"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

24 Ιουν 2011

Το δράμα ενός συμπλεγματικού ηγέτη!

Κατανοώ το δράμα του Αντώνη: ξεκίνησε με όλα τα φόντα, τα τζάκια και τα Χάρβαρντ. Μπήκε στην πολιτική νεότατος, έγινε υπουργός σε καίριες θέσεις, έμοιαζε να είναι η προσωποποίηση της επιτυχίας και του λαμπρού πολιτικού μέλλοντος. Κι ύστερα χτύπησε παγόβουνο: τον πέταξαν έξω, τον κακολόγησαν, τον περιφρόνησαν, τον καταδίκασαν στο περιθώριο να προσπαθεί μάταια να φέρει, ένας μόνος κούκος, την πολιτική άνοιξη.
Δεν ξέρω τι του βρήκε ο Κωστάκης και τον επανέφερε. Ποιός ξέρει ποιοί μικροπολιτικοί υπολογισμοί, ποιοί ανομολόγητοι συσχετισμοί μέσα στην εκπασοκισμένη "νόμιμη και ηθική" ΝΔ του έδωσαν την ευκαιρία να πιάσει ξανά τιμόνι στα χέρια του. Και τότε όλα άλλαξαν. Γυάλισε το μάτι του. Σαν το παλιό αμίμητο "Mortimer, we're back!", ο Αντώνης πήρε τα πάνω του. Μόλις το χέρι του γλίστρησε απαλά στο ταλαιπωρημένο δυάκι της βαρκούλας της ΝΔ, έγινε το θαύμα: οι αδένες του εξερράγησαν, οι ορμόνες πλημμύρισαν το είναι του. Το μυαλό του, μουλιασμένο στα φυσικά παραισθησιογόνα, καβάλλησε ένα φτερωτό καλάμι που θαυματουργικά εμφανίστηκε απ' το πουθενά, κι άρχισε να καλπάζει στα καταπράσινα λιβάδια της εξουσίας. Από τον καλπασμό του έφυγαν τα γυαλιά της μυωπίας, αλλά αυτός πάλι τα έβλεπε όλα πεντακάθαρα. Αυτό θα μπορούσε να τον υποψιάσει κάπως, αλλά όταν μιλούν οι ορμόνες η λογική έχει πάρει άδεια άνευ αποδοχών. Τα όνειρα του Αντώνη έχουν μια άλλη απόχρωση του μπλε: δεν είναι το αυστηρό, πρωσικό μπλε της παραδοσιακής δεξιάς, ούτε έχει πυρσούς και τέτοια. Τα όνειρα του Αντώνη είναι ντυμένα ένα μυστηριώδες γαλάζιο κι ο πυρσός έχει εξαϋλωθεί σε μια ανωφερή χειρονομία που κάτι θυμίζει, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος τι.
Ο Αντώνης είχε πια ένα τιμόνι στο χέρι, έστω και μικρό. Είχε όνειρα πολλά και μπλε, αλλά το λιμάνι ήταν μικρό: όλο το μέρος το 'πιανε η ξεχαρβαλωμένη γαλέρα με τον ξέθωρο πράσινο ήλιο στο ξάρτι. Είχε εδώ κι εκεί και κάτι άλλα εμβλήματα που φέρνανε σε ήλιο, άλλα πιο καινούρια, άλλα παλιά. Μυστήριο πράμα αυτή η γαλέρα. Ο καπετάνιος ήταν ένας χαμογελαστός αδύνατος ψηλός με καράφλα, που έκανε κάθε τόσο γυμναστική και ηλιοθεραπεία με άσπρα ακουστικά iPod στ' αυτιά. Στα επάνω καταστρώματα, γύρω από την καμπίνα του καπετάνιου, σύχναζαν κάτι τύποι όμορφοι και φρέσκοι και κάτι κουλτουρογκόμενες. Κάθε τόσο μαζεύονταν κι έκαναν συσκέψεις στα αμερικάνικα. Τα λάπτοπ και τα "ουάου" έδιναν κι έπαιρναν ― καμία σχέση με τα κάτω καταστρώματα. Εκεί είχε κάτι μουστακαλήδες με κοιλίτσα που βλέπανε ματς, τρώγανε εναλλάξ αστακομακαρονάδες και μπατιρόσπορα, ακούγανε πότε κολοκοτρωνέικα και πότε κάρμινα μπουράνα, και τα έξυναν ανηλεώς κάτω από μια αφίσα ενός γέρου που έμοιαζε του καπετάνιου, και τη φωτογραφία της οικογένειας με το τζιπ. Αντίθετα με τις φλωράντζες επάνω που ήταν συνεχώς στην πρίζα, αυτούς εδώ δουλειά δεν τους είδε κανείς ποτέ να κάνουν. Ακόμη πιο κάτω, η γαλέρα ήταν παραδομένη στα ποντίκια. Παλιότερα, πριν έρθει ο νέος καπετάνιος, ήταν όλοι τροφαντοί κι ευτυχισμένοι ― και τα ποντίκια επίσης. Τώρα τελευταία κάτι πρέπει να έγινε κι άλλαξαν τα πράγματα. Οι μουστακαλήδες σα να αδυνάτισαν λίγο και τα ποντίκια σα να λιγόστεψαν. Κάθε μέρα τα βλέπει κανείς μισοπνιγμένα να κάνουν ύστατες προσπάθειες να ξανανέβουν στη γαλέρα.
Αυτά συνέβαιναν στη γαλέρα που στοίχειωνε τις σκέψεις του Τρελαντώνη. Ονειρευόταν πότε θα έδινε ο θεός να την πλευρίσει με τη βαρκούλα του, να πετάξει στη θάλασσα τους μισητούς ενοίκους και τον καπετάνιο, να την καθαρίσει, να τη βάψει στη δική του απόχρωση του γαλανού, και να σηκώσει αχνογάλαζα πανιά για τα πελάγη της εξουσίας. Επί του παρόντος, το δυάκι της βαρκούλας είναι καλύτερο απ' το τίποτα, αλλά ο Αντώνης δε σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται ένα πραγματικό τιμόνι. Και δε χρειαζόταν καν να το ονειρεύεται ― ήταν εκεί και τον περίμενε. Το μόνο εμπόδιο ήταν όλα αυτά τα παράταιρα πλάσματα που χρόνια τώρα ζούσαν εκεί μέσα κι είχαν γίνει θαρρείς ένα με τα μαδέρια, τα πανιά και τα σκοινιά.
Κι ενώ στα όνειρα του Αντώνη υπήρχε μια κάποια τάξις, κανείς δεν πρόσεξε τον τυφώνα που πλησίαζε ακάθεκτος. Γιαυτό ήταν ανήσυχοι στη γαλέρα. Γιαυτό τελευταία είχαν κρεμάσει μούτρα κι είχαν κόψει τις ηλιοθεραπείες. Γιαυτό αδυνάτιζαν οι μουστακαλήδες. Γιαυτό πνίγονταν τα ποντίκια. Ο Αντώνης, προσηλωμένος στο μονόδρομο των συμπλεγμάτων του, κατελήφθη εξ απήνης.
Όταν κόπασε η θύελλα, δεν υπήρχε ούτε γαλέρα, ούτε Αντώνης, ούτε τίποτα. Ήταν μια καινούρια μέρα.
Ναι μεν "όταν κοιτάς από ψηλά μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι", αλλά οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Στο περιορισμένο οπτικό πεδίο των μικρών ανθρώπων, χωράει μόνο ο εαυτός τους και οι επιδιώξεις τους. Οι ηγετίσκοι που έχουμε την απίστευτη γκαντεμιά να μας κυβερνούν, δεν νοιάζονται απλώς για την πάρτη τους ― αυτό δεν θα πείραζε και τόσο αν το έκαναν σωστά. Το δραματικό είναι το πώς αντιλαμβάνονται την πάρτη τους: όχι ως -μερική έστω- κατάφαση του συλλογικού, αλλά ως απόλυτη άρνησή του.
Ο Ξέρξης είχε βάλει να μαστιγώνουν τη θάλασσα επειδή δεν του 'κανε τα χατήρια. Ο Αντώνης Σαμαράς κατέληξε να μαστιγώνει την Ελλάδα επειδή τυχαίνει να μην είναι αυτός ο πρωθυπουργός της. Η αντίληψη της μεγάλης εικόνας υπήρξε ανέκαθεν προνόμιο ελαχίστων, αλλά ποτέ ολιγίστων.
του Χρίστου Πιστοφίδη, αναδημοσίευση από το Blog, Έναρθρη Κραυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου