο δικαιολογείται, ενώ δεν αναγνωρίζουμε τα χρέη του, τις διεθνείς υποχρεώσεις του, τη θέση και τις δεσμεύσεις του.
Οι διαχειριστές που εκλέγουμε είναι στον νου μεγάλου μέρους των νεοελλήνων οι απεσταλμένοι τους σε έναν ξένο και εχθρικό τόπο που πάνε να τον λεηλατήσουν για να τους φέρουν πίσω λεφτά, κονδύλια, διορισμούς, δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία.
Αυτό εξηγεί και την αδιαφορία μας για τη συμπεριφορά τους απέναντι στη Διοίκηση, στους νόμους, στα Δημόσια οικονομικά. Όλα αυτά δεν αφορούν το κράτος ΜΑΣ. Αφορούν κάποιον άλλον, μια δύναμη κατοχής που τη μισούμε αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτή. Κάνουμε πως την αγαπάμε, όπως ο κολίγος τον τσιφλικά, για να του τη χώσουμε στην πρώτη ευκαιρία να πάρουμε το τσιφλίκι.
Κατά βάθος, η Ελληνική Επανάσταση ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Παρέμεινε ακίνητη, παγωμένη στον χρόνο, εκείνη τη μέρα στο Ναύπλιο που το μοιραίο βόλι από μανιάτικα χέρια καρφώθηκε στον Ιωάννη Καποδίστρια.
Όπου και να κοιτάξουμε την Ελληνική ιστορία των τελευταίων δύο αιώνων, όποια μνήμη και να ξεθάψουμε, όποια σύγκρουση, όποια νίκη κι όποια συμφορά, αυτή την ανολοκλήρωτη σχέση θα διακρίνουμε. Το τέλος του 18ου αιώνα δεν ήρθε ποτέ ολοκληρωτικά, ώστε να κρατήσουμε τη νοσταλγία του. Και ο 19ος δεν μπήκε ποτέ θριαμβευτής στην ψυχή μας. Ποτέ δεν αποκτήσαμε κράτος δικό μας, γιατί δεν σκοτώσαμε ποτέ τον μονάρχη εντός μας, την ελέω θεού εξουσία στην οποία ανήκουν οι άνθρωποι και από την οποία περιμένουν τα πάντα και γι' αυτό τη λατρεύουν και την καταριούνται για οτιδήποτε.
Τέτοιες μέρες, με τις πομπώδεις κι ακατανόητες παρελάσεις της αλλότριας εξουσίας του, το κράτος μάς θυμίζει πιο έντονα από ποτέ πως η Ελληνική Επανάσταση ακόμη μας στοιχειώνει, μισερή.

22 Μαρ 2017

Εφτακόσιες λέξεις μόνο, πριν (και) το Βατοπέδι γίνει ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για Εφραίμ

Του Πέτρου Τερζή, από την athensvoice.gr


Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους, που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους
Η υπόθεση του Βατοπεδίου έκλεισε και πέρασε, οχτώ χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, κουρασμένη πια, στην ιστορία. Το πρωί της Τρίτης 21.03.2017, ο Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού ανήγγειλε ότι «οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι», χτύπησε το σφυρί του στην έδρα. Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. Ο ήχος όμως του σφυριού έκλεισε μονάχα τη δικαστική πλευρά της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ήχος αποτέλεσε το έναυσμα για την εκκίνηση μιας άλλης διαδικασίας, αυτή της διαχρονικής ζύμωσης και ιστορικής καταγραφής της «Υπόθεσης Βατοπεδίου». Στο τέλος της διαδικασίας, κάμποσα χρόνια μετά από τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, η υπόθεση θα κατακαθίσει μια για πάντα στην εθνική συλλογική μας μνήμη, έχοντας πιθανότατα ένα ξεχωριστό κεφάλαιο αενάως ανοιχτό στο βιβλίο της ελληνικής Ιστορίας. 
Δεδομένης, λοιπόν, αυτής της εξελισσόμενης και ανεπαίσθητης ιστορικής διεργασίας και με την απειλή της επικράτησης στο συλλογικό υποσυνείδητο της αίσθησης ότι «το Φως τελικά κέρδισε το σκοτάδι» ίσως έχει αξία να θυμηθούμε μερικά πράγματα. Ίσως έχει αξία να θυμηθούμε κάποιους ανθρώπους που από τη στιγμή που «μπήκαν στην υπόθεση» αυτή έμελλε να καθορίσει τις ζωές τους. Πάμε, λοιπόν. 
Οι εισαγγελείς κ. Κολιούσης και κ. Σωτηροπούλου ευλογήθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2008 να χειριστούν την υπόθεση της μονής Βατοπεδίου με μόνο κριτήριο την αξιοσύνη τους. Δεκαπέντε μέρες μετά, ζητούν τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή επειδή στην υπόθεση, όπως ισχυρίζονται, εμπλέκονται ονόματα υπουργών. Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γ. Σανιδάς, διαφωνεί με τους ισχυρισμούς τους και εκείνοι για λόγους ευθιξίας παραιτούνται. Οι δύο εισαγγελείς επιστρέφουν μήνες μετά την παραίτησή τους. Ανακαλούν, έπειτα από προτροπή του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, τις παραιτήσεις τους με τις εξής προϋποθέσεις: να μην ξανασχοληθούν με το Βατοπέδι σε επίπεδο εισαγγελικής Αρχής και να φύγουν από την Αθήνα. 
Εν συνεχεία, την υπόθεση αναλαμβάνει η εισαγγελέας κ. Ευ. Σπυροπούλου η οποία 10 μέρες αργότερα (22-10-2008 με το ΕΠ318-20.10.2008 προς τον εισαγγελέα Εφετών) ζητά εκ νέου τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή. Κανείς δεν απάντησε στο αίτημά της. Στο μεταξύ είχε ζητήσει και είχε λάβει την υποστήριξη και από δεύτερο εισαγγελέα λόγω του όγκου της δικογραφίας. Τελικά, στις 17 Μαρτίου του 2009 τελειώνουν την έρευνά τους, κλείνουν το φάκελο και τον παραδίδουν στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών με το ίδιο αίτημα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή». Εφτά μήνες ερευνών, τέσσερις διαφορετικοί εισαγγελείς, ένα κοινό στην ουσία του πόρισμα: «Να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή».
Όμως, στις 23 Απριλίου 2009, επικαλούμενος μια «εγκύκλιο» που του έδινε τη δυνατότητα να έχει τον τελευταίο λόγο στη διαβίβαση αυτή, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδάς έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο αυτό ισχυριζόμενος πως δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία.
Ο αείμνηστος δάσκαλος Ι. Μανωλεδάκης επί των ανωτέρω γεγονότων σημειώνει μεταξύ άλλων στο τέλος του 2008: «Οι δύο εισαγγελείς που ερευνούσαν την υπόθεση Βατοπεδίου... αντιστεκόμενοι σε διαφορετικές, αντίθετες προς τη σχολαστική εφαρμογή της νομιμότητας, υποδείξεις και πιέσεις, έσωσαν το κύρος και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτούργησε θετικά και η ορισθείσα ως –συντονίστρια– εισαγγελέας κ. Ε. Σπυροπούλου. Οι πράξεις τους αξίζει λοιπόν να καταγραφούν στις ωραίες σελίδες της ιστορίας της ελληνικής δικαιοσύνης»(Μανωλεδάκη, στη στήλη «Γνώμη», ΠοινΔικ 2008, 1137)
Αφού λοιπόν μιλήσαμε για αυτά, ας προσθέσουμε ότι στις 25 Φεβρουαρίου 2007, ο Γ. Σανιδάς χειροθετήθηκε Άρχων Νομοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επίσης θυμηθείτε σε εκείνες τις γραμμές της συλλογικής μας μνήμης, που σας έλεγα πιο πριν, να σημείωσουμε κάπου με ένα αστεράκι ότι εποπτεύουσα για την υπόθεση Βατοπεδίου ορίστηκε αργότερα η εισαγγελέας κ. Τσατάνη. 
Τέλος, θυμηθείτε ότι τη στιγμή που διαβάζετε τις γραμμές αυτές (Μάρτιος του ’17 για τον ιστορικό του μέλλοντος) αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης είναι ο κ. Παπαγγελόπουλος.
Θέλω να ισχυριστώ, τελικά, ότι υπήρχε στους δικαστές και την εισαγγελέα της έδρας την Τρίτη 27.03.2017 κάποια «γραμμή»; Επ’ ουδενί. 
Όμως, στο τέλος της ημέρας συνέβη το εξής: η υπόθεση στην οποία μια Μονή αντάλλαξε τη λίμνη Βιστωνίδα, χωρίς καν να ξέρουμε αν είναι δικιά της, με ακίνητα του Δημοσίου, κατέληξε «κουρασμένη πια» να είναι μια υπόθεση στην οποία οι συναλλασσόμενοι «πίστευαν δικαιολογημένα» ότι η λίμνη είναι της εκκλησίας και η ανταλλαγή αυτή επωφελής για το Δημόσιο.
Αυτά ήθελα να σημειώσω χάριν ιστορικής καταγραφής.  
Γιατί νομίζω, τελικά, πως στην υπόθεση Βατοπεδίου το σκοτάδι όχι απλώς μας νίκησε, αλλά βρήκε και τη δύναμη να μας πλασάρεται σαν «φως».

8 Μαρ 2017

Η κόκκινη κλωστή του κρατισμού

Επτά χρόνια κυνηγάμε την ουρά μας
Του Λεωνίδα Καστανά, από την athensvoice.gr

Η χώρα σαπίζει ενώ η κυβέρνηση καμώνεται ότι διαπραγματεύεται με τους εταίρους. «Κερδίζει χρόνο» μόνο που δεν ξέρει τι να τον κάνει. Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η επιβολή νέων μέτρων για τους πολίτες. Φοροεισπρακτικών και αντιαναπτυξιακών που γονατίζουν την κοινωνία, τονώνουν τη φοροδιαφυγή, επεκτείνουν τη μαύρη εργασία και αυξάνουν την ανεργία. Ήδη οι καταθέσεις και η ρευστότητα του ιδιωτικού τομέα έφτασαν στο ναδίρ από το 2001. Στο προηγούμενο έτος τα λουκέτα των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 33,5% σε σχέση με το 2015.  Η ανεργία μας κοιτά πάντοτε από το θρόνο του 23,2%. Ενώ η κυβέρνηση αναζητά νέο δάνειο 3 δις ευρώ για να διορίσει τους πελάτες της στο δημόσιο. Αυτά είναι τα αποτελέσματα μιας ανερμάτιστης και πάντα αριστερής πολιτικής.
Επτά χρόνια κυνηγάμε την ουρά μας.  Κατασκευάζουμε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, χάνουμε διεθνείς συμμάχους, συζητάμε την επιστροφή στη δραχμή και βαυκαλιζόμαστε ότι βγαίνουμε στις αγορές προφανώς για να αυξήσουμε  το κόστος δανεισμού και το χρέος. Τώρα πουλάμε και τσαμπουκά στους Τούρκους. Και όλα αυτά τα αυτοκτονικά, γιατί; Για να μην κάνουμε τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, ακόμα και αν τις έχουμε υπογράψει, για να μη μειώσουμε το πελατειακό και διεφθαρμένο κράτος, να μη θίξουμε τις συντεχνίες. Διότι όλα αυτά είναι το οξυγόνο του πολιτικού μας συστήματος. Η κόκκινη κλωστή του κρατισμού διαπερνάει σχεδόν όλα τα κόμματα από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά και κρατά δεμένη τη χώρα.
Το μεγάλο και πανταχού παρόν κράτος είναι η μήτρα όλων των δεινών μας. Το μέγεθος είναι το πρόβλημα. Σε μια χώρα με παράδοση το ρουσφέτι και τη διαπλοκή, το μεγάλο κράτος ευνοεί τη διαφθορά, υποβαθμίζει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και αποτρέπει την προσέλκυση επενδύσεων. Χωρίς πλέον επιδοτήσεις και δανεικά, αυξάνει την ανεργία και μειώνει τα δημόσια έσοδα. Ρουφάει το αίμα των πολιτών του, τους οδηγεί στη φτώχεια. Ευνοεί όμως την κομματοκρατία, το βόλεμα των ημετέρων, την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα.  Τι άλλο μεγάλο πετυχαίνει όμως;
Την εξάρτηση της κοινωνίας από τον εκάστοτε κυβερνητικό συνασπισμό, εν προκειμένω, αυτόν των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.  Η μόνη εργασιακή διέξοδος των ανέργων και των νέων είναι σήμερα ο διορισμός τους ως συμβασιούχων σε συνήθως αντιπαραγωγικές θέσεις σε ΔΕΚΟ, Δήμους, ΜΚΟ κλπ. Η κυβέρνηση διαχειρίζεται το πολιτικό της κεφάλαιο επιδιώκοντας την ακόμα μεγαλύτερη φτωχοποίηση της κοινωνίας. Μια πρόβα ολοκληρωτισμού εξελίσσεται μπροστά μας.  Στις εξαθλιωμένες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο πολίτης είχε ελπίδα επιβίωσης μόνο αν τα είχε καλά με το κόμμα. Κάτι ανάλογο επιχειρείται και εδώ.  Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι σε μια δρομολογημένη επένδυση όπως αυτή του Ελληνικού, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να βάλει τρικλοποδιές μέσω ανακάλυψης αρχαιοτήτων; Η καταστροφή της μεσαίας τάξης και η λουμπενοποίηση της κατώτερης είναι επιλογή τους, διότι μέσω αυτών θα αξιώσουν την ισχύ τους.
Ο κοινωνικός ζόφος φέρνει υποταγή, αλλοιώνει συνειδήσεις, εμπεδώνει την ανελευθερία, και δικαιώνει την ανομία. Δεν αρκεί όμως η οικονομική φτώχεια. Απαιτείται και πολιτιστική παρακμή. Ποτέ άλλοτε  σχολεία και πανεπιστήμια δεν ήταν τόσο «γυμνά», οι σπουδαστές τόσο αδιάφοροι, η νεολαία τόσο άπελπις. Σε καμιά χώρα της Ευρώπης οι μετανάστες δεν συνάντησαν τέτοια και τόση κτηνώδη μεταχείριση, πασπαλισμένη με αριστερά τσιτάτα. Σε ποια πολιτισμένη χώρα οι ληστές δρουν ανενόχλητοι, η ανομία ρυθμίζει την κυκλοφορία στους δρόμους, οι μπάχαλοι καίνε λεωφορεία ή σπάνε σταθμούς, μυστήριες «συλλογικότητες» επιτίθενται σε υπουργεία ή γραφεία κομμάτων και  όλα αυτά ατιμώρητα, υπό την ανοχή του κράτους; Μόνο στην Ελλάδα. Στη χώρα όπου το ηθικό του πολίτη υποσιτίζεται, ατροφεί και πεθαίνει. Με σχέδιο ολοκληρωτικής εμπνεύσεως. Όταν ο φόβος και η ασχήμια απλώνονται πάνω από την πόλη, ο συμβιβασμός με την ανέχεια είναι ευκολότερος. Μια συνεπής αριστεροδέξια πολιτική.
Και όμως η κυβέρνηση δεν είναι μόνη στο δρόμο που διάλεξε, αυτόν της εξόντωσης της κοινωνίας. Απορείτε πώς βρίσκει συμμάχους  στα περισσότερα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ακόμα και στα υποτιθέμενα σοβαρά; Πώς βρίσκει στήριγμα σε μεγάλο μέρος της κεντροαριστεράς που οραματίζεται συμμαχικές κυβερνήσεις με το ΣΥΡΙΖΑ; Πώς παίρνει ανάσες ακόμα και από «πονηρές» παρεμβάσεις στελεχών της δεξιάς; Για μας δεν είναι. Το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος καταλαβαίνει ότι αυτή η κυβερνώσα αριστερά είναι η τελευταία ελπίδα διάσωσης του κρατισμού. Του ελληνικού κομμουνισμού με τα λεφτά των άλλων. Είναι η κόκκινη κλωστή που δεν πρέπει να σπάσει. Γιατί είναι η γραμμή τροφοδοσίας όλων.
Αν η κυβέρνηση αυτή πέσει ως καθολικά αποτυχημένη, υπάρχει ο «φόβος» ότι η επόμενη θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να προχωρήσει στη μεγάλη αλλαγή. Στη φιλελεύθερη ανανέωση, τη μόνη που έχει ανάγκη η χώρα. Στις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη σμίκρυνση του κράτους, στο στρίμωγμα των συντεχνιών. Στην αναβάθμιση των υπηρεσιών, στην τήρηση των νόμων, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην ανάταξη της Παιδείας. Στο άνοιγμα της κοινωνίας και όχι μόνο της οικονομίας,. Για τους κρατιστές όλα αυτά συνιστούν την απόλυτη καταστροφή.
Μια τέτοια φιλελεύθερη μπόρα θα σημάνει και την αρχή  του τέλους του πελατειακού κράτους και της κομματικής κυριαρχίας. Την απόσυρση του πολιτικού νταλαβεριτζή με αριστερό πρόσημο, δεξιά τσέπη και γλώσσα γιαμαμότο. Το νιώθουν ότι έρχεται και είναι αναγκασμένοι να δώσουν τη μάχη τους ενωμένοι, πέρα από κόμματα και χρώματα. Η ήττα τους όμως είναι αναπόφευκτη. Ο κόσμος άλλαξε και αλλάζει καθημερινά. Ήρθε η ώρα να αλλάξει και η καθυστερημένη Ελλάδα. Να κατεβάσει και αυτή τα δικά της κίβδηλα σφυροδρέπανα. Με λίγο δάκρυ πάνω στα καλοζωισμένα μάγουλα των συν-τρόφων.  

25 Φεβ 2017

Κυβέρνηση ατζέντης του εαυτού της

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Πετρουλάκης
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Η Κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν ατζέντης του εαυτού της. Kαταναλώνει τόση φαιά ουσία στα θέματα επικοινωνίας και κατασκευής της εικόνας της που αναρωτιέσαι αν περισσεύουν καθόλου κυβερνητικά εγκεφαλικά κύτταρα να διατεθούν για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που διαφημίζουν ότι λύνουν. Δείτε με τι κυρίως ασχολήθηκε τον τελευταίο χρόνο.
Κατανάλωσε μεγάλο απόθεμα δυνάμεων και χρόνου για μία υπόθεση που δεν της ανήκε, τις τηλεοπτικές άδειες, με μόνο στόχο τη χειραγώγηση της ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Υποτιθέμενη μάχη κατά της διαπλοκής, στην πραγματικότητα απόπειρα δημιουργίας κομματικών μηχανισμών προπαγάνδας, συνοδευόμενη από επικοινωνιακό σόου ταπείνωσης των εγκλεισθέντων διαγωνιζομένων. Έκανε μια τρύπα στο νερό αλλά κατά το συνήθειό της θριαμβολόγησε για το διασυρμό της.
Εκπόνησε σχέδιο Συντάγματος στο πόδι, με κραυγαλέα προχειρότητα και προτάσεις χωρίς θεσμική αντοχή, με μόνο σκοπό την επικοινωνιακή διαχείριση μιας υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, η οποία θα περνούσε μέσα από λαϊκά συμβούλια και συνελεύσεις στις γειτονιές. Ανέξοδο τρiκ λαϊκισμού για την τόνωση του προφίλ της Κυβέρνησης που εμπιστεύεται τη  σοφία του λαού και την αμεσοδημοκρατία. Η πρωτοβουλία εξυπηρέτησε τη συγκυρία της στιγμής και τώρα κανείς δεν μιλά για αυτό.
Έστησαν Επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια των ΜΜΕ, η οποία φυσικά διαφημίστηκε πολλαπλώς ως η μάχη της αδιάφθορης κυβέρνησης κατά της διαπλοκής, και καταναλώθηκαν εκατοντάδες προβεβλημένων εργατοωρών ανάκρισης των εκδοτών για την ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος. Η παράσταση ολοκληρώθηκε, ο στόχος επετεύχθη, η υπόθεση έκλεισε αθόρυβα.
Για να μη μιλήσουμε για τις λατρεμένες τους  λίστες φοροφυγάδων και την υπόθεση SIEMENS που μόνο αυτή η Κυβέρνηση θα τολμούσε να διαλευκάνει. Εκατομμύρια πεταμένες λέξεις στη Βουλή και τα κανάλια, οι υποθέσεις κινδυνεύουν με παραγραφή με πενιχρά αποτελέσματα μέχρι στιγμής, αλλά μικρή σημασία έχει- η Κυβέρνηση εξακολουθεί να φλυαρεί ασταμάτητα για τις εμμονές της γιατί στην ουσία η διαπλοκή και η διαφθορά είναι πια η μόνη  συγκολλητική ουσία του σώματος των ψηφοφόρων.
Η επικοινωνία έμοιαζε να είναι ο αυτοσκοπός και στους άγονους μήνες της αξιολόγησης. Στην σκυταλοδρομία των ατελέσφορων Eurogroup εκείνοι δημιουργούσαν νέο απόθεμα ναρκισσιστικού ηρωισμού (που είχαν εξαντλήσει οι προηγούμενες συμφωνίες), έτσι που ο χρόνος που χανόταν μικρή σημασία είχε αν ανέβαζε εκθετικά το κόστος-κυρίως ενδιέφερε να σωρρεύει ψευδαισθήσεις αντίστασης της αριστερής κυβέρνησης για να φορτίζεται  το αγωνιστικό φρόνημα των οπαδών. Το να φτάνεις στο χείλος του γκρεμού δεν το έβλεπαν ως θανάσιμο κίνδυνο για τη χώρα αλλά ως ευκαιρία επίδειξης γενναιότητας να βαδίσεις πάνω στην οριογραμμή του κενού. Έτσι καταλήξαμε στο θρίαμβο της ονειροχώρας ΕΡΤ. Οι ίδιοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εξαπολύσουν στα πάνελ τους ακάματους αντάπτορες της  αλήθειας που διαθέτουν σε περίσσεια, για να καταστήσουν τη αβάσταχτη μεταχρονολογημένη επι(υπο)ταγή σε απλή λεπτομέρεια μιας εποποιίας. Δεν έχουν κανένα δίλημμα να δημιουργήσουν ένα φανταστικό σύμπαν στο οποίο μηδενίζονται με μαγικό τρόπο υποχρεώσεις 3,5 δισ με τη μέθοδο της «εξισορρόπησης της ισορροπίας», μία νεραϊδοχώρα με «καθρέφτες» που δείχνουν ότι αυτό που δίνεις είναι σαν να το παίρνεις, μία πανηγυρική συλλογική αυταπάτη εξόδου από τη λιτότητα και την κρίση.
Νομίζετε ότι σας θεωρούν ηλίθιους;  Δεν είναι αυτό, μη θυμώνετε. Αυτή η συζήτηση δεν αφορά εσάς- εσείς απλώς θα πληρώσετε. Όλο αυτό το γαϊτανάκι της απίθανης επικοινωνιακής ευρηματικότητας με το οποίο πορεύονται δύο χρόνια δεν έχει εσάς αποδέκτες. Eχει εκείνους που θέλουν στήριξη και επιχειρήματα για να πείσουν τον εαυτό τους και τις παρέες τους ότι έχουν ακόμα λόγους να αποφεύγουν την αναγνώριση του λάθους τους. Ότι  δηλαδή ψήφισαν μια κυβέρνηση που στο τέλος κάνει ό,τι μισούσαν στους προηγούμενους με πολύ ακριβότερο τρόπο αλλά με απαράμιλλο επαναστατικό στυλ.

11 Φεβ 2017

Η αποξήρανση της κοινωνίας

Του Νίκου Βατόπουλου, από την Καθημερινή


Όλο και περισσότεροι νιώθουν ψυχικά εξουθενωμένοι. Στο πεζοδρόμιο, στο μετρό, στα μαγαζιά, ακούς τα ίδια. «Τι θα γίνει; Τι βλέπεις;». Ακούγεται με άλλο ήχο και άλλο βάθος. Είναι διαφορετική η απόγνωση σήμερα από το 2012 ή το 2015, όταν τότε υπήρχε μια στοιχειώδης, έστω, αγωνιστικότητα. Αν επέτυχε κάτι ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την κατάληψη που επιχειρεί στους πυλώνες του κράτους, είναι η αποξήρανση της κοινωνίας. Πλήρης και τέλεια αφυδάτωση. Μπορεί όμως μια κοινωνία, μια χώρα να έχει προοπτική όταν οι περισσότεροι πολίτες έχουν στο μυαλό τους μόνο αδιέξοδα και μαύρες σκέψεις;

Είναι τόσο απλωμένη η απαισιοδοξία που θα απαιτηθούν λίγες, αλλά αποφασιστικές, κινήσεις για να ανοίξει μια χαραμάδα φωτός. Αλλά το πρόβλημα, πέραν όλων των άλλων, είναι και η διάχυτη δυσπιστία. Υπάρχει πρόβλημα εμπιστοσύνης. Και πίστης. Για να μη μιλήσει κανείς για διατύπωση ενός στοιχειώδους οράματος για την επόμενη μέρα.

Και εν μέσω των τραγελαφικών καθεστωτικών κινήσεων της κυβέρνησης, το όποιο δυνητικά παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας έχει απομείνει στην Ελλάδα, αισθάνεται δεμένο χειροπόδαρα. Νιώθει, δικαίως, απαξιωμένο χωρίς ρόλο και χωρίς ζήτηση. Και το χειρότερο είναι ότι η συριζαϊκή «παρέα», σκοπίμως, τεχνηέντως αλλά και με δόλο, πέτυχε να περάσει στην κοινωνία ότι αυτό που προέχει είναι η επιβίωση, και όχι η πρόοδος, η ανάπτυξη, το μεγάλωμα της πίτας. Έχουν και εδώ κερδίσει ένα πόντο ακόμη στη δηλητηρίαση της σκέψης.

Όμως, ο μέσος πολίτης, ο αστός, ο άνθρωπος που έχει και κρίση, και μνήμη, και που μπορεί να δει και τα στραβά τού χθες αλλά πρωτίστως το αίσχος του σήμερα, παραμένει σε στάση αναμονής. Τον βαραίνει η κατρακύλα της πατρίδας του, η απαγωγή της λογικής και κυρίως η λεηλασία όσων θεωρούσε άξονα της ζωής του. Οι λαϊκιστές του καθεστώτος αγνοούν την παράμετρο όσων βαραίνουν τη σκέψη των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Την αγνοούν γιατί δεν είναι σε θέση να την αναλύσουν και να τη συνεκτιμήσουν, αλλά πλέον το μείζον της καθημερινότητας είναι αυτό ακριβώς το βάρος που έχει χαμηλώσει τον μέσο άνθρωπο σε ένα μέγεθος που δεν αντέχει κανείς.

Η αναντιστοιχία κυβέρνησης και κοινωνικής πραγματικότητας είναι πλέον τόσο μεγάλη, που δεν θα πρέπει να εφησυχάζει την αντιπολίτευση. Το αντίθετο. Οι προσδοκίες θα είναι αμείλικτες.

9 Φεβ 2017

Το συνηθισμένο bullying: η συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή

Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι περιουσίες σας, κατά 80%; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν μέτρα
Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice.gr
Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Όταν τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο, το πολιτικό σύστημα καταφεύγει στο συνηθισμένο bullying: Ανοίγει τη συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή. Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι αποταμιεύσεις σας, οι περιουσίες σας κατά 80%; Προτιμάτε να μετατραπούμε σε Βενεζουέλα της Μεσογείου χωρίς καν πετρέλαιο; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν Μέτρα. 
Τα «μέτρα» είναι πάντα στη λάθος κατεύθυνση. Τα μέτρα εξαντλούνται στην υπερφορολόγηση της κοινωνίας για να διατηρηθεί αλώβητος ο κομματοκρατούμενος κρατικός μηχανισμός. Η αλήθεια είναι απλή, σταδιακά το δημόσιο χρέος μεταβιβάζεται στους πολίτες. Ο ένας στους δύο χρωστάει ήδη στο κράτος. Η εκμετάλλευση θα συνεχιστεί μέχρι να εκμηδενιστούν οι καταθέσεις και να μετατραπούν σε οφειλές των πολιτών προς το κράτος. Ο δρόμος έχει διανυθεί κατά τα δυο τρίτα. 
Το σκηνικό επαναλαμβάνεται σχεδόν με τις ίδιες λέξεις σε ίδιες μονότονες πράξεις. Λες και το πρόβλημα της χώρας είναι να κλείσει η αξιολόγηση. Ολόκληρη η χώρα, το πολιτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, μονότονα ασχολούνται με αυτό: να κλείσει η αξιολόγηση. Να καταλήξουμε σε συμφωνία με την τρόικα. Να ψηφίσουμε τα μέτρα. Για να πάρουμε τα λεφτά. Είναι η μόνη κρυφή επιδίωξη του πολιτικού συστήματος: Η Δόση. Κανείς δεν ρωτάει πια, τι τα κάνουμε τα λεφτά. Πού θα πάνε, ποιες ανάγκες καλύπτουν. Για ποιο λόγο  δημιουργούνται δηλαδή τα ελλείμματα. 
Μια συγχορδία «πρόθυμων», κεντροαριστερών και κεντροδεξιών, ντόπιων και Ευρωπαίων, με κατανόηση και αληθινό φόβο για τα χειρότερα, σπεύδει να υπερθεματίσει υποστηρίζοντας την αντιμεταρρυθμιστική κυβέρνηση: «Μόνο αυτοί μπορούν να περάσουν τα μέτρα χωρίς να καεί η Αθήνα». Τα Μέτρα. Τα μέτρα γίνονται μονόδρομος, τώρα πια όλοι έχουν αποδεχτεί την κυρίαρχη ρητορική: Μνημόνιο σημαίνει αυτά ακριβώς τα μέτρα που λαμβάνονται. Και όχι άλλα. Δηλαδή τα ελλείμματα είναι αναπόφευκτα και η κάλυψή τους γίνεται μόνο με αυτό τον τρόπο, there is no alternative. Επιτέλους, η πολυπόθητη συναίνεση. Ακολουθεί η αφοπλιστική πρόταση που κλείνει τον αδιέξοδο κύκλο: «Μήπως και οι άλλοι μέτρα δεν θα ψήφιζαν; Τα ίδια μέτρα δεν θα πάρουν κι αυτοί; Μνημόνια δεν θα εφάρμοζαν;»
Εκείνη η κεντροαριστερά που φλερτάρει συνεχώς με την κυβέρνηση αποφεύγοντας να ξεκαθαρίσει τις πολιτικές της διαφορές, προσποιούμενη ότι το μόνο πρόβλημά της για την ενότητα είναι η εκλογή αρχηγού, και εκείνη η καραμανλική κεντροδεξιά που ήδη μισή μέσα στην κυβέρνηση, μισή έξω, διοργανώνει εκδηλώσεις με τους υπουργούς του Σύριζα για να αθωώσει την πενταετία της χρεοκοπίας, δεν υπερασπίζονται τόσο την κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Υπερασπίζονται το σύστημα της μεταπολίτευσης, αυτό που μόνο ξέρουν και αναγνωρίζουν, αυτό που υπηρετεί τώρα καλύτερα η κυβέρνηση η οποία οδηγεί κι αυτή με τη σειρά της τη χώρα στη χρεοκοπία. 
Αυτό που αποφεύγουν να πουν ακόμα και αυτοί που κάνουν αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, είναι ότι φτάνουμε πάλι στο ίδιο αδιέξοδο, ακριβώς γιατί η κυβέρνηση κάνει αυτό για το οποίο εξελέγη: μεγαλώνει πάλι τα ελλείμματα των κρατικών εταιρειών, αυξάνει πάλι τις δομές του δημοσίου, προσλαμβάνει περισσότερους ακόμα «μετακλητούς», όπως κομψά λέγονται οι κομματικοί υπάλληλοι των οποίων η μισθοδοσία μεταφέρεται στους κρατικούς λογαριασμούς. Καταργεί το πλαφόν στις αμοιβές των κρατικών στελεχών, δίνει υπέρογκες αυξήσεις στους μετακλητούς, επιδόματα στους συνδικαλιστές, επαναφέρει τα «stage» του Παυλόπουλου, αντί να επιδοτούνται οι νέοι να δουλέψουν στον ιδιωτικό τομέα, προσλαμβάνονται στο Δημόσιο 24.000 έκτακτοι. Συγχρόνως καταργεί την υποχρέωση του δημοσίου να παρίσταται στα δικαστήρια, άρα ανοίγει πάλι το παράθυρο για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων εκτός ΑΣΕΠ, με τη γνωστή μέθοδο ανανέωσης συμβάσεων. Παράλληλα μειώνονται τα πρόστιμα για μη απόδοση ΦΠΑ, ατονεί το μέτρο των αποδείξεων, ξεχάστηκαν τα GPS για τον έλεγχο του λαθρεμπορίου καυσίμων, τα scanner στα σύνορα. Μειώνονται οι έλεγχοι στο λαθρεμπόριο καυσίμων και τσιγάρων. 
Τι είναι καινούργιο από όλα αυτά; Ότι θα φτάναμε εδώ ήταν μαθηματικά βέβαιο. Ήταν προεκλογική υπόσχεση. Τα κόμματα που κυβερνούν υπόσχονταν την παλινόρθωση του ancient regime. Το οποίο ήταν τέλειο, μόνο που είχε ένα μικρό ελάττωμα: Χρεοκοπεί. Εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους. Οδήγησαν σε ένα ακόμα μνημόνιο χρεοκοπίας. Στο τρίτο, και τώρα πια, ελπίζουν για το τέταρτο. Έχουν ήδη ξεπεράσει τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις και μάλιστα ξεκινώντας από καλύτερη αφετηρία: Αντί για τα θηριώδη ελλείμματα που παρέλαβαν οι άλλοι, αυτοί παρέλαβαν πλεόνασμα. 
Αμφιβάλλω αν η κοινή γνώμη έχει αντιληφθεί ότι ψήφισε αυτό ακριβώς για το οποίο διαμαρτύρεται σήμερα. Ότι οι «παλιές καλές μέρες» ήταν καλές μόνο με δανεικά. Ότι χωρίς τα δανεικά, το χρεοκοπημένο σύστημα είναι καλό μόνο για τους μετακλητούς, για τους κομματικούς υπαλλήλους, για πέντε ολιγάρχες, για τους φοροφυγάδες. Και για όλους τους άλλους κόλαση. Όμως αυτό το «παλιό σύστημα» ήθελε η πλειοψηφία. 
Πώς να το αντιληφθεί όμως κιόλας η κοινή γνώμη; Ακόμα και σήμερα που όλα αυτά έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί δεκάδες φορές, τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης ξεκινάνε με τη φράση «ζητάνε μέτρα οι δανειστές», «αντιστάσεις στις απαιτήσεις των δανειστών». Οι φράσεις της απάτης. 
200 χρόνια χρωστάει η Ελλάς. 200 χρόνια είναι σε καθεστώς κάποιου είδους μνημονίου. Ούτε το συζήταγε κανένας. Ούτε το συζήτησε καμία άλλη χώρα από όσες μπήκαν και βγήκαν από τα μνημόνια το 2010. Η δαιμονοποίηση του μνημονίου είχε μόνο ένα στόχο. Να διασώσει το πολιτικό σύστημα τις χρεοκοπημένες δομές του κρατισμού και της κομματοκρατίας. Η νίκη της αντιμεταρρύθμισης αυτά τα 7 χρόνια ήταν απόλυτη. Το 2010, μέσα στη λαίλαπα της άτακτης χρεοκοπίας, συζητούσαμε παρ’ όλα αυτά για Διαύγεια, Καλλικράτη, ανεξάρτητες αρχές, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ενιαία αρχή πληρωμών, ηλεκτρονικά συστήματα προμηθειών, open gov. Σήμερα, μετά από 7 χρόνια πόνου, συζητάμε ότι πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι ΔΕΚΟ αμείβονται πάλι με 20.000 μηνιαίως. Ότι ένας «υπάλληλος δασαρχείου» εμποδίζει την επένδυση των 70.000 θέσεων εργασίας στο Ελληνικό. Ότι 2,5 χιλιάδες που προσλήφθηκαν για τους προσφυγικούς καταυλισμούς, δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ. Όσο ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από τα μνημόνια, η εξαπάτηση θα συνεχίζεται. Δεν υπάρχει καμία «οικονομική κρίση» που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Υπάρχει η κρίση του συστήματος που προσπαθούν να διασώσουν.