"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

25 Φεβ 2017

Κυβέρνηση ατζέντης του εαυτού της

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανδρέας Πετρουλάκης
Του Ανδρέα Πετρουλάκη, από τους protagon.gr
Η Κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν ατζέντης του εαυτού της. Kαταναλώνει τόση φαιά ουσία στα θέματα επικοινωνίας και κατασκευής της εικόνας της που αναρωτιέσαι αν περισσεύουν καθόλου κυβερνητικά εγκεφαλικά κύτταρα να διατεθούν για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που διαφημίζουν ότι λύνουν. Δείτε με τι κυρίως ασχολήθηκε τον τελευταίο χρόνο.
Κατανάλωσε μεγάλο απόθεμα δυνάμεων και χρόνου για μία υπόθεση που δεν της ανήκε, τις τηλεοπτικές άδειες, με μόνο στόχο τη χειραγώγηση της ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Υποτιθέμενη μάχη κατά της διαπλοκής, στην πραγματικότητα απόπειρα δημιουργίας κομματικών μηχανισμών προπαγάνδας, συνοδευόμενη από επικοινωνιακό σόου ταπείνωσης των εγκλεισθέντων διαγωνιζομένων. Έκανε μια τρύπα στο νερό αλλά κατά το συνήθειό της θριαμβολόγησε για το διασυρμό της.
Εκπόνησε σχέδιο Συντάγματος στο πόδι, με κραυγαλέα προχειρότητα και προτάσεις χωρίς θεσμική αντοχή, με μόνο σκοπό την επικοινωνιακή διαχείριση μιας υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, η οποία θα περνούσε μέσα από λαϊκά συμβούλια και συνελεύσεις στις γειτονιές. Ανέξοδο τρiκ λαϊκισμού για την τόνωση του προφίλ της Κυβέρνησης που εμπιστεύεται τη  σοφία του λαού και την αμεσοδημοκρατία. Η πρωτοβουλία εξυπηρέτησε τη συγκυρία της στιγμής και τώρα κανείς δεν μιλά για αυτό.
Έστησαν Επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια των ΜΜΕ, η οποία φυσικά διαφημίστηκε πολλαπλώς ως η μάχη της αδιάφθορης κυβέρνησης κατά της διαπλοκής, και καταναλώθηκαν εκατοντάδες προβεβλημένων εργατοωρών ανάκρισης των εκδοτών για την ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος. Η παράσταση ολοκληρώθηκε, ο στόχος επετεύχθη, η υπόθεση έκλεισε αθόρυβα.
Για να μη μιλήσουμε για τις λατρεμένες τους  λίστες φοροφυγάδων και την υπόθεση SIEMENS που μόνο αυτή η Κυβέρνηση θα τολμούσε να διαλευκάνει. Εκατομμύρια πεταμένες λέξεις στη Βουλή και τα κανάλια, οι υποθέσεις κινδυνεύουν με παραγραφή με πενιχρά αποτελέσματα μέχρι στιγμής, αλλά μικρή σημασία έχει- η Κυβέρνηση εξακολουθεί να φλυαρεί ασταμάτητα για τις εμμονές της γιατί στην ουσία η διαπλοκή και η διαφθορά είναι πια η μόνη  συγκολλητική ουσία του σώματος των ψηφοφόρων.
Η επικοινωνία έμοιαζε να είναι ο αυτοσκοπός και στους άγονους μήνες της αξιολόγησης. Στην σκυταλοδρομία των ατελέσφορων Eurogroup εκείνοι δημιουργούσαν νέο απόθεμα ναρκισσιστικού ηρωισμού (που είχαν εξαντλήσει οι προηγούμενες συμφωνίες), έτσι που ο χρόνος που χανόταν μικρή σημασία είχε αν ανέβαζε εκθετικά το κόστος-κυρίως ενδιέφερε να σωρρεύει ψευδαισθήσεις αντίστασης της αριστερής κυβέρνησης για να φορτίζεται  το αγωνιστικό φρόνημα των οπαδών. Το να φτάνεις στο χείλος του γκρεμού δεν το έβλεπαν ως θανάσιμο κίνδυνο για τη χώρα αλλά ως ευκαιρία επίδειξης γενναιότητας να βαδίσεις πάνω στην οριογραμμή του κενού. Έτσι καταλήξαμε στο θρίαμβο της ονειροχώρας ΕΡΤ. Οι ίδιοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εξαπολύσουν στα πάνελ τους ακάματους αντάπτορες της  αλήθειας που διαθέτουν σε περίσσεια, για να καταστήσουν τη αβάσταχτη μεταχρονολογημένη επι(υπο)ταγή σε απλή λεπτομέρεια μιας εποποιίας. Δεν έχουν κανένα δίλημμα να δημιουργήσουν ένα φανταστικό σύμπαν στο οποίο μηδενίζονται με μαγικό τρόπο υποχρεώσεις 3,5 δισ με τη μέθοδο της «εξισορρόπησης της ισορροπίας», μία νεραϊδοχώρα με «καθρέφτες» που δείχνουν ότι αυτό που δίνεις είναι σαν να το παίρνεις, μία πανηγυρική συλλογική αυταπάτη εξόδου από τη λιτότητα και την κρίση.
Νομίζετε ότι σας θεωρούν ηλίθιους;  Δεν είναι αυτό, μη θυμώνετε. Αυτή η συζήτηση δεν αφορά εσάς- εσείς απλώς θα πληρώσετε. Όλο αυτό το γαϊτανάκι της απίθανης επικοινωνιακής ευρηματικότητας με το οποίο πορεύονται δύο χρόνια δεν έχει εσάς αποδέκτες. Eχει εκείνους που θέλουν στήριξη και επιχειρήματα για να πείσουν τον εαυτό τους και τις παρέες τους ότι έχουν ακόμα λόγους να αποφεύγουν την αναγνώριση του λάθους τους. Ότι  δηλαδή ψήφισαν μια κυβέρνηση που στο τέλος κάνει ό,τι μισούσαν στους προηγούμενους με πολύ ακριβότερο τρόπο αλλά με απαράμιλλο επαναστατικό στυλ.

11 Φεβ 2017

Η αποξήρανση της κοινωνίας

Του Νίκου Βατόπουλου, από την Καθημερινή


Όλο και περισσότεροι νιώθουν ψυχικά εξουθενωμένοι. Στο πεζοδρόμιο, στο μετρό, στα μαγαζιά, ακούς τα ίδια. «Τι θα γίνει; Τι βλέπεις;». Ακούγεται με άλλο ήχο και άλλο βάθος. Είναι διαφορετική η απόγνωση σήμερα από το 2012 ή το 2015, όταν τότε υπήρχε μια στοιχειώδης, έστω, αγωνιστικότητα. Αν επέτυχε κάτι ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από την κατάληψη που επιχειρεί στους πυλώνες του κράτους, είναι η αποξήρανση της κοινωνίας. Πλήρης και τέλεια αφυδάτωση. Μπορεί όμως μια κοινωνία, μια χώρα να έχει προοπτική όταν οι περισσότεροι πολίτες έχουν στο μυαλό τους μόνο αδιέξοδα και μαύρες σκέψεις;

Είναι τόσο απλωμένη η απαισιοδοξία που θα απαιτηθούν λίγες, αλλά αποφασιστικές, κινήσεις για να ανοίξει μια χαραμάδα φωτός. Αλλά το πρόβλημα, πέραν όλων των άλλων, είναι και η διάχυτη δυσπιστία. Υπάρχει πρόβλημα εμπιστοσύνης. Και πίστης. Για να μη μιλήσει κανείς για διατύπωση ενός στοιχειώδους οράματος για την επόμενη μέρα.

Και εν μέσω των τραγελαφικών καθεστωτικών κινήσεων της κυβέρνησης, το όποιο δυνητικά παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας έχει απομείνει στην Ελλάδα, αισθάνεται δεμένο χειροπόδαρα. Νιώθει, δικαίως, απαξιωμένο χωρίς ρόλο και χωρίς ζήτηση. Και το χειρότερο είναι ότι η συριζαϊκή «παρέα», σκοπίμως, τεχνηέντως αλλά και με δόλο, πέτυχε να περάσει στην κοινωνία ότι αυτό που προέχει είναι η επιβίωση, και όχι η πρόοδος, η ανάπτυξη, το μεγάλωμα της πίτας. Έχουν και εδώ κερδίσει ένα πόντο ακόμη στη δηλητηρίαση της σκέψης.

Όμως, ο μέσος πολίτης, ο αστός, ο άνθρωπος που έχει και κρίση, και μνήμη, και που μπορεί να δει και τα στραβά τού χθες αλλά πρωτίστως το αίσχος του σήμερα, παραμένει σε στάση αναμονής. Τον βαραίνει η κατρακύλα της πατρίδας του, η απαγωγή της λογικής και κυρίως η λεηλασία όσων θεωρούσε άξονα της ζωής του. Οι λαϊκιστές του καθεστώτος αγνοούν την παράμετρο όσων βαραίνουν τη σκέψη των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Την αγνοούν γιατί δεν είναι σε θέση να την αναλύσουν και να τη συνεκτιμήσουν, αλλά πλέον το μείζον της καθημερινότητας είναι αυτό ακριβώς το βάρος που έχει χαμηλώσει τον μέσο άνθρωπο σε ένα μέγεθος που δεν αντέχει κανείς.

Η αναντιστοιχία κυβέρνησης και κοινωνικής πραγματικότητας είναι πλέον τόσο μεγάλη, που δεν θα πρέπει να εφησυχάζει την αντιπολίτευση. Το αντίθετο. Οι προσδοκίες θα είναι αμείλικτες.

9 Φεβ 2017

Το συνηθισμένο bullying: η συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή

Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι περιουσίες σας, κατά 80%; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν μέτρα
Του Φώτη Γεωργελέ, από την athensvoice.gr
Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο. Όταν τα πράγματα οδηγούνται σε αδιέξοδο, το πολιτικό σύστημα καταφεύγει στο συνηθισμένο bullying: Ανοίγει τη συζήτηση για επιστροφή στη δραχμή. Προτιμάτε να υποτιμηθούν οι μισθοί σας, οι αποταμιεύσεις σας, οι περιουσίες σας κατά 80%; Προτιμάτε να μετατραπούμε σε Βενεζουέλα της Μεσογείου χωρίς καν πετρέλαιο; Αν όχι, πληρώστε. Ακολουθούν Μέτρα. 
Τα «μέτρα» είναι πάντα στη λάθος κατεύθυνση. Τα μέτρα εξαντλούνται στην υπερφορολόγηση της κοινωνίας για να διατηρηθεί αλώβητος ο κομματοκρατούμενος κρατικός μηχανισμός. Η αλήθεια είναι απλή, σταδιακά το δημόσιο χρέος μεταβιβάζεται στους πολίτες. Ο ένας στους δύο χρωστάει ήδη στο κράτος. Η εκμετάλλευση θα συνεχιστεί μέχρι να εκμηδενιστούν οι καταθέσεις και να μετατραπούν σε οφειλές των πολιτών προς το κράτος. Ο δρόμος έχει διανυθεί κατά τα δυο τρίτα. 
Το σκηνικό επαναλαμβάνεται σχεδόν με τις ίδιες λέξεις σε ίδιες μονότονες πράξεις. Λες και το πρόβλημα της χώρας είναι να κλείσει η αξιολόγηση. Ολόκληρη η χώρα, το πολιτικό σύστημα, τα μέσα ενημέρωσης, μονότονα ασχολούνται με αυτό: να κλείσει η αξιολόγηση. Να καταλήξουμε σε συμφωνία με την τρόικα. Να ψηφίσουμε τα μέτρα. Για να πάρουμε τα λεφτά. Είναι η μόνη κρυφή επιδίωξη του πολιτικού συστήματος: Η Δόση. Κανείς δεν ρωτάει πια, τι τα κάνουμε τα λεφτά. Πού θα πάνε, ποιες ανάγκες καλύπτουν. Για ποιο λόγο  δημιουργούνται δηλαδή τα ελλείμματα. 
Μια συγχορδία «πρόθυμων», κεντροαριστερών και κεντροδεξιών, ντόπιων και Ευρωπαίων, με κατανόηση και αληθινό φόβο για τα χειρότερα, σπεύδει να υπερθεματίσει υποστηρίζοντας την αντιμεταρρυθμιστική κυβέρνηση: «Μόνο αυτοί μπορούν να περάσουν τα μέτρα χωρίς να καεί η Αθήνα». Τα Μέτρα. Τα μέτρα γίνονται μονόδρομος, τώρα πια όλοι έχουν αποδεχτεί την κυρίαρχη ρητορική: Μνημόνιο σημαίνει αυτά ακριβώς τα μέτρα που λαμβάνονται. Και όχι άλλα. Δηλαδή τα ελλείμματα είναι αναπόφευκτα και η κάλυψή τους γίνεται μόνο με αυτό τον τρόπο, there is no alternative. Επιτέλους, η πολυπόθητη συναίνεση. Ακολουθεί η αφοπλιστική πρόταση που κλείνει τον αδιέξοδο κύκλο: «Μήπως και οι άλλοι μέτρα δεν θα ψήφιζαν; Τα ίδια μέτρα δεν θα πάρουν κι αυτοί; Μνημόνια δεν θα εφάρμοζαν;»
Εκείνη η κεντροαριστερά που φλερτάρει συνεχώς με την κυβέρνηση αποφεύγοντας να ξεκαθαρίσει τις πολιτικές της διαφορές, προσποιούμενη ότι το μόνο πρόβλημά της για την ενότητα είναι η εκλογή αρχηγού, και εκείνη η καραμανλική κεντροδεξιά που ήδη μισή μέσα στην κυβέρνηση, μισή έξω, διοργανώνει εκδηλώσεις με τους υπουργούς του Σύριζα για να αθωώσει την πενταετία της χρεοκοπίας, δεν υπερασπίζονται τόσο την κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Υπερασπίζονται το σύστημα της μεταπολίτευσης, αυτό που μόνο ξέρουν και αναγνωρίζουν, αυτό που υπηρετεί τώρα καλύτερα η κυβέρνηση η οποία οδηγεί κι αυτή με τη σειρά της τη χώρα στη χρεοκοπία. 
Αυτό που αποφεύγουν να πουν ακόμα και αυτοί που κάνουν αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, είναι ότι φτάνουμε πάλι στο ίδιο αδιέξοδο, ακριβώς γιατί η κυβέρνηση κάνει αυτό για το οποίο εξελέγη: μεγαλώνει πάλι τα ελλείμματα των κρατικών εταιρειών, αυξάνει πάλι τις δομές του δημοσίου, προσλαμβάνει περισσότερους ακόμα «μετακλητούς», όπως κομψά λέγονται οι κομματικοί υπάλληλοι των οποίων η μισθοδοσία μεταφέρεται στους κρατικούς λογαριασμούς. Καταργεί το πλαφόν στις αμοιβές των κρατικών στελεχών, δίνει υπέρογκες αυξήσεις στους μετακλητούς, επιδόματα στους συνδικαλιστές, επαναφέρει τα «stage» του Παυλόπουλου, αντί να επιδοτούνται οι νέοι να δουλέψουν στον ιδιωτικό τομέα, προσλαμβάνονται στο Δημόσιο 24.000 έκτακτοι. Συγχρόνως καταργεί την υποχρέωση του δημοσίου να παρίσταται στα δικαστήρια, άρα ανοίγει πάλι το παράθυρο για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων εκτός ΑΣΕΠ, με τη γνωστή μέθοδο ανανέωσης συμβάσεων. Παράλληλα μειώνονται τα πρόστιμα για μη απόδοση ΦΠΑ, ατονεί το μέτρο των αποδείξεων, ξεχάστηκαν τα GPS για τον έλεγχο του λαθρεμπορίου καυσίμων, τα scanner στα σύνορα. Μειώνονται οι έλεγχοι στο λαθρεμπόριο καυσίμων και τσιγάρων. 
Τι είναι καινούργιο από όλα αυτά; Ότι θα φτάναμε εδώ ήταν μαθηματικά βέβαιο. Ήταν προεκλογική υπόσχεση. Τα κόμματα που κυβερνούν υπόσχονταν την παλινόρθωση του ancient regime. Το οποίο ήταν τέλειο, μόνο που είχε ένα μικρό ελάττωμα: Χρεοκοπεί. Εκπληρώνουν την υπόσχεσή τους. Οδήγησαν σε ένα ακόμα μνημόνιο χρεοκοπίας. Στο τρίτο, και τώρα πια, ελπίζουν για το τέταρτο. Έχουν ήδη ξεπεράσει τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις και μάλιστα ξεκινώντας από καλύτερη αφετηρία: Αντί για τα θηριώδη ελλείμματα που παρέλαβαν οι άλλοι, αυτοί παρέλαβαν πλεόνασμα. 
Αμφιβάλλω αν η κοινή γνώμη έχει αντιληφθεί ότι ψήφισε αυτό ακριβώς για το οποίο διαμαρτύρεται σήμερα. Ότι οι «παλιές καλές μέρες» ήταν καλές μόνο με δανεικά. Ότι χωρίς τα δανεικά, το χρεοκοπημένο σύστημα είναι καλό μόνο για τους μετακλητούς, για τους κομματικούς υπαλλήλους, για πέντε ολιγάρχες, για τους φοροφυγάδες. Και για όλους τους άλλους κόλαση. Όμως αυτό το «παλιό σύστημα» ήθελε η πλειοψηφία. 
Πώς να το αντιληφθεί όμως κιόλας η κοινή γνώμη; Ακόμα και σήμερα που όλα αυτά έχουν παιχτεί και ξαναπαιχτεί δεκάδες φορές, τα ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης ξεκινάνε με τη φράση «ζητάνε μέτρα οι δανειστές», «αντιστάσεις στις απαιτήσεις των δανειστών». Οι φράσεις της απάτης. 
200 χρόνια χρωστάει η Ελλάς. 200 χρόνια είναι σε καθεστώς κάποιου είδους μνημονίου. Ούτε το συζήταγε κανένας. Ούτε το συζήτησε καμία άλλη χώρα από όσες μπήκαν και βγήκαν από τα μνημόνια το 2010. Η δαιμονοποίηση του μνημονίου είχε μόνο ένα στόχο. Να διασώσει το πολιτικό σύστημα τις χρεοκοπημένες δομές του κρατισμού και της κομματοκρατίας. Η νίκη της αντιμεταρρύθμισης αυτά τα 7 χρόνια ήταν απόλυτη. Το 2010, μέσα στη λαίλαπα της άτακτης χρεοκοπίας, συζητούσαμε παρ’ όλα αυτά για Διαύγεια, Καλλικράτη, ανεξάρτητες αρχές, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ενιαία αρχή πληρωμών, ηλεκτρονικά συστήματα προμηθειών, open gov. Σήμερα, μετά από 7 χρόνια πόνου, συζητάμε ότι πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι ΔΕΚΟ αμείβονται πάλι με 20.000 μηνιαίως. Ότι ένας «υπάλληλος δασαρχείου» εμποδίζει την επένδυση των 70.000 θέσεων εργασίας στο Ελληνικό. Ότι 2,5 χιλιάδες που προσλήφθηκαν για τους προσφυγικούς καταυλισμούς, δεν πάτησαν το πόδι τους ποτέ. Όσο ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από τα μνημόνια, η εξαπάτηση θα συνεχίζεται. Δεν υπάρχει καμία «οικονομική κρίση» που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Υπάρχει η κρίση του συστήματος που προσπαθούν να διασώσουν. 

6 Φεβ 2017

Το κύρος των ανθρώπων και το κύρος των αξιωμάτων

Francisco De Goya (1746 -1828), Fight at the New Inn
Του Νίκου Λαλιώτη από το  ekyklos.gr
Πολλές φορές στη δημόσια συζήτηση, ακούγεται η φράση ότι δεν έχουν σημασία οι άνθρωποι που ασκούν πολιτική, αλλά οι πολιτικές που εφαρμόζονται.
Ωστόσο η αναρρίχηση στα ανώτατα αξιώματα δημοκρατικών κρατών, ανθρώπων ολιγοβαρών και ανεπαρκών στην συγκρότηση της προσωπικότητάς τους, αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που ασκούν πολιτική, τελικά έχουν σημασία για την διατήρηση της Δημοκρατίας και του Πολιτισμού. Το παράδειγμα του νεοεκλεγέντος προέδρου των ΗΠΑ είναι εύγλωττο.
Ένας άνθρωπος φασίζουσας νοοτροπίας που καταλαμβάνει ένα πολιτικό αξίωμα δεν θα σεβαστεί τη Δημοκρατία.
Αλλά και μια ματιά στην εγχώρια κατάσταση όπου βουλευτικές, υπουργικές και ενίοτε πρωθυπουργικές θέσεις καταλαμβάνονται από ανεπαρκείς προσωπικότητες, δείχνουν το μεγάλο πρόβλημα της Δημοκρατίας και της αξιοκρατικής εκπροσώπησης, με αποτέλεσμα πέραν του κωμικοτραγικού του θέματος και της κατάρρευσης του προσωπικού κύρους των ιδίων, να καταρρέει και το κύρος των αξιωμάτων και κατά συνέπεια το κύρος της Δημοκρατίας της ίδιας.
Αυτό συμβαίνει γιατί τα πολιτικά αξιώματα στις δημοκρατίες, φέρουν μέσα τους ιδεώδη και αξίες που τους προσδίδουν κύρος και ηθική αξία με συνέπεια ένας άνθρωπος που καταλαμβάνει ένα τέτοιο αξίωμα και δεν είναι ο ίδιος αντάξιος αυτών των ιδεωδών και συμπεριφορών που πηγάζουν από το αξίωμα, να καταρρέει ο ίδιος ηθικά και αισθητικά και να παρασύρει στην πτώση του και το ίδιο το κύρος του αξιώματός του, τραυματίζοντας το σώμα της Δημοκρατίας.
Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος φασίζουσας νοοτροπίας ή απλά ένας ανόητος που καταλαμβάνει ένα πολιτικό αξίωμα να σεβαστεί την Δημοκρατία και τους πολίτες δουλεύοντας υπέρ αυτών.
Ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια μια επικίνδυνη κρίση από την οποία δεν μπορούμε να βγούμε γιατί στην ουσία της η κρίση είναι πρωτίστως πολιτική και πολιτισμική και δευτερευόντως οικονομική. Αν ήταν απλώς οικονομική, θα είχαμε καταφέρει να την ξεπεράσουμε.
Δεν την ξεπερνάμε γιατί το πολιτικό σύστημα στην πλειοψηφία του, δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις, γιατί το ίδιο αδυνατεί να μετασχηματίσει τον εαυτό του ώστε να εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό οργανισμό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, λέγοντας πολιτικό σύστημα εννοώ απλά τους ανθρώπους που ασχολούνται με τα κοινά, με την πολιτική, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους, δεν επιθυμούν να δράσουν διαφορετικά απ’ ότι έμαθαν να τους εξυπηρετεί, μετατρέποντας το πολιτικό σύστημα σε έναν κλειστό θύλακα μέσα στην κοινωνία που αυτονομείται και λειτουργεί ανεξάρτητα από το συμφέρον της κοινωνίας για τον εαυτό του και την διαιώνιση των προνομίων του.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε μια κοινωνία η οποία αδυνατεί να ερμηνεύσει τις πραγματικότητες που αλλάζουν ραγδαία γύρω της, αδυνατεί να αναγνωρίσει το αληθές από το ψευδές και πολλές φορές να παραδεχθεί το αληθές, διαιωνίζοντας έτσι την κρίση και την παρακμή.
Πολιτικό σύστημα και κοινωνία είναι ένα δίπολο αλληλοσυμπληρούμενο και αλληλοεξαρτώμενο, ένα δίπολο που τροφοδοτεί το ένα το άλλο, συγχωνεύοντας μέσα του αθώους και ενόχους, ικανούς και ανίκανους με αποτέλεσμα το σημερινό αδιέξοδο.
Είναι πια η ώρα για μια μεγάλη εθνική απόφαση, για μια κομβική απόφαση από την οποία θα κριθεί το αν θα ζήσουμε ως σύγχρονο κράτος και έθνος στη θέση που μας αξίζει, ή αν θα σβήσουμε μέσα στην παρακμή και στους μύθους μας.
Σε βάθος λίγων δεκαετιών η Δημοκρατία και η Ειρήνη στον δυτικό κόσμο θα είναι το ζητούμενο.
Αυτή η απόφαση περιέχει δύο σκέλη. Το βραχυπρόθεσμο και το μακροπρόθεσμο.
Το βραχυπρόθεσμο σημαίνει το να πράξουμε τώρα ό,τι είναι απαραίτητο, όσο επώδυνο και να είναι, για να κρατηθεί το πλαίσιο της χώρας ακέραιο τόσο εδαφικά όσο και πολιτικά μέσα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και του κοινού νομίσματος και αυτό γιατί αν σωθεί η χώρα, ό,τι χάσαμε θα το ξανακερδίσουμε με το πέρασμα του χρόνου, ενώ αν χαθεί η χώρα δεν θα υπάρξει τίποτα για να κερδίσουμε, θα είναι το τέλος μας ως έθνος στην ιστορία.
Το μακροπρόθεσμο σημαίνει Παιδεία. Προτεραιότητα σε μια προοδευτική και Δημοκρατική διακυβέρνηση θα πρέπει να είναι η ριζική αναβάθμιση και αναδόμηση της παρεχόμενης Παιδείας προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ώριμων και λογικά σκεπτόμενων ανθρώπων, ανθρώπων με βιωμένες της δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες, ανθρώπων που θα μπορούν να αντιστέκονται στο ψέμα και στον φασισμό, ανθρώπων που θα κρατούν ψηλά τόσο το δικό τους κύρος όσο και το κύρος της Δημοκρατίας.
Πρόκειται κατά την γνώμη μου για το κλειδί για μια ειρηνική και αδιατάρακτη πορεία της χώρας μας αλλά και του κόσμου μας.
Σε διαφορετική περίπτωση, εκτιμώ ότι το μέλλον θα είναι σκοτεινό και ότι σε βάθος λίγων δεκαετιών η Δημοκρατία και η Ειρήνη στον δυτικό κόσμο θα είναι το ζητούμενο.
Θα είναι ο χαμένος παράδεισος μιας εποχής που δεν εκτιμήσαμε όσο έπρεπε και που την αφήσαμε να χαθεί μέσα από τα χέρια μας ως μοιραίοι και άβουλοι.
Δεν θα ήθελα να το δω..


5 Φεβ 2017

«Τσιπρισμός»: το ανώτατο στάδιο του πολιτικού τυχοδιωκτισμού

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΛΙΘΙΝΟΥ, από timesnews.gr
Όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο, πριν από πολλά χρόνια, όλοι αντιμετώπισαν με συγκατάβαση την περίπτωσή του. Ποιος μπορούσε άλλωστε να προσάψει κάτι σε ένα παιδί, έστω και καλομαθημένο, που εκδήλωνε με ασυγκράτητο πάθος τα συναισθήματά του;
Ήταν η περίοδος των καταλήψεων για ανύπαρκτους λόγους και των καταστροφών σχολικών κτιρίων. Οι δράστες, κατά ένα περίεργο τρόπο, ποτέ δεν αποκαλύπτονταν. Όσοι εμπλέκονταν στις καταλήψεις, απεκδυόμενοι των ευθυνών τους, υποδείκνυαν ως ενόχους «εξωσχολικά στοιχεία». Τις καταστροφές, που επιβάρυναν ολοένα και περισσότερο τον δημόσιο προϋπολογισμό, καλούνταν βέβαια να πληρώσουν οι φορολογούμενοι.
Τα επόμενα χρόνια, αφού γνώριζε πλέον ότι είχε εξασφαλίσει την ατιμωρησία, ξεδίπλωσε με άνεση τις ικανότητές του. Οι οποίες, ομολογουμένως, ήταν αξιοθαύμαστες. Με όχημα τον σταλινισμό ασπάστηκε τις ριζοσπαστικές ιδέες. Έχοντας διασφαλίσει την καθημερινή διαβίωσή του, χάρη στην οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του, αποδείχτηκε ασυναγώνιστος στις μεγαλοστομίες, στον αντιαμερικανισμό, στον αντιευρωπαϊσμό…
Όλη η μετέπειτα πορεία του στηρίχτηκε σε προσεκτικά μελετημένες κινήσεις, που θα τις ζήλευε και ο πιο τέλειος ηθοποιός. Όταν μάλιστα ισχυροποιήθηκε στο κόμμα του, δεν δίστασε να παραμερίσει τον πολιτικό μέντορά του και να τον θέσει στο περιθώριο. Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του χρειάζεται να γίνουν αντικείμενο σεμιναριακών μαθημάτων.
Εκμεταλλευόμενος την οικονομική κρίση και τη δύσκολη κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι συμπατριώτες του, έταξε σε αυτούς τα πάντα. Η «Βίβλος υποσχέσεων», πολύτομη καθώς είναι, δεν χωρά στα ράφια κάποιας συνηθισμένης βιβλιοθήκης.
Όταν ο τιτάνιος αγώνας του δικαιώθηκε ξεκίνησαν σταδιακά οι υποχωρήσεις. Όσα υποσχόταν πως θα πραγματοποιήσει σβήστηκαν. Οι κόκκινες γραμμές άρχισαν να ξεθωριάζουν. Ουσιαστικά συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του, τους οποίους σφυροκοπούσε με μένος, κατηγορώντας τους για ενδοτικότητα απέναντι στους ξένους. Με τη στάση του, ένα κράμα ετσιθελισμού και κουτσαβακισμού, επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη δεινή θέση της πατρίδας του. Τα αποτελέσματα, είμαστε μάρτυρες όλοι, υπήρξαν ολέθρια.
Το αποκορύφωμα της δίχρονης δραστηριότητάς του; Με μεγάλη άνεση, χωρίς ίχνος ντροπής,αποδέχτηκε την υποθήκευση της σημερινής και μελλοντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου στους δανειστές για 99 χρόνια.
Πανέξυπνος καθώς ήταν, ωστόσο, ζήτησε τη βοήθεια των μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας του. Εκείνα, του την πρόσφεραν με μεγάλη προθυμία. Μαζί τους συνέπλευσαν και οι ακροδεξιοί σύμμαχοί τους, που είχαν κάνει σημαία τους την εθνική περηφάνια. Όπως αποδείχτηκε, όμως, ήταν σημαία ευκαιρίας.
Προείχε για όλους τους, πλέον, η διατήρηση με κάθε τρόπο της προσοδοφόρας βουλευτικής έδρας και η κατάληψη της πολυπόθητης εξουσίας. Οι ευαισθησίες, σκέφτηκαν οι άλλοτε διαπρύσιοι κήρυκες της εθνικής ανεξαρτησίας, είναι μόνο για τους αδαείς…
Η σημασία της παραπάνω κίνησης δεν έχει ακόμα εκτιμηθεί σε όλες τις διαστάσεις της.Κατατάσσεται, και θα φανεί τις επόμενες δεκαετίες, στις μελανότερες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας. Ποτέ δεν είχε διανοηθεί να κάνει κάτι τέτοιο οποιοσδήποτε πολιτικός σχηματισμός. Σε περίπτωση που το έκανε, θα συναντούσε διαρκώς τη χλεύη των πολιτών.
Είμαι περίεργος πώς θα σχολιάζεται στο εξής από τους διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια η υποθήκευση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Συνηθίζουν να είναι αυστηροί στις κρίσεις τους για τις κρίσιμες αποφάσεις που ελήφθησαν τις παλαιότερα από «ανάλγητες κυβερνήσεις». Θα τηρήσουν την ίδια στάση και στο ζήτημα που μας απασχολεί;
 
Κι όμως, το συγκεκριμένο πρόσωπο και ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπεί, εξακολουθούν να αναφέρονται στην Αριστερά και στις ιδέες της. Χρειάζεται μεγάλο θράσος για την επίδειξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι που έχουν διασύρει κάθε έννοια της Αριστεράς τολμούν να μιλούν στο όνομά της!
Ιδιαίτερα ανησυχητικό όμως είναι πως υπάρχουν ακόμα συμπολίτες μας που τους εμπιστεύονται. Είναι μάλιστα διατεθειμένοι να επικροτήσουν μία ακόμα αναδίπλωση, μοιραία τούτη τη φορά, που θα εκδηλωθεί τις προσεχείς μέρες.
Ξεφυλλίζω το γνωστό «Χρηστικό λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών για να βρω τον χαρακτηρισμό που του ταιριάζει. Τυχαία, πέφτει το βλέμμα μου στο λήμμα «τυχοδιώκτης».
Διαβάζω: «πρόσωπο που ζει ριψοκίνδυνα και εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις, χωρίς ηθικές αναστολές, για να πετύχει τον σκοπό του. Πβ. αριβίστας, καιροσκόπος».
Τον χαρακτηρίζει απολύτως.

28 Ιαν 2017

Μια τριτοκοσμική Ελλάδα είναι εφικτή...



Μερικές φορές ξεχνάμε τι ήταν η Ελλάδα. Κι επειδή ξεχνάμε τι ήταν, δεν έχουμε και ακριβή επίγνωση του τι μπορεί να απογίνει. Δεν συνειδητοποιούμε το εύρος των πιθανοτήτων.
Του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, από την Καθημερινή

Αποτέλεσμα εικόνας για Μια τριτοκοσμική Ελλάδα είναι εφικτήΥπάρχει λόγος που οι ηλικιακές ομάδες που είναι περισσότερο υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι οι ηλικιωμένοι. Ο λόγος είναι ότι αυτοί θυμούνται πώς ήταν η χώρα μας πριν μπει στο ευρώ και πριν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θυμούνται τι σημαίνει "πληθωρισμός", τι συμβαίνει όταν ένα διεφθαρμένο κράτος έχει τη δυνατότητα να τυπώνει χρήμα για να πληρώνει τους εξαρτημένους ψηφοφόρους/πελάτες, ευτελίζοντας την αξία του και συσσωρεύοντας χρέος. Επίσης, θυμούνται γενικά πώς ήταν η χώρα πριν μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από άλλες απόψεις, πολιτισμικά, κοινωνικά και οικονομικά. Όσοι γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του '70 και μετά δεν έχουν εικόνα εκείνης της Ελλάδας. Δεν έχουν ιδέα.
Πιθανότατα δεν γνωρίζουν πως όταν μπήκε στην "Ευρωπαϊκή Κοινότητα", που τότε ακόμα ήταν ένα κλειστό κλαμπ ισχυρών χωρών, η Ελλάδα ήταν με διαφορά το πιο φτωχό και αδύναμο μέλος της. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας τότε ήταν στο 60% του μέσου όρου της Ε.Ε. (το 2008 είχε φτάσει το 92%) και ακριβώς επειδή ήταν τόσο μεγάλη η διαφορά της οικονομίας της από τις οικονομίες των άλλων χωρών, με αίτημα του Ανδρέα Παπανδρέου (σε ένα “μνημόνιο”) δημιουργήθηκαν τα πρώτα διαρθρωτικά ταμεία που σκοπό είχαν να τονώσουν τις οικονομίες των φτωχώτερων χωρών (της Ελλάδας, και των άλλων που μπήκαν αργότερα) για να συγκλίνουν ταχύτερα με τις πλουσιότερες. Έκτοτε από αυτά τα ταμεία (τα οποία απέκτησαν διάφορα ονόματα στην πορεία, Μεσογειακά Προγράμματα, ΚΑΠ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ) μπήκαν στην οικονομία της Ελλάδας 160 δισ. ευρώ, ενώ η χώρα ταυτόχρονα με την ένταξή της σε έναν ισχυρό υπερεθνικό οργανισμό, και στη συνέχεια με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, απέκτησε πρόσβαση και σε φτηνό δανεισμό από την παγκόσμια αγορά, κάτι που πριν από τη δεκαετία του '80 δεν υπήρχε ως δυνατότητα.
Χάρη στην Ε.Ε. η Ελλάδα έγινε η χώρα που οι άνθρωποι κάτω των 45 γνωρίζουν, αλλά πριν από αυτή, ήταν μια άλλη, πολύ πιο φτωχή, πολύ πιο αδύναμη, πολύ πιο ευάλωτη και πολύ πιο κλειστή και οπισθοδρομική.
Το διήγημα του Νόρμαν Σπίνραντ "Η Χαμένη Ήπειρος" γράφτηκε το 1970. Είναι μια δυστοπική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα απώτερο μέλλον στο οποίο ολόκληρη η Βόρεια Αμερική έχει καταστραφεί και η Νέα Υόρκη είναι ένας γιγάντιος αρχαιολογικός χώρος τον οποίο επισκέπτονται για τουρισμό πλούσιοι Αφρικανοί. Το διήγημα, που δεν είναι από τα γνωστότερα του Σπίνραντ και που απ' όσο γνωρίζω δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, υπάρχει σε μια συλλογή που λέγεται "Other Americas", η οποία περιλαμβάνει διηγήματα που φαντάζονται σκοτεινές παραλλαγές του Αμερικανικού μέλλοντος. Μιας και ζούμε μια πολύ σκοτεινή παραλλαγή του Αμερικανικού παρόντος σήμερα, πρόσφατα την ξαναδιάβασα και όταν έφτασα στη "Χαμένη Ήπειρο" βρήκα κάτι που δεν θυμόμουν: Μια εισαγωγή στην οποία ο συγγραφέας διηγείται τη στιγμή που εμπνεύστηκε τη συγκεκριμένη ιστορία. Επιτρέψτε μου να σας μεταφράσω ένα απόσπασμα:
"Βρισκόμουν στην κορυφή του λόφου της Ακρόπολης, ανάμεσα σε εκατοντάδες τουρίστες που περιδιάβαιναν τα θαυμάσια ερείπια της κλασσικής Ελλάδας. Έστρεψα το βλέμμα από τον Παρθενώνα και κοίταξα από ψηλά τη σύγχρονη Αθήνα που απλωνόταν μπροστά μου. Η θέα, που καλυπτόταν από μια αποκρουστική στιβάδα καυτού καλοκαιρινού νέφους, μου θύμισε ότι βρίσκομαι στον 20ο αιώνα, και πως η πόλη εκεί κάτω, με τους βρώμικους, θορυβώδεις, δρόμους της είχε πολύ περισσότερα κοινά στοιχεία με την Τιχουάνα του Μεξικού και τον Τρίτο Κόσμο, παρά με την παρελθούσα μορφή της, ως μητρόπολη του υψηλότερου πολιτισμού στον κόσμο. Κάπως λυπημένος από τη διαπίστωση αυτή κατέβηκα στην Πλάκα, μια περιοχή στις πλαγιές του λόφου γεμάτη με ταβέρνες, ταπεινά εστιατόρια και παραπήγματα που πουλούσαν σουβενίρ, και ήπια μισό λίτρο ρετσίνα, ένα ελληνικό κρασί που είναι καλύτερο να το πίνει κανείς όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η Πλάκα ήταν γεμάτη τουρίστες, μικροεμπόριο, μουσική και θόρυβο. Μπορεί να έφταιγε η ρετσίνα, αλλά οι Έλληνες μου έμοιαζαν χαρούμενοι άνθρωποι που αγαπούσαν τη ζωή και ζούσαν το παρόν τους με μπρίο. Μετά όμως προχώρησα προς το ξενοδοχείο μου μέσα από τον θόρυβο της κίνησης και τον κακόγουστο, τριτοκοσμικό μοντερνισμό της πόλης και, όταν γύρισα να κοιτάξω προς τα πίσω, η θέα που αντίκρυσα γέννησε το σπέρμα αυτού του διηγήματος στο μυαλό μου. Πάνω στην Ακρόπολη ο Παρθενώνας με το ζόρι ξεπρόβαλλε μέσα στο νέφος, σαν φάντασμα μιας χαμένης δόξας που υπερίπτατο πάνω απ' το ρυπαρό παρόν, πάνω απ' την κακόγουστη Αθήνα, πάνω από την Πλάκα, όπου απόγονοι ενός πολιτισμού που είχε χτίσει τέτοια τελειότητα, ένας τριτοκοσμικός λαός πια, προσπαθούσαν να απομυζήσουν κάποια ζωή απ' τα ερείπια που τους άφησαν οι ευγενείς τους πρόγονοι, το μεγαλείο των οποίων έχει σβήσει από τη χώρα τους, πολύ καιρό πια”.
Από το 1970, όταν γράφτηκαν αυτές οι λέξεις για την χώρα μας έχουν περάσει λιγότερα από πενήντα χρόνια. Αν σε 3-4 δεκαετίες μπορεί μια χώρα να φτάσει από μια τριτοκοσμική κατάσταση στην ευμάρεια και την τρυφηλότητα της πρόσφατης εποχής της αστακομακαρονάδας, τότε είναι απολύτως εφικτό να κάνει και την αντίστροφη διαδρομή. Η Ελλάδα μπορεί να ξαναγίνει “τριτοκοσμική”, όχι ίδια με αυτό που ήταν τότε (γιατί ολόκληρος ο κόσμος έχει αλλάξει, και οι τριτοκοσμικές χώρες δεν είναι πια αυτό που ήταν), αλλά να φτωχύνει, να μικρύνει, να ασχημύνει, να γίνει πιο κλειστή, πιο βρώμικη και πιο μίζερη. Και, από ό,τι μας δείχνουν τα τελευταία χρόνια, η πορεία προς αυτή την κατεύθυνση μάλλον δεν θα διαρκούσε σαράντα χρόνια, αλλά πολύ λιγότερα.
Είναι, βλέπετε, κατήφορος.

25 Ιαν 2017

Επέτειος – Η πιο μεγάλη «προσφορά» του ΣΥΡΙΖΑ

Άλλος ΣΥΡΙΖΑ νίκησε στις 25 Ιανουαρίου και άλλος στις 20 Σεπτεμβρίου 2015. Και άλλον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε σήμερα. Ο κύκλος θα κλείσει με την ήττα του, για να ολοκληρωθεί η κατάρρευση των μύθων

Του Γιώργου Καρελιά, από τους protagon.gr

Η Μεταπολίτευση άρχισε το 1974, είναι το μόνο σίγουρο. Έκλεισε και πότε; Ή μήπως συνεχίζεται; Πιστεύω ότι θα κλείσει, με την έννοια της ολοκλήρωσης του κύκλου, μόλις τελειώσει η θητεία της κυβέρνησης Τσίπρα. Γιατί αυτό; Ας επιχειρήσουμε να το αιτιολογήσουμε.
Στη Μεταπολίτευση κυβέρνησαν δύο κόμματα του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Πρώτα η ΝΔ, ως μετεξέλιξη ή παραλλαγή της παλιάς Δεξιάς. Και μετά το ΠΑΣΟΚ, ως διάδοχο σχήμα του παλιού Κέντρου. Και τα δύο κόμματα ενσωμάτωσαν, κατά καιρούς, δυνάμεις από το αντίπαλο στρατόπεδο. Η ΝΔ από τους συντηρητικούς κεντρώους και το ΠΑΣΟΚ από την παραδοσιακή Αριστερά.
Στις 25 του Γενάρη νίκησε αυτός και αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ.
Στις 20 του Σεπτέμβρη νίκησε ο ΣΥΡΙΖΑ που τα είχε παραμερίσει αυτά και είχε προσυμφωνήσει τη συνέχιση-και όχι την ανατροπή- της προηγούμενης μνημονιακής πολιτικής. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος έφερε τον Αλέξη Τσίπρα προ αδιεξόδου, αφού άλλο επιδίωκε, όπως επιβεβαιώνουν πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά του (εδώ και εδώ).
Σήμερα έχουμε έναν άλλον ΣΥΡΙΖΑ, ένα σχεδόν συστημικό κόμμα, που μιμείται τα κατεστημένα κόμματα σε κάθε πτυχή άσκησης της εξουσίας, την οποία προσπαθεί να κρατήσει και να παρατείνει με νύχια και με δόντια: διορίζει, επιχειρεί να ελέγξει τα άλλα κέντρα εξουσίας (Μέσα Ενημέρωσης, δικαστική εξουσία, Εκκλησία), αλλάζει το εκλογικό σύστημα για να εμποδίσει τον αντίπαλο να κυβερνήσει και τα παρόμοια.
Με όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα δεν πρωτοτυπεί. Αντιγράφει τα άλλα δύο κόμματα(ΝΔ και ΠΑΣΟΚ), που προηγήθηκαν. Προσαρμόζεται ταχύτατα στις κλασικές (παραδοσιακές) μεθόδους διακυβέρνησης. Μάλιστα, σε ορισμένα έχει ξεπεράσει τους προηγούμενους. Η διαφορά του με αυτούς, τουλάχιστον στις σχέσεις με τους δανειστές, είναι ότι μέχρι πρότινος κατάφερνε να «πουλάει» καλύτερα τη συμφωνία και τις υποχωρήσεις, διότι την επένδυε με την «υπερηφάνεια» στη διαπραγμάτευση. Όμως, τώρα και αυτό ξέφτισε.
Αν δεν συμβεί κάτι εντελώς απρόβλεπτο, ο κύκλος του ΣΥΡΙΖΑ θα κλείσει σε ένα (το πολύ ενάμιση) χρόνο με την εκλογική του ήττα. Τότε είναι πιθανό να κλείσει και ο κύκλος της αποκαλούμενης Μεταπολίτευσης, αφού όλες οι πολιτικές δυνάμεις, από το δεξιό έως το αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος, κυβέρνησαν και μπορούμε να αποτιμήσουμε τα πεπραγμένα τους.
Ξέρω ότι οι συντριπτικά περισσότεροι αναγνώστες –και, όπως δείχνουν οι έρευνες, οι συντριπτικά περισσότεροι ψηφοφόροι– αποτιμούν ήδη αρνητικά την κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ, της πρώτης στην Ελλάδα από την παραδοσιακή Αριστερά. Όμως, θα υποστηρίξω κάτι, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο, το οποίο μένει να επιβεβαιωθεί ή όχι στον ιστορικό χρόνο. Αυτό καθεαυτό το γεγονός της αριστερής διακυβέρνησης αποτελεί την πιο μεγάλη «προσφορά» του ΣΥΡΙΖΑ. Για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι κανένα κομμάτι από το πολιτικό σύστημα –όπως αυτό ορίζεται από τις έννοιες Δεξιά, Κέντρο και Αριστερά– δεν έχει μείνει έξω από την άσκηση της διακυβέρνησης (μιλάμε για τις δυνάμεις που το επιδίωξαν, διότι υπάρχουν και άλλες που δεν το επιδιώκουν, πχ ΚΚΕ). Έτσι, ο κύκλος κλείνει.

Δεύτερον, διότι με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ περιορίζονται, αν δεν εκλείπουν οριστικά, οι ψευδαισθήσεις ότι υπάρχουν εναλλακτικοί δρόμοι άσκησης της εξουσίας ριζικά διαφορετικοί από όσους γνωρίσαμε. Και, κυρίως, εκλείπουν οι αυταπάτες ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια για σημαντική βελτίωση στη ζωή των ανθρώπων, ειδικά σήμερα που οι δεσμεύσεις τη χώρας είναι πολλές και αξεπέραστες.

Εν κατακλείδι: η απογοήτευση από την πρώτη αριστερή κυβέρνηση είναι η αρνητική όψη. Υπάρχει και η θετική: τη θέση των αυταπατών και των φαντασιώσεων, που υπήρχαν μέχρι πριν από δύο χρόνια, πήραν ο ρεαλισμός και-ελπίζουμε- η αυτογνωσία. Σε κάθε περίπτωση, τώρα πια ουδείς θα δικαιούται να λέει «δεν ήξερα». Τους ξέρουμε πλέον όλους.

21 Ιαν 2017

Τα παιδιά ενός «ανώτερου λαού»

Αποτέλεσμα εικόνας για Καρανίκας


Του Πάσχου Μανδραβέλη, από την Καθημερινή

Είπε κάτι μεταμοντέρνο στη Βουλή προχθές ο πρωθυπουργός, το οποίο πέρασε απαρατήρητο: «Αλήθεια, κ. Μητσοτάκη, γιατί κάθε φορά που ανεβαίνετε σε αυτό το βήμα αναφέρεστε στον κ. Καρανίκα; Τι έχετε μαζί του; Εμένα οι συνεργάτες μου είναι άνθρωποι του λαού. Μπορεί να μην έχουν βγάλει το Χάρβαρντ, δεν είναι όμως ούτε Παπασταύρου, ούτε Χριστοφοράκος, ούτε αυτοφωράκηδες, ούτε μου έκαναν ποτέ δώρα τέτοιου είδους. Είναι βαθιά η ταξική αντιπαλότητα που βγάζετε μέσα από τις πολιτικές σας αναφορές».

Αρτζι, μπούρτζι και λουλάς. Τι δουλειά έχει ο κ. Χριστοφοράκος –ο οποίος ούτε το Χάρβαρντ έχει βγάλει, ούτε σύμβουλος πρωθυπουργού υπήρξε– με την ανάγκη μιας χώρας να υπάρχουν εγγράμματοι σύμβουλοι γύρω από τον πρωθυπουργό; Ο κ. Καρανίκας δεν έγινε σύμβολο του πελατειασμού επειδή προσελήφθη ως γκαρσόνι στο Μαξίμου. Έγινε σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού, διάολε· αν κατανοεί κανείς το βάρος της θέσης. Και μακάρι να ήταν Παπασταύρου, ακόμη κι αν επαληθευτεί όλη η λάσπη που ο ΣΥΡΙΖΑ πετά στο πρόσωπο του πρώην συμβούλου του κ. Σαμαρά. Σε μια χώρα που βρίσκεται σε τέτοια κρίση πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις στον στρατηγικό σχεδιασμό της κυβέρνησης. Oχι απόφοιτοι των ΤΕΙ τουριστικών επαγγελμάτων. Έλεος πια με την μετα-αλήθεια του ΣΥΡΙΖΑ!

Και ναι! Ο κ. Καρανίκας είναι παιδί του λαού. Άλλα παιδιά του λαού που να έχουν σπουδάσει δυο πράγματα, να έχουν πάρει ένα πτυχίο της προκοπής (κι ας μην είναι από το Χάρβαρντ), που να καταλαβαίνουν τη διεθνή συγκυρία, να βοηθήσουν τη χώρα να βγει από την κρίση, δεν έχει ο ΣΥΡΙΖΑ; Όλα τα παιδιά του λαού που στρατεύτηκαν στο «κόμμα της ελπίδας» είναι πρώην μπάρμαν; Ή υπάρχουν τα παιδιά ενός «ανώτερου λαού», που ανεξαρτήτως προσόντων γίνονται σύμβουλοι Στρατηγικού Σχεδιασμού (το ξαναλέμε για να τονίσουμε το βάρος της θέσης) και τα παιδιά του «άλλου λαού», που έλιωσαν να διαβάζουν, πήραν καλά πτυχία (κι αυτό δεν είναι ψόγος, όπως το υπονοεί ο πρωθυπουργός), έκαναν κάτι στη ζωή τους και παραμένουν στο περιθώριο; Και δεν ζήτησε κάποιος κομματικές υπερβάσεις από τον κ. Τσίπρα. Φυσιολογικά και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ θα υπάρχουν νέοι με σπουδές και προσόντα που θα μπορούσαν επαξίως να αναλάβουν αυτή τη θέση.

Αλλά η χώρα, της οποίας ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι οι εγγράμματοι είναι ταξικοί αντίπαλοι των αγραμμάτων, είναι άξια της τύχης της...

17 Ιαν 2017

Έκκληση στους Ευρωπαίους

Στη σκέψη του Στέφαν Τσβάιχ
Της Σώτη Τριανταφύλλου, από την athensvoice.gr
Αυτές τις μέρες μεταφράζω δύο διαλέξεις του Στέφαν Τσβάιχ με τίτλο «Έκκληση στους Ευρωπαίους»: οι μεγάλοι συγγραφείς και στοχαστές είναι μεγάλοι επειδή βλέπουν ό,τι εμείς οι υπόλοιποι απλώς κοιτάμε.
Ήδη από τη δεκαετία του 1930, ο Στέφαν Τσβάιχ καλούσε τις ευρωπαϊκές χώρες να ενωθούν ώστε να αντιμετωπίσουν τον εθνικισμό –που απέκτησε πλήθος παραλλαγών (από τον βαλκανικό αλυτρωτισμό μέχρι τον πανρωσισμό)– και τον ιμπεριαλισμό, ο οποίος συνδεόταν τότε με την αποικιακή επέκταση και την αποικιοκρατική αντιζηλία. Ίσως ήταν πολύ νωρίς για να μιλάμε περί υπερεθνικού φρονήματος: ο φασισμός, ο ναζισμός και ο σταλινισμός, που αναπτύχθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν κονιορτοποίησαν μόνο το νεογέννητο ευρωπαϊκό όνειρο αλλά και κάθε άλλο όνειρο. Ύστερα, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το εμβρυϊκό ευρωπαϊκό σχέδιο έχασε το ιδεαλιστικό του περιεχόμενο· έγινε μια επιτακτική αναγκαιότητα: τα γεγονότα απεδείκνυαν ότι οι Ευρωπαίοι ήταν έτοιμοι να αλληλοσπαραχθούν και να καταστρέψουν ολόκληρο τον κόσμο. «Σκοτεινή ήπειρος» ήταν λιγότερο η Αφρική και περισσότερο η Ευρώπη. Χρειάζονταν μεγάλες αποφάσεις που μπορούσαν να ληφθούν από διορατικούς ηγέτες και φιλόδοξες ελίτ – όχι από τις μάζες.
Αυτό δεν σήμαινε ότι η ενωμένη Ευρώπη θα ήταν αποτέλεσμα «τεχνητών συνθηκών και συμφωνιών», όπως υποστήριξε αργότερα η Μάργκαρετ Θάτσερ κι όπως υποστηρίζουν σήμερα, με χαρακτηριστική στενοκεφαλιά, οι ευρωσκεπτικιστές: το ευρωπαϊκό στοίχημα θα κερδιζόταν μόνο αν οι λαοί κατανοούσαν την κοινή τους καταγωγή, τη συμμετοχή και τη συνεισφορά τους στον ίδιο πολιτισμό· δηλαδή, αν όλοι εμείς που ζούμε δυτικά των Ουραλίων –ένα συμβατικό αλλά συμβολικό σύνορο– κινούμασταν πρόθυμα στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ομοσπονδοποίησης. Σήμερα ωστόσο ο εθνικισμός της κάθε χώρας, του κάθε ευρωπαϊκού «λαού» (τα εισαγωγικά μαρτυρούν μια ακόμα σύμβαση) οξύνεται και την ευθύνη έχουν οι δεξιοί και αριστεροί λαϊκιστές που έχουν στρέψει τους Ευρωπαίους εναντίον του εαυτού τους.
Ο Στέφαν Τσβάιχ, συγκλονισμένος από τον Μεγάλο Πόλεμο, έβλεπε το μέλλον με ανάμεικτα αισθήματα· κι όταν το 1941 το μέλλον έγινε φρικτό παρόν, ο μεγάλος Ευρωπαίος αυτοκτόνησε. Το 1932, στις διαλέξεις του στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο, επικαλέστηκε τον Νίτσε που είχε κάνει λόγο «για τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» – έναν όρο πολιτικό και ταυτοχρόνως “überpolitisch”. Ο Νίτσε σχολίαζε την παθολογική άγνοια των Ευρωπαίων που αποξενώνονταν μεταξύ τους: το 1880 επεσήμαινε ένα φαινόμενο συλλογικού παραλογισμού που επιτείνεται και πάλι τα τελευταία χρόνια εφόσον τα προβλήματα της Ευρώπης αποδίδονται στην ενοποίησή της και όχι στο αντίστροφο, στην ανεπαρκή και ημιτελή της ενοποίηση. Από αυτή την ελλειμματικότητα απορρέει η ανημπόρια των ευρωπαϊκών χωρών και της ΕΕ να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση στον Νότο και τη, δυνάμει, μοιραία απειλή του Ισλάμ.
Στην ανημπόρια συντελεί η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού: κοντόφθαλμοι και μέτριοι άνθρωποι (τόσο στις κυβερνήσεις όσο και στην αντιπολίτευση) καλούνται να διαχειριστούν προκλήσεις που τους ξεπερνούν. Πού οδηγεί τελικά αυτή η παθολογία; Στον εθνικισμό, σ’ αυτή την «τρέλα» όπως τον χαρακτηρίζει ο Τσβάιχ· παραλλήλως, οδηγεί σε στάση εθελοτυφλίας και μοιρολατρίας (την οποία επέδειξαν οι Ευρωπαίοι στις παραμονές και των δύο καταστροφικών πολέμων οι οποίοι, περιέργως, τους «αιφνιδίασαν»)· την ίδια εθελοτυφλία και μοιρολατρία δείχνουν και σήμερα. Όσο για τον ταυτοτικό λαϊκισμό, υπερτονίζει, όπως συνέβαινε στον Μεσοπόλεμο, τις «διαφορές» ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς, ανασύρει αρχαία ή απαρχαιωμένα στερεότυπα και, διασπώντας την Ευρώπη, αποτυγχάνει να διαχειριστεί τα οικονομικά της προβλήματα και να αναχαιτίσει τον ισλαμικό σκοταδισμό ακόμα κι όταν τον αναγνωρίζει. Εx oriente tenebrae.
Χρειάζεται ευρωπαϊκή ενημέρωση, ευρωπαϊκή παιδεία. Και γιατί όχι, μια δόση, ευρωπαϊκής μυθολογίας που μπορεί να μας κάνει ισχυρότερους και πιο αισιόδοξους για τη μοίρα μας. Αν διατρέξουμε την ευρωπαϊκή ιστορία, θα διαπιστώσουμε εύκολα ότι, λόγου χάρη, οι Γάλλοι είναι ένα μωσαϊκό λαοτήτων που ενώθηκαν «τεχνητά», όπως άλλωστε και οι Γερμανοί και οι Ιταλοί που ήταν επί αιώνες χωρισμένοι σε κρατίδια. Τι σημαίνει «Είμαι Αυστριακός;» (όπως ήταν ο Στέφαν Τσβάιχ). Και ποια είναι η διαφορά του Αυστριακού από τον Γερμανό ή τον Ούγγρο; Η ιστορία αποδεικνύει ότι αν οι Νορμανδοί δεν είχαν καταπλεύσει στην Αλβιόνα, οι σημερινοί Άγγλοι δεν θα ήταν οι σημερινοί Άγγλοι· κι όσο για τους Σκανδιναβούς, εκτός τού ότι, όπως είναι φυσικό, μοιάζουν μεταξύ τους, μοιράζονται τις ίδιες ρίζες με ολόκληρη τη Βόρεια Ευρώπη. Αν πρέπει να προσθέσουμε την Ελλάδα σ’ αυτή την κοινή ιστορία –και νομίζω ότι είναι απολύτως απαραίτητο– υπήρξε και παραμένει η Πύλη της Δύσης. Αν oι Ροδίτες και οι Κύπριοι δεν είχαν φτάσει στη Μασσαλία το 600 π.Χ...αν...
Τα επιχειρήματα της κοινής ευρωπαϊκής πατρίδας έχουν ακουστεί τόσες φορές ώστε καταντούν απλοϊκά και τετριμμένα: ο χριστιανισμός, η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, οι λαϊκές, κοσμικές επαναστάσεις, το κράτος δικαίου· ακόμα και το ίδιο το κράτος ως επινόηση. Στην Ευρώπη ο εθνικισμός θα έπρεπε, και θα μπορούσε, να χάσει το νόημά του. Στην πορεία της ιστορίας, πολλές εθνότητες ξεχάστηκαν: είτε έσβησαν δημογραφικά, είτε αφομοιώθηκαν εθελοντικά, είτε βρέθηκαν σε περιβάλλον εθνικιστικών πλειοψηφιών που τις παραμέρισαν, που τις κατέστησαν αόρατες. Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον στην εκούσια invisibility, στο να μην κραδαίνουμε σημαίες της εθνικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής μας ταυτότητας, στο να είμαστε πρώτα Ευρωπαίοι και στη συνέχεια Γερμανοί, Τσέχοι ή Έλληνες· στο να είμαστε θρησκευόμενοι στον ιδιωτικό, όχι στον δημόσιο χώρο· στο να έχουμε ταυτότητες πολλαπλές και συμφιλιωμένες μεταξύ τους. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι πολιτισμός του ατόμου και της ιδιωτικότητας· η “privacy” είναι ευρωπαϊκή αξία, αξία της Δύσης. Όσο για την αφομοίωση και την επιμειξία θα έπρεπε να βιώνονται θετικά, όχι ως κατάπνιξη κάποιας υπερήφανης και δήθεν μοναδικής ταυτότητας.
Η Ευρώπη, όπως γράφει ο Τσβάιχ, οφείλει να αποτοξινωθεί· πρώτα από τη μέθη του εθνικισμού· ύστερα από το αίσθημα ματαίωσης που δημιούργησαν τα χονδροειδή της λάθη: η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η γραφειοκρατικοποίηση του διοικητικού συστήματος των Βρυξελλών, η αποτυχία να αναγνωρίσουμε στην μετακομμουνιστική Ρωσία μια ευρωπαϊκή χώρα, η αφελής, πρόχειρη και μυωπική πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Μολονότι η θρησκεία παραμένει το όπιο των λαών – αν και δεν τους αποκοιμίζει· αντιθέτως, σε μια έκρηξη παρενεργειών, τους καθιστά βαρβάρους – ο εθνικισμός, ιδιαίτερα αυτή η παραλλαγή του ευρωπαϊκού σεκταρισμού, μπορεί να αποβεί ακόμα πιο επικίνδυνη ουσία. 

15 Ιαν 2017

Ο κυνικός κ. Τσίπρας

Ο τρόπος με τον οποίο βαθμολογώ έναν πολιτικό στο μυαλό μου είναι να φανταστώ άμα μπορώ να πιω ένα καφέ μαζί του και να κάνουμε έναν ειλικρινή διάλογο, διασταυρώνοντας απόψεις με επιχειρήματα και το αν συμφωνούμε ή όχι, έρχεται δεύτερο.
Παραδείγματα τέτοια είναι ο Μπαράκ Ομπάμα, ο Τζάστιν Τρυντώ, ο Γκι Φερχόφστατ και ο Νικ Κλεγκ. Αυτό δεν μπορώ να το φανταστώ να γίνεται με τον Αλέξη Τσίπρα. Τον έχω στον μυαλό ως κάποιος που δεν θα με κοιτάει στα μάτια, θα νιώθει άβολα με τον συνομιλητή του, θα αποφεύγει κάθε ερώτηση που θα τον κάνει να κάνει νευρικό και θα φύγει πριν τελειώσει η κουβέντα χωρίς να με χαιρετήσει.
Η συνεχής προστασία που προσφέρει η πολιτική φούσκα, κατά την άποψη μου κάνει τους πολιτικούς χειρότερους. Γιατί ο τολμηρός πολιτικός δεν είναι αυτός που από ένα βάθρο και μπροστά σε μια κάμερα θα εξαπολύσει σκληρά λόγια προς κάθε κατεύθυνση αλλά αυτός που θα κατέβει στο επίπεδο συννενόησης αυτών που κυβερνά και χρωστά αυτά που υποσχέθηκε.
Κοντεύουμε δύο χρόνια διακυβέρνησης με το πολιτικό ιδίωμα κάποιου είδους αριστεράς μαζί με ένα μια λαϊκή δεξιά, που κάποτε τους ένωνε ο νεφελώδης προσδιορισμός του «αντιμνημονιακού τόξου» και που τώρα απλά συνήθισαν να είναι στο ίδιο καφενείο. Ο Αλέξης Τσίπρας που κατάφερε να μετατοπίσει το δικομματικό εκκρεμές – κατά 360 μοίρες για να επικαλεστούμε τα λόγια του – με ένα σωρό παραμυθένιες υποσχέσεις, απέσπασε την ψήφο ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, σίγουρα ενός μεγάλου μέρους από τους μισθοδοτούμενους του δημοσίου και μιας νεολαίας θυμωμένης μεν αλλά σε καθεστώς γενικής σύγχυσης δε. Ενθουσιαστήκαμε για λίγες μέρες με τους πολιτικούς όρκους και την – δήθεν – αποποίηση της βουλευτικής λιμουζίνας,
Μερικοί τον αποκαλούνε χαρισματικό. Εγώ παρατηρώ ακριβώς το αντίθετο. Σαραντάρης στην ηλικία αλλά μιλάει σαν μικροαστός συνταξιούχος, που όλη την ζωή του δεν ενδιαφέρθηκε να γνωρίσει και να τα κατανοήσει περισσότερο τον κόσμο γύρω του αλλά έδωσε μεγάλη έμφαση στα δικά του προνόμια και της «οικογένειας» του. Αταξίδευτός, αδιάφορος για τις επιτυχίες των άλλων και ιδιαίτερα κυνικός.
Γιατί κυνικός; Από την πλήρη περιφρόνηση που έχει για αυτούς που δεν ανήκουν στην κλειστή ομάδα προστατευόμενων από το κόμμα του που διαφαίνεται να είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ και λοιπών κρατικών οργανισμών, και οι ακριβοπληρωμένοι συνταξιούχοι που ζουν βάρος όλων μας. Η πλήρης αδιαφορία προς τους ιδιωτικούς υπάλληλους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους άνεργους, τους εμιγκρέ, τους πρόσφυγες και τους άστεγους δείχνει πόσο καπηλεύτηκε τον όρο «αριστερά» για να επιδείξει ευαισθησία όταν ουσιαστικά είναι προστάτης των ήδη προνομιούχων στην χώρα.
Η μεγαλύτερη ζημιά που έκανε ο Αλέξης Τσίπρας είναι να κατευθύνει όλο τον θυμό και την απογοήτευση των Ελλήνων προς τα έξω. Οι παθογένειες του ελληνικού κράτος, η σπατάλη, έλλειψη δημοσιονομικής ευθύνης, το υπερβολικό κόστους του δημοσίου, οι φόροι και τα τέλη χωρίς αντίκρισμα, δεν αποτελούν πρόβλημα κ. Έλληνα. Φταίει η Ευρώπη και «εμείς απλά σας προστατεύουμε από αυτήν» (αλλά θέλουμε τα ζεστά ευρωλεφτάκια τους την ίδια ώρα). Αυτό είναι το δόγμα «Τσίπρα» και φοβάμαι οτι θα πάρει μια γενιά να φύγει αυτή η κολώνια.
Και για να απαντήσουμε για άλλη μια φορά ότι ναι, δεν φταίει ο τωρινός πρωθυπουργός για την ύφεση και την πολιτική που έφερε την χώρα στα μνημόνια αλλά η πολιτική του είναι ακριβώς η πολιτική που κάνει την έξοδο από τα μνημόνια εντελώς αδύνατη. Διότι η πολιτική του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι να μειωθεί το χρέος διορθώνοντας τις παθογένειες αλλά απλά να μην πληρωθεί. Και φανταστείτε τώρα που πληρώνουμε και ακόμη να μας εμπιστευτούν οι αγορές, πόσο αυτό δεν θα γίνει όταν σταματήσουμε να εξυπηρετούμε το χρέος που δημιουργήσαμε με τις πολιτικές που ακόμη υιοθετούμε.
Για το πόσο ο Αλέξης Τσίπρας κατανοεί το πως δουλεύει μια δυτικού τύπου οικονομία δεν θα σχολιάσω γιατί δεν θέλω να σας τρομάξω περαιτέρω. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι πραγματικός άνθρωπος, αλλά ανδρείκελο του εαυτού του. Δεν είναι ούτε κακός, ούτε καλός. Είναι δημιούργημα της δικιάς μας σύγχυσης και τυφλής ελπίδας, του αγώνα που αγωνίζονται όσοι έχουν τον χρόνο που άλλοι δεν έχουν διότι πρέπει να προσπαθήσουν να βάλουν ψωμί στο τραπέζι την επόμενη μέρα. Αυτούς του άλλους, δεν τους εκπροσωπείς κυνικέ κ. Τσίπρα, και το ξέρεις.