"Όσο αυξάνεται η γνώση μειώνεται το εγώ, ενώ όσο μειώνεται η γνώση αυξάνεται το εγώ!"

21 Φεβ 2016

Πάνω σε δυο βάρκες βουλιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ

Του Στάμου Ζούλα, από την Καθημερινή.
Δ​​ιερωτώμαι, ειλικρινά αν στον ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία, με τη διακυβέρνησή τους, ή –απλούστερα- τι τους συμβαίνει. Βιώνουμε μια καταιγίδα αριστερών μέτρων και συμπεριφορών στο εσωτερικό. Όπως η σοβιετοποίηση της Παιδείας, η αδίστακτη κομματικοποίηση του κράτους, ο απηνής διωγμός της αριστείας και η δικαίωση της μετριότητας στο Δημόσιο, το εγχείρημα χειραγώγησης της πληροφόρησης, κ.λπ. Ενώ, ταυτόχρονα, στα μεγάλα προβλήματα της χώρας, οι κυβερνώντες σύρονται, κυριολεκτικά, σε «αντιαριστερές» λύσεις. Οχι μόνον δείχνουν ανίκανοι να αφουγκραστούν την εκλογική τους βάση, αλλά αδυνατούν να ερμηνεύσουν και τα σαφέστατα μηνύματα του συνόλου των ψηφοφόρων. Ακόμα και όταν οι δημοσκοπήσεις, όπως η τελευταία της MRB, καταγράφουν την απαρχή μιας εντυπωσιακής ανατροπής του πολιτικού σκηνικού. Μέσα σε πέντε μήνες από τις εκλογές, η Ν.Δ. παίρνει το προβάδισμα, κατά 3,7 μονάδες, προηγείται με 41% έναντι 28% του ΣΥΡΙΖΑ, στην παράσταση νίκης, και κάτι σπάνιο για εν ενεργεία πρόεδρο της κυβέρνησης, ο κ. Τσίπρας χάνει με 3 μονάδες από τον κ. Μητσοτάκη στο ερώτημα για τον «καταλληλότερο πρωθυπουργό».
Γενικά, όλα τα στοιχεία της έρευνας αυτής πιστοποιούν την απογοήτευση της πλειονότητος των ψηφοφόρων των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στο πεντάμηνο της διακυβέρνησής τους, αποκαλύπτοντας και ένα, επίσης, σημαντικό στοιχείο. Ότι οι εκλογές του Σεπτεμβρίου δεν «ανανέωσαν την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας», όπως διατείνονται οι εκάστοτε επανεκλεγμένοι, αλλά απλώς έδωσαν μια ελάχιστη χρονική παράταση της λαϊκής ανοχής, η οποία είχε, ήδη, δεινά δοκιμασθεί κατά την πρώτη θητεία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Σύμφωνα με όλα τα δημοσκοπικά ευρήματα, η παράταση αυτή έχει λήξει. Αυτό, όμως, είναι η μία πλευρά, που υποδηλώνει την απώλεια της πραγματικότητος εκ μέρους των κυβερνώντων. Η δεύτερη παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και εντοπίζεται στον κ. Τσίπρα και τους λοιπούς συριζαίους. Εξακολουθούν να πιστεύουν πως το «πρώτη φορά αριστερά» συσπειρώνει και συνεγείρει το σύνολον των ψηφοφόρων, που τους έδωσαν τις δύο εκλογικές τους νίκες, συν το τραγελαφικό «όχι» του δημοψηφίσματος. Αυτή η εκδοχή της εμμονής τους στην εντονότερη αριστεροποίηση της πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης μπορεί να είναι αφελής, συγχρόνως, όμως, είναι και η επιεικέστερη. Διότι η δεύτερη πιθανότατα αποκαλύπτει μια επικίνδυνη αγκύλωση σε δογματισμούς και ιδεοληψίες, ως προς την ερμηνεία και –προπαντός– την εφαρμογή του «πρώτη φορά αριστερά».
Με άλλους λόγους, οι εγκέφαλοι του ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν να λησμονούν από πού ξεκίνησε το κόμμα τους και –κυρίως– να εθελοτυφλούν για το πού μπορεί να πάει. Αν οι νεοψηφοφόροι τους διακατέχονταν από πίστη και αφοσίωση στο «πρώτη φορά αριστερά», όπως καμηλοπαρδαλίζοντας «βλέπουν» οι ίδιοι, τότε οι διαρρέοντες, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της MRB, ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ θα στρέφονταν προς τη ΛΑΕ του κ. Λαφαζάνη, που είναι καθηλωμένη στο 2%, στο ΚΚΕ, που παραμένει σταθερό, ή και στη Χρυσή Αυγή. Με δεδομένο ότι υπήρχε και υπάρχει μια δυσεξήγητη ελευθεροκοινωνία ψηφοφόρων μεταξύ ακροδεξιάς και ΣΥΡΙΖΑ. Πώς εξηγούν, λοιπόν, οι εγκέφαλοι του ΣΥΡΙΖΑ το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό (7,8%) των διαρρεόντων ψηφοφόρων «τους» στρέφεται προς τη Ν.Δ. και δευτερευόντως προς το ΠΑΣΟΚ και την Ενωση Κεντρώων; (Φίλες και φίλοι, είναι μάλλον άσκοπη η ερώτηση. Γιατί, αν μπορούσαν να απαντήσουν, δεν θα χρειαζόταν να σας κουράσω με τούτο το κείμενο...)

20 Φεβ 2016

Δημιουργώντας μια κοινή Ευρωπαϊκή Ταυτότητα

Του Βασίλη Μπενόπουλου*,  από Liberal

Σε μια εποχή ταχύρυθμων εξελίξεων, όπου η Ενωμένη Ευρώπη και το όραμα της αρμονικής συνύπαρξης και συνεργασίας των λαών της Γηραιάς Ηπείρου δοκιμάζονται, είναι σημαντικό να συζητήσουμε για την εκπαίδευση και τον ρόλο της στη διαμόρφωση Ευρωπαίων πολιτών. Γνωρίζουμε όλοι ότι μόνο μέσα από την εκπαίδευση μπορούν οι νέοι των χωρών της Ευρώπης να έρθουν κοντά και να διαμορφώσουν μια κοινή ταυτότητα. Ουσιαστικά, η μόνη ελπίδα επιβίωσης και συνέχισης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος βρίσκεται στην εκπαίδευση και την ωρίμανση των πολιτών.
Μέσα στο περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που κλονίζεται από διαφωνίες και απειλές για απόσχιση από κράτη μέλη, πρέπει να βρεθεί τρόπος ανάδειξης της διπλής ταυτότητας των πολιτών, και ειδικά των νέων. Είμαστε, δηλαδή, Έλληνες, αλλά είμαστε και Ευρωπαίοι πολίτες.
Κάθε κρίση μπορεί να ανατρέψει τα πιστεύω των νέων ανθρώπων, και σίγουρα η οικονομική κρίση και τα διάφορα προβλήματα τα τελευταία χρόνια έχουν οδηγήσει πολλούς σε μια στάση πλήρους αμφισβήτησης και απαξίωσης αυτών των «γραφείων γραφειοκρατών στις Βρυξέλλες», που όλοι μας ονομάζουμε Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η αλήθεια είναι ότι η Ε.Ε. δεν είναι ένα απόμακρο κλαμπ, ούτε μια άυλη ιδέα, αλλά μια πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι. Η Ε.Ε. είμαστε εμείς, όλοι οι πολίτες της Ευρώπης και όλες οι κυβερνήσεις που μας εκπροσωπούν. Για να καταστεί όμως σαφές και ξεκάθαρο ότι η Ε.Ε. είναι μια φιλελεύθερη δημοκρατική συμμαχία με παρελθόν, παρόν, και μέλλον, πρέπει οι μαθητές της να διδαχθούν και να ενημερωθούν, ξεκινώντας από τα σχολεία. Η εκπαίδευση, άλλωστε, αποτελεί το πιο καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της κοινωνίας. Είναι η πηγή για κάθε ανακάλυψη και καινοτομία, είναι το μέσο για ευημερία και πρόοδο. Ό,τι είμαστε το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην εκπαίδευση που μας διαμορφώνει και μας καθορίζει.
Ένας βασικός στόχος που πρέπει να τεθεί ευρωπαϊκά για την εκπαίδευση είναι η ενδελεχής διδαχή ευρωπαϊκής ιστορίας και πολιτισμού σε διάφορες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με έμφαση στα κοινά χαρακτηριστικά και τις κοινές πορείες που έχουν χαράξει οι διαφορετικοί και ιδιαίτερα ξεχωριστοί λαοί της Ευρώπης. Να διδαχθούν, δηλαδή, οι νέοι για τη μακρά και συναρπαστική ιστορία αυτής της ηπείρου, που, μέσα από θριάμβους και πολέμους, μέσα από νίκες και καταστροφές, κατάφερε να γίνει ενιαία και να προχωρήσει μπροστά. Η αντικειμενική αλλά ουσιαστική και ολοκληρωμένη μελέτη της ιστορίας μας θα είναι ένα πρώτο βήμα για τη σταδιακή διαμόρφωση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας, χωρίς φυσικά να χάνονται και τα χαρακτηριστικά κάθε πολιτισμού.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός νέου κοινού μαθήματος, που θα διδάσκεται σε όλα τα σχολεία της Ε.Ε., και θα έχει στόχο να παρουσιάσει, να εξηγήσει και να αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. λειτουργεί, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και τους διάφορους άλλους θεσμούς και οργανισμούς. Μόνο έτσι θα τελειώσουν τα στερεότυπα και οι αμφιβολίες για τον τρόπο που λειτουργεί θεσμικά η Ε.Ε., και θα καταστεί σαφές ότι η Ευρώπη είναι οι πολίτες της. Αυξημένη εμπιστοσύνη προς την ιδέα της Ε.Ε. μπορεί να έχει μόνο θετικά αποτελέσματα.
Πέρα από τα μαθήματα, υπάρχουν και πολλές δράσεις σχολείων και άλλων φορέων για τη συναδέλφωση των λαών και πολιτών της Ευρώπης, που θα πρέπει να ενθαρρυνθούν περαιτέρω. Ο πυρήνας της αλλαγής βρίσκεται στα σχολεία, όπου οι νέοι διαμορφώνουν τις προσωπικότητές τους. Άρα, λοιπόν, πρέπει να αναζητηθούν κοινές τομές και σημεία, πιθανά πεδία συνεργασίας μεταξύ διαφόρων σχολείων μέσα στην Ε.Ε. για την οργάνωση ταξιδιών, δράσεων, παρουσιάσεων ή κοινών δημιουργιών. Ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η τέχνη μπορούν να ενώσουν τους μαθητές που μέσα από αυτά τα προγράμματα θα δεθούν μεταξύ τους και θα γνωρίσουν έμπρακτα τις αξίες της συνεργασίας μεταξύ των λαών. Προγράμματα όπως το eTwinning, το Spring Day in Europe και το Comenius είναι καινοτόμα και εξαιρετικά σημαντικά, αλλά είναι γεγονός ότι χρειάζεται μια εκ νέου συνολική μεγάλη εκστρατεία. Αυτές οι συζητήσεις μπορούν και πρέπει να γίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά είναι απαραίτητο να αφεθούν οι φορείς και τα σχολεία ελεύθερα να πάρουν πρωτοβουλίες για τέτοιες δράσεις, που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες και δυνατότητες του κάθε σχολείου ξεχωριστά. Με στόχο τη διαμόρφωση κοινής ταυτότητας, τέτοιες πρωτοβουλίες θα κάνουν τη διαφορά.
Πράγματι υπάρχουν διάφορα προβλήματα στον οικονομικό τομέα και ειδικότερα στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της Ε.Ε., αλλά η ουσία μακροπρόθεσμα βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο θα συνυπάρξουμε ως λαοί καθώς προχωρούμε προς την ομοσπονδιοποίηση.
Πρέπει, επομένως, να τονιστεί ότι μόνο μέσα από τον χώρο της εκπαίδευσης θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε να προχωρήσουμε ενωμένοι ως Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχει πεδίο συνεργασίας και τεράστιες ευκαιρίες που πρέπει να αδράξουμε. Είναι πραγματικά στο χέρι μας να χτίσουμε μια ακόμα πιο ενωμένη Ευρώπη∙ το οφείλουμε ως κοινωνία στις γενιές που έρχονται.
* Ο Βασίλης Μπενόπουλος είναι μαθητής Γ' Λυκείου στο PIERCE - Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος.

16 Φεβ 2016

Έρχεται η ώρα που κανένα μνημόνιο δεν θα μας σώζει

Αν η ελληνική κοινωνία δεν αποφασίσει να απελευθερωθεί κυριολεκτικά από τον πελατειακό κρατισμό και τη διαφθορά του, θα καταποντιστεί πλέον σε χρόνο-ρεκόρ. Η χώρα κυβερνάται από μια δράκα γερασμένων πνευματικά και ιδεολογικά ανθρώπων.
Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου, από το euro2day
Όχι, δεν είναι όλα μαύρα στη χώρα. Την καταστροφολογία και τη μαυρίλα τη διαχέουν στον κοινωνικό ιστό οι φαιοκόκκινες δυνάμεις του ζόφου, οι οποίες μόνον έτσι μπορούν και επιβιώνουν.
Στο πολιτικό μάρκετινγκ, οι πωλητές οραμάτων, σωτηρίας, ευτυχίας και πλούτου έχουν πάντα το πάνω χέρι -γιατί, μοιράζοντας ελπίδες, απαλλάσσουν τον λαό από τη σκέψη.
Η σκέψη και ο τρόπος που αυτή μπορεί να ασκηθεί είναι πολύ κακό πράγμα, διότι αποτελεί προϋπόθεση αυτονομίας και η τελευταία είναι αντίθετη με την έννοια του κοπαδιού. Συμβαίνει, όμως, οι φαιοκόκκινες δυνάμεις να θέλουν κοπάδια, τα οποία βαφτίζουν «λαό» και στο όνομά του μπορούν να διαπράττουν απάτες, εγκλήματα και άλλα ανομήματα.
Στην άλλη όχθη, οι φιλελεύθερες δυνάμεις θέλουν ελεύθερους, υπεύθυνους και σκεπτόμενους πολίτες, ικανούς να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τις τύχες τους στα χέρια τους, στο πλαίσιο, όμως, μίας κοινωνίας όπου ισχύουν και εφαρμόζονται κανόνες δικαίου. Υπό αυτή την έννοια, ο φιλελευθερισμός δεν είναι μία απλή πολιτική έννοια. Είναι επίσης μία φιλοσοφική προσέγγιση, που απελευθερώνει το άτομο μέσω της προσωπικής ευθύνης.
Από την πλευρά του, ο πολιτισμός εδράζεται στη γνώση. Υπάρχουν όμως δύο μορφές γνώσης. Ηεπιστημονική, αφενός, η οποία επιτρέπει να κατανοούμε πώς κινείται ο κόσμος και με ποιον τρόπο οικοδομούνται θεσμοί και καταστάσεις και, αφετέρου, η ελεύθερη, που προωθεί την κριτική σκέψη και την ατομική δημιουργία.
Γίνεται ταυτοχρόνως αυτονόητο ότι η επιστήμη και η ανάπτυξή της προϋποθέτουν την ανθρώπινη ελευθερία. Χωρίς την τελευταία, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Νεύτων, ο Δαρβίνος, δεν θα είχαν ποτέ υπάρξει και οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι δεν θα είχαν ποτέ θεμελιώσει τον ορθό λόγο βάζοντας τον μύθο στο περιθώριο. Περιττόν ίσως να προσθέσουμε ότι, χωρίς την ελευθερία του λόγου και του σκέπτεσθαι, το Facebook, για παράδειγμα, θα ήταν επίσης ανύπαρκτο. Υποθέτουμε δε ότι στις ολοκληρωτικές κοινωνίες της λογοκρισίας και της ιδεολογικής απάτης, θα ήταν αδιανόητη η δημιουργία και ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και των «κοινωνικών μέσων» (social media).
Σίγουρα ο αναγνώστης μας θα αναρωτιέται τι σχέση έχουν όλες αυτές οι θεωρητικές θέσεις και απόψεις με την Ελλάδα, που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλων των κορυφαίων φιλελεύθερων θεσμών του δυτικού κόσμου. Η συμμετοχή της χώρας μας στους δυτικούς θεσμούς είναι παραπλανητική καισυμφεροντολογική. Μεγάλο μέρος του λαού και των πολιτικών που τον εκπροσωπούν είναι ξεκάθαρα αντιδυτικού προσανατολισμού και βαθύτατα αντιφιλελεύθερο. Απλώς, η Δύση είναι καλή για να δανείζει και να επιδοτεί την Ελλάδα. Ενίοτε δε και για να την προστατεύει από υπαρκτούς και ανύπαρκτους εχθρούς. Κατά τα άλλα, για μέρος του εγχώριου αντιφιλελεύθερου πολιτικού χώρου η Δύση είναι καλή για ύβρεις και ξόρκια -που είναι τα σίγουρα μέσα προσέλκυσης ψηφοφόρων.
Σήμερα, αυτή η αντιδυτική και αντιφιλελεύθερη Ελλάδα είναι καταδικασμένη στην αφάνεια και την παρακμή. Ακόμα χειρότερα, είναι και ανίκανη να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια προσαρμογής στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο της ψηφιακής εποχής και των μεγάλων μετασχηματισμών. Ιδεολογικά, η ελληνική κοινωνία έχει καταρρεύσει υπό το βάρος του πτωχευμένου κρατισμού και της διαφθοράς του.
Αυτός είναι και ο λόγος που η χώρα έχει σήμερα την κυβέρνηση που της αξίζει. Κυβερνάται έτσι από μία δράκα γερασμένων πνευματικά και ιδεολογικά ανθρώπων, που νομίζουν ότι μπορούν να διατηρήσουν εν ζωή ένα σύστημα αρπαγής και ανοησίας το οποίο κρατιόταν ζωντανό ελέω εξωτερικών επιδοτήσεων και δανείων.
Τα 35 τελευταία χρόνια το σύστημα αυτό απορρόφησε πάνω από 1.000 δισεκατομμύρια ευρώ επιδοτήσεις και δάνεια και το μόνο που κατάφερε ήταν να... πτωχεύσει! Πρόκειται για μοναδική περίπτωση ανικανότητας και φαυλοκρατίας, αλλά και της άρνησης μιας κοινωνίας και ενός πολιτικού συστήματος να συγκλίνουν προς την πραγματικότητα. Όταν το 1981 η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα αντιπροσώπευε το 50% του μέσου εισοδήματός της. Το ίδιο ποσοστό αντιπροσωπεύει και σήμερα.
Αντιθέτως, η Ιρλανδία, όταν εντάχθηκε στην ΕΟΚ αντιπροσώπευε το 48% του ΑΕΠ της, αλλά σήμερα ξεπερνά το 106%. Την ίδια περίοδο, η μικρή αυτή χώρα από κτηνοτροφική έγινε τεχνολογική και σήμερα είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υψηλής τεχνολογίας στην Ευρώπη.
Σε παρόμοιο δρόμο βρίσκονται και οι τρεις μικρές χώρες της Βαλτικής, ενώ η Φινλανδία, για να ξεπεράσει την κρίση που γνώρισε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως, μετατράπηκε σε κοινωνία γνώσης και υψηλής παιδείας. Σήμερα διαθέτει το καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα στον κόσμο, παράλληλα δε είναι και μεγάλος εξαγωγέας προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Μία άλλη σοβαρή διάσταση στις κοινωνίες αυτές είναι η καλλιέργεια της έννοιας του επιχειρείν ως μέσου αυτοολοκλήρωσης, δημιουργίας και παραγωγής εισοδήματος. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε σε σχολείο του Ελσίνκι πώς, από την πρώτη τάξη του δημοτικού, τα παιδιά διδάσκονται να δημιουργούν επιχειρήσεις μέσω της ομαδικής προσπάθειας και μαθαίνουν να επιλύουν προβλήματα χωρίς να περιμένουν κάποιους κρατικούς παντογνώστες να τους τα λύσουν. Μας έκανε εντύπωση επίσης πώς τα παιδιά μαθαίνουν τι είναι οι κοινωνίες της ελευθερίας και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των άλλων.
«Ο 21ος αιώνας», μας είπε μία συμπαθέστατη Φινλανδή δασκάλα, «θα είναι αυτός της αυτοεπιχειρηματικότητας. Τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν από πολύ μικρά να αναλαμβάνουν ευθύνες και να έχουν την αίσθηση της αυτοδημιουργίας μέσα από συλλογικές προσπάθειες».
Όλα αυτά, στην καθ' ημάς πραγματικότητα είναι «άγνωστη γη». Γι' αυτό και ο κοινωνικός ιστός καταρρέει, με τους δυναμικότερους νέους ανθρώπους να φεύγουν ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους.
Αν αυτό το βαρύ κλίμα της παρακμής και της μιζέριας δεν ανατραπεί, θα έλθει εποχή που κανένα μνημόνιο και καμία δανειακή ένεση δεν θα μπορούν να σώσουν τη χώρα μας.
Μοναδική ελπίδα σωτηρίας είναι η ανάδυση μιας «επιχειρούσας κοινωνίας», που θα μπορέσει να ανοίξει και άλλους ορίζοντες σε μία εποχή που απαιτεί τόλμη, ταλέντο, δημιουργικότητα και ελεύθερη σκέψη.

14 Φεβ 2016

Η εκκωφαντική σιωπή του Συριζαίου ψηφοφόρου

Του Νίκου Μαραντζίδη, από την Καθημερινή.

Α​​πό τη στιγμή της υπογραφής του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι που μας πέρασε, δεν είναι μόνο η κυβέρνηση που βρίσκεται υπό πίεση, αλλά και, ψυχολογικά τουλάχιστον, οι ψηφοφόροι της. Στις παρέες, οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ γίνονται αντικείμενο πειραγμάτων από αυτούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης και ιδιαιτέρως αυτούς του «Ναι» του δημοψηφίσματος, που αισθάνονται πως παίρνουν μια γλυκόπικρη εκδίκηση. Οι ψηφοφόροι της «πρώτης φοράς Αριστερά» αντιμετωπίζονται από πολλούς συμπολίτες τους είτε ως εξαπατημένοι ρομαντικοί είτε ως επικίνδυνα αφελείς. Είναι φανερό πως οι καιροί που στις κοινωνικές συναθροίσεις οι του ΣΥΡΙΖΑ κουβαλούσαν μια αύρα ελπίδας και ενθουσιασμού έχουν παρέλθει.

Στις έρευνες κοινής γνώμης, τους τελευταίους μήνες οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να διακρίνονται σε τρεις άνισες ποσοτικά κατηγορίες: Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που συνεχίζουν, έστω και χωρίς τον προγενέστερο ενθουσιασμό, να στηρίζουν την κυβέρνηση και να ελπίζουν. Χονδρικά δείχνουν να είναι περίπου το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του Σεπτεμβρίου. Δηλώνουν ικανοποιημένοι από τα κυβερνητικά πεπραγμένα ή εκφράζουν τη θέση πως είναι ακόμη νωρίς για να κρίνουν. Ελπίζουν πως θα καλυτερέψουν τα πράγματα μετά μια δύσκολη περίοδο και κρίνουν πως η κυβέρνηση είναι η καλύτερη δυνατή υπό τις υπάρχουσες συνθήκες. Εδώ μέσα βρίσκει κανείς ποικίλα κίνητρα, ιδεολογικά, πολιτικά, ταξικά ή ακόμη και προσωπικές προσδοκίες.

Η δεύτερη ομάδα συγκεντρώνει αυτούς που αισθάνονται εντελώς απογοητευμένοι και θυμωμένοι. Αυτοί βροντοφωνάζουν σε όλους τους τόνους πως εξαπατήθηκαν και θέλουν να εκδικηθούν. Πρόκειται για ανθρώπους που βρέθηκαν στις κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ ελπίζοντας στην κατάργηση των μνημονίων ή, έστω, προσδοκώντας μια καλύτερη διαπραγμάτευση και λιγότερο επώδυνα μέτρα και τώρα αισθάνονται εξαπατημένοι. Προέρχονται κυρίως από κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί από την κρίση και τα προτεινόμενα μέτρα της κυβέρνησης τους θίγουν ιδιαίτερα (π.χ. αγρότες). Από ιδεολογικής πλευράς, οι άνθρωποι αυτοί κινητοποιήθηκαν κυρίως από εθνολακϊστικές ρητορικές και όχι από αριστερά σχέδια και συνέδεσαν εγωιστικές επιδιώξεις (π.χ. να μην πληρώνουν ΕΝΦΙΑ ή διόδια) με ανιδιοτελείς (υποτίθεται) απόψεις για την υπερηφάνεια του έθνους μας.

Τέλος, η τρίτη κατηγορία, και μάλλον η πολυπληθέστερη, είναι οι σιωπηλοί. Αυτοί δηλαδή που δημοσίως αποφεύγουν κάθε τοποθέτηση, αλλά ιδιωτικώς δηλώνουν προβληματισμένοι και αμήχανοι για τις εξελίξεις.

Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook, ο χαρακτηριστικός ιδεότυπος αυτού του ατόμου είναι εκείνος που ενώ τα τελευταία χρόνια και μέχρι το δημοψήφισμα ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και δραστήριος, τους τελευταίους μήνες ανεβάζει μόνο τραγούδια και φωτογραφίες αποφεύγοντας τον σχολιασμό των σημερινών πολιτικών τεκταινόμενων. Στις έρευνες κοινής γνώμης, πολλοί από αυτούς δηλώνουν πως δεν έχουν διάθεση να ψηφίσουν ή δεν ξέρουν τι θα ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν. Αλλοι, πάλι, δεν θέλουν καν να συμμετάσχουν σε τέτοιες έρευνες ή λένε ψέματα για την προηγούμενη ψήφο τους. Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτό το είδος ψηφοφόρου: ο ντροπαλός Συριζαίος!

Από πλευράς μεγέθους η ομάδα αυτή είναι σημαντική και η επανασυσπείρωσή της αποτελεί βασικό στόχο της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης. Το ευτύχημα για την κυβέρνηση είναι πως οι άνθρωποι αυτοί δεν δείχνουν προς το παρόν να έχουν αποφασίσει να την εγκαταλείψουν. Ομως η πολιτική επίπτωση της σιωπής, σε συνδυασμό με τις φωνές των θυμωμένων και εξεγερμένων κοινωνικών ομάδων από την άλλη πλευρά, ενισχύει το κλίμα απογοήτευσης και δυσαρέσκειας, γεγονός που εξ αντικειμένου υπονομεύει την κυβέρνηση. Πρόκειται για μια κατάσταση που λίγα χρόνια πριν είχαν γνωρίσει το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. και τώρα αγγίζει τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κατάσταση αυτή είναι δυναμική και αυξανόμενη. Όπως έχει αποτυπώσει στη θεωρία της για το «σπιράλ της σιωπής», η Γερμανίδα πολιτικός επιστήμονας Elisabeth Noelle-Neumann, στα άτομα δεν αρέσει να απομονώνονται και να περιθωριοποιούνται από το κοινωνικό τους περιβάλλον εξαιτίας των πεποιθήσεών τους. Εξαιτίας, λοιπόν, αυτής της αποστροφής τους, οι άνθρωποι επιλέγουν να σωπαίνουν όταν διαισθάνονται πως εκφράζουν πολύ μειοψηφικές απόψεις που είναι αντιπαθείς στην πλειονότητα. Το αποτέλεσμα είναι πως έτσι ανατροφοδοτείται δυναμική η πλέον θορυβώδης άποψη και διαμορφώνεται μια δυναμική που επηρεάζει ολοένα και περισσότερους.

Με απλά λόγια, η δυναμική του παλιού αντιμνημονιακού στρατοπέδου στηριζόταν στη βροντόφωνη αντίδραση των πολιτών στα δυσάρεστα μέτρα και στην πεποίθησή τους πως υπάρχει εναλλακτική οδός. Η φωνή τους είχε αντανάκλαση στα παραδοσιακά ΜΜΕ και στο Διαδίκτυο και στη συνέχεια, μέσω αυτών, επέστρεφε δυνατότερη στην κοινωνία. Ήταν αυτές «οι φωνές», που κατάφεραν να διαμορφώσουν μια πλειοψηφική πολιτική κουλτούρα που εκφράστηκε ήδη από τις εκλογές του Μαΐου του 2012. Οι φωνές αυτές χαμηλώνουν και σωπαίνουν σταδιακά και αντικαθίστανται από άλλες. Προς το παρόν, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει βρει ένα νέο αφήγημα για να ενεργοποιήσει τις φωνές στήριξής της εκ νέου. Αν δεν το κάνει σύντομα, θα έρθει η ώρα που οι δημοσκοπήσεις θα αποτυπώσουν τη σιωπή των οπαδών της με εκκωφαντικό τρόπο.

11 Φεβ 2016

Το Νόμπελ του παραμυθιού

"Τα τρία γουρουνάκια" σε εκδοχή ελληναράδων
Του Γιάννη Μεϊμάρογλου, από τη Μεταρρύθμιση.
Δεν ξέρω αν η υποψηφιότητα των «ηρώων του Αιγαίου» για το Νόμπελ της ειρήνης και οι εκατοντάδες χιλιάδες υπογραφές που το συνοδεύουν, θα επηρεάσουν θετικά την κρίση της Σουηδικής Ακαδημίας. Το βέβαιο είναι ότι η αυταπάρνηση των κατοίκων του Αιγαίου που προσπαθούν καθημερινά να βγάλουν  από τα κύματα ζωντανούς τους συνανθρώπους τους, ακυρώνεται τις μέρες αυτές στην πράξη από τους ελληναράδες του Αιγαίου και όχι μόνον.
Είναι οι ίδιοι, οι στρατευμένοι ελληναράδες που ξεσηκώνονται κάθε φορά που νοιώθουν ότι θίγονται στο ελάχιστο τα συμφέροντά τους, που δεν ανέχονται την διαφορετικότητα και γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους θεσμούς, τους νόμους, την κοινωνία ολόκληρη. Αυτοί που βάζουν σήμερα τις φωτιές στην Κω, τα Διαβατά, το Σχιστό, είναι όμοιοι μ” αυτούς που έστησαν το αντάρτικο στην Κερατέα και στους άλλους ΧΥΤΑ, που δεν ανέχτηκαν τον ΟΚΑΝΑ στη γειτονιά τους, που σήκωναν επί μήνες τις μπάρες στα διόδια.
Ας μην ανησυχούμε.
Ακόμα κι αν χάσουμε το Νόμπελ της ειρήνης, το Νόμπελ του παραμυθιού δεν το χάνουμε με τίποτα. Το μεγάλο παραμύθι της χώρας με τον ανάδελφο και περιούσιο λαό συνεχίζει να θρέφει γενιές Ελλήνων, να ταχτοποιεί τις συνειδήσεις τους απέναντι στον εαυτό τους και την ιστορία. Οι ήρωές του αναδεικνύονται συνεχώς σε μόνιμα θύματα μιας παγκόσμιας συνωμοσίας. Η κρίση ήταν μια ευκαιρία να ξανακοιταχτούμε στον καθρέφτη μας και, για πρώτη φορά, να μην αλλάξουμε τον καθρέφτη αλλά τον εαυτό μας. Δεν το κάναμε. Προτιμήσαμε και πάλι τα παραμυθάκια που μας νανουρίζουν ευχάριστα, διώχνοντας τις κακές σκέψεις και τους εφιάλτες.

Το παραμύθι «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου μας χάιδεψε ευχάριστα τ” αυτιά, μόνο που δεν κράτησε για πολύ. Γιατί λεφτά δεν υπήρχαν κι ακόμη κι αν υπήρχαν δεν ήταν για μας. Το παραμύθι των Ζαππείων, του Αντώνη, μας τόνωσε το ηθικό. Κάποιοι κακοί Ευρωπαίοι προσπαθούσαν με τα μνημόνια να κάμψουν το φρόνημά μας, αλλά ένας μακεδονομάχος  πρωθυπουργός θα τους έβαζε στη θέση τους. Το παραμύθι του Αλέξη ήταν ωστόσο το πιο επαναστατικό απ” όλα. Είχε και Αριστερά, είχε και νιάτα, είχε και τσαμπουκά. Δυστυχώς όμως έφερε μαζί του και την ανευθυνότητα, την επιπολαιότητα και την ανικανότητα μιας παρέας που, κρυμμένη καλά πίσω από τις ιδέες και τις αξίες της Αριστεράς, κατέλαβε την εξουσία και οδηγεί τη χώρα με αλαζονεία και θράσος στην απόλυτη καταστροφή.
Στα παραμύθια, όταν φτάνουμε στο τέλος, ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Στο δικό μας παραμύθι όμως που δείχνει να τελειώνει σε λίγο, μάλλον θα ζήσουν αυτοί καλά και όλοι εμείς πολύ χειρότερα!

6 Φεβ 2016

Το τοπίο πίσω από τις κραυγές

Του Νίκου Βατόπουλου, από την Καθημερινή

Πέρα από τον δυναμισμό, η πρόσφατη απεργία κατέδειξε και την πλήρη σύγχυση του αντικυβερνητικού μετώπου. Ως θετικό καταγράφεται η διογκούμενη δυσαρέσκεια κατά της κυβέρνησης που πλέον έχει επιτύχει το πρωτοφανές: να έχει οπαδούς μόνο ανάμεσα σε εκείνους που έχουν συμφέρον. Η πολυσυλλεκτικότητα του αντικυβερνητικού μετώπου αποκαλύπτει και τη ρηχότητα της ιδεολογικής δεξαμενής της κυβέρνησης, που απογυμνωμένη από επιχειρήματα έχει μείνει απλώς να ταυτίζεται με ένα τοπίο κυνισμού και κομματοκρατίας. Όσο θα χάνει λίπος ο πυρήνας ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο θα εντείνεται η αντιδημοκρατική του δημαγωγία.

Το μεγάλο θέμα όμως στην κοινωνία είναι ότι παρά το τεράστιο πλήγμα που δέχονται όλες ανεξαιρέτως οι επαγγελματικές τάξεις, φαίνεται ότι απουσιάζει το διογκούμενο ωστικό εκείνο κύμα υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη να αλλάξουν οι δομές και οι αντιλήψεις υπέρ ενός μικρού και ευέλικτου κράτους είναι αυτοί που υποστήριζαν τις ίδιες θέσεις εκείνο το αξέχαστο, δραματικό καλοκαίρι του 2015. Είναι εκείνο το 39%. Ο πυρήνας των ψηφοφόρων που απέχουν από τον αντιδυτικό λαϊκισμό. Πόσοι άραγε μπορεί να είναι σήμερα;

Διότι η αντίληψη των μπλόκων ή της συνοδοιπορίας στις διαδηλώσεις με την άδουσα Ζωή Κωνσταντοπούλου, είναι κάτι άλλο. Είναι απόγνωση, είναι ξέσπασμα, είναι άμυνα και επίθεση μαζί. Είναι και κατάντια. Πάντως αίτημα για μεταρρυθμίσεις δεν είναι. Είναι ανακύκλωση διαχρονικών ελληνικών αιτημάτων που μόνο μπροστά δεν μπορούν να πάνε την κοινωνία. Υπάρχει γενικευμένη ασάφεια ως προς το τι ζητάει ο καθένας, τι πιστεύει ότι πρέπει να γίνει και για το ποιος επί της ουσίας μπορεί να είναι ο δρόμος της ανάπτυξης. Στο αντισυριζαϊκό μέτωπο, ευρύ, βαθύ, ορμητικό και διογκούμενο, συνυπάρχουν φιλελεύθεροι αστοί και οπαδοί ολοκληρωτισμών που καίνε σημαίες. Υπάρχει άραγε κάποιος τρόπος να διευρυνθεί το κομμάτι που πρεσβεύει τις φιλελεύθερες αρχές μιας φιλοδυτικής, ανοικτής κοινωνίας;

Σαφώς και υπάρχει. Αλλά απαιτείται χρόνος. Και χρόνος δεν υπάρχει. Η κυβέρνηση, αφού έχει κάψει προ πολλού όλα τα χαρτιά της, βλέπει τον εγκλωβισμό της σε ένα τοπίο καταστροφής που η ίδια δημιούργησε. Αλλά ανάμεσα στους αντιδρώντες, ο καθένας έχει κάτι άλλο στο μυαλό του.

3 Φεβ 2016

Μετά από έναν χρόνο στην κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ελλάδα βρίσκονται πιο απομονωμένοι από ποτέ

Το πρωτότυπο κείμενο στο http://www.huffingtonpost.com/cas-mudde/after-one-year-in-governm_b_9070880.html
Πριν από έναν χρόνο, το αριστερό λαϊκιστικό κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Ήταν η πρώτη φορά μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, που ήρθε πρώτο ένα άλλο κόμμα εκτός από τους δύο δεινόσαυρους της Μεταπολίτευσης, το κεντροαριστερό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) και το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ). Παρόλο που η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αναμενόμενη, η επιλογή του να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝΕΛ) προκάλεσε έκπληξη, κυρίως στους πολλούς (ξένους) υποστηρικτές του. Ωστόσο, αυτή η επιλογή ήταν απολύτως κατανοητή εκείνη την περίοδο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κερδίσει τις εκλογές με βάση μια πρότασή του για τον Τρίτο Δρόμο στην πολιτική των Μνημονίων, που καθόριζε τη σχέση μεταξύ της Τρόικα –της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΠ), της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)– και της Ελλάδας μετά από διάφορα πακέτα διάσωσης. Οι ΑΝΕΛ ήταν το μόνο κόμμα στο ελληνικό κοινοβούλιο που υποστήριζε την ουτοπική θέση «Όχι στο Μνημόνιο, Ναι στην Ευρωζώνη». Επομένως, ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, και Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σχηματίσει κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ σε μια προσπάθεια να επιχειρήσει να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους διάσωσης με τον τρόπο που είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του.
Εννέα μήνες αργότερα ο ακόμα καινούργιος, αλλά φθαρμένος, Πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του και έφερε και πάλι την Ελλάδα στις κάλπες για τέταρτη φορά σε κάτι περισσότερο από τρία χρόνια. Κανένας, ούτε και ο Τσίπρας, δεν υποστήριξε ότι η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν επιτυχημένη. Εκπροσωπούμενη από τον φανταχτερό Υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια μέχρις εσχάτων ηθική μάχη με την Τρόικα, υποστηρίζοντας ότι κατείχε την απόλυτη αλήθεια και ότι οι αντίπαλοί του –για τους οποίους μιλούσε με κλασική λαϊκιστική φρασεολογία χαρακτηρίζοντάς τους ως «εχθρούς», «προδότες», ακόμα και «τρομοκράτες»– θα έβλεπαν το φως το αληθινό. Αλλά καθώς ο Βαρουφάκης ξεκίνησε να κάνει διαλέξεις περί Οικονομικών στις συναντήσεις του Eurogroup, οι συνάδελφοί του περιχαρακώνονταν ολοένα και περισσότερο στις αρχικές τους θέσεις και έχαναν τη μικρή συμπάθεια που τους είχε απομείνει στη δοκιμασία της «ριζοσπαστικής αριστερής» ελληνικής κυβέρνησης.
Για να αποφύγει το αδιέξοδο, ο Τσίπρας τράβηξε το τελευταίο του χαρτί, ένα αιφνιδιαστικό δημοψήφισμα για ένα ακατανόητο ζήτημα, που είχε μόνο νόημα ιδωμένο από την κοσμοθεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ για μια επική μάχη μεταξύ της «δημοκρατικής Ελλάδας» και της «τεχνοκρατικής Τρόικας» – λες και άλλοι υπουργοί της Ευρωζώνης, όπως ο Ολλανδός Γέρουν Ντάισελμπλουμ και ο Γερμανός Βόλφγκανγκ Σόιμπε δεν είχαν λάβει δημοκρατική εντολή εντός των χωρών τους για τις πολιτικές λιτότητας που αποφάσισαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε το δημοψήφισμα με 61 τοις εκατό υπέρ του «Όχι», αλλά σύντομα ανακάλυψε ότι αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα έξω από την Ελλάδα. Κατά συνέπεια, ο Τσίπρας αγνόησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, πρόδωσε τη δική του «δημοκρατική εντολή», και αποδέχτηκε ένα πακέτο διάσωσης που ήταν πολύ πιο δυσμενές για την Ελλάδα από τη συμφωνία που αυτός και οι υποστηρικτές του είχαν απορρίψει στο δημοψήφισμα.
Αμέσως μετά, ο Τσίπρας ζήτησε νέες εκλογές, αιφνιδιάζοντας τους πολλούς αντιπάλους εντός και εκτός του κόμματός του. Παρά τις παλινωδίες της Ελλάδας στο διάστημα μεταξύ του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου, τα αποτελέσματα των εκλογών σε γενικές γραμμές δεν διέφεραν σημαντικά. Οι περισσότερες διαφορές δεν ξεπερνούσαν το ένα τοις εκατό. Μόνο το φιλελεύθερο Ποτάμι έχασε δύο τοις εκατό. Αντίθετα, ο Τσίπρας αναδύθηκε από τις εκλογές ενισχυμένος, έχοντας καθαρίσει το κόμμα του από τους πιο σκληρούς αντιπάλους του, και με το κύριο αντίπαλο κόμμα (ΝΔ) χωρίς ηγεσία εκείνη τη στιγμή. Και πάλι επέλεξε τους ΑΝΕΛ ως εταίρο στην κυβέρνηση συνασπισμού, αλλά αυτή τη φορά η λογική της επιλογής του δεν ήταν πειστική.
Έχοντας αποδεχτεί, έστω και απρόθυμα, τους νέους σκληρούς όρους διάσωσης, η νέα κυβέρνηση θα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει κοινωνικοοικονομικές πολιτικές. Λογικά, θα έπρεπε να εστιάσει στη μεταρρύθμιση του κράτος και σε κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, που ήταν πάντα σημαντικά για το κόμμα και τους οπαδούς του. Σε αυτά τα ζητήματα οι ΑΝΕΛ ήταν μεταξύ των λιγότερο πιθανών διαθέσιμων εταίρων. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε επιλογές επειδή επί μήνες είχε πολώσει την πολιτική αντιπαράθεση. Πώς θα μπορούσε να συνεργαστεί με κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ή το Ποτάμι, ενώ τα είχε κατηγορεί ότι ανήκαν στη «διεφθαρμένη» και «προδοτική» ελίτ; Επομένως, είναι προφανές ότι ο Τσίπρας δεν σκέφτηκε ποτέ σοβαρά κάποια εναλλακτική στη θέση των ΑΝΕΛ. Αυτός και ο αρχηγός των ΑΝΕΛ Πάνος Καμμένος φαινόταν να έχουν αναπτύξει μια ξεκάθαρη και σταθερή σχέση συνεργασίας, στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να κυβερνά σχεδόν ανενόχλητος, εφόσον δεν ανακατευόταν στο Υπουργείο Άμυνας του Καμμένου.
Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να μην υπολόγισε σωστά ο Τσίπρας είναι ότι η παθητικότητα των ΑΝΕΛ αφορά κυρίως τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα, που είναι δευτερεύοντα για το κόμμα. Αναφορικά με τα κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, ιδιαίτερα τα πιο σημαντικά για τον ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ δεν έχουν απλώς διαφορετικές απόψεις, έχουν παγιωμένες απόψεις. Όπως είναι συγκεκριμένα η περίπτωση που αφορά δύο παραδοσιακές ευαισθησίες της ελληνικής Αριστεράς, την ισχυρή θέση της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και του στρατού.
Η πολιτική εξουσία της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν συναντάται σχεδόν πουθενά στην ΕΕ και το μέγεθός της παρουσιάζεται απολύτως από το γεγονός ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις ορκίζονται με θρησκευτικό όρκο ενώπιον Ορθόδοξων επισκόπων. Οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αποτέλεσαν την εξαίρεση σε αυτό.
Ομοίως, ο ελληνικός στρατός παραμένει ένας από τους πιο δαπανηρούς εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ). Η χώρα πλήρωσε το τεράστιο ποσοστό του 2,4 τοις εκατό του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες το 2015. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έχει καταρρεύσει κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2008, με το ΑΕΠ να πέφτει από τα 355 δις το 2008 στα 238 δις το 2014 (μια απώλεια ενός τρίτου!), ο ελληνικός στρατός αντιμετώπισε ελάχιστες περικοπές, και αύξησε μάλιστα τον προϋπολογισμό τους κατά 0,1 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2014.
Μετά από έναν χρόνο στην εξουσία, η Εκκλησία και ο Στρατός παραμένουν εξίσου ισχυρά. Όπως έδειξε ο Βασίλης Πετσίνης, ο ΣΥΡΙΖΑ σε γενικές γραμμές εγκατέλειψε το αίτημά του να μειώσει τη σημασία τους, επειδή αντιμετώπισε έντονη αντίθεση από τους ΑΝΕΛ. Αυτό μείωσε την πολιτική ατζέντα του κόμματος ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα στα κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα. Μεταξύ των ελάχιστων επιτυχιών του ήταν η νέα νομοθεσία που ψηφίστηκε τον περασμένο μήνα, με την οποία νομιμοποιείται το σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Αν και πρόκειται για κάτι σημαντικό, ιδιαίτερα για αυτά τα ζευγάρια, είναι στην καλύτερη περίπτωση μια μικρή νίκη χωρίς να φέρνει την Ελλάδα σε υψηλή θέση στα ζητήματα των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων στην ΕΕ.
Η προσφυγική κρίση θα μπορούσε να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ μια ευκαιρία να ξανακερδίσει τη θέση του εντός της ΕΕ καθώς και εντός της εθνικής και διεθνούς Αριστεράς. Με περισσότερο από το 80 τοις εκατό των προσφύγων να εισέρχονται στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, η χώρα βρίσκεται στο προσκήνιο του αγώνα της ΕΕ να ελέγξει την πρωτοφανή εισροή. Όμως ενώ πολλοί απλοί Έλληνες πολίτες ξεπέρασαν το αναμενόμενο προσφέροντας υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στους πρόσφυγες, παρά τα δικά τους οικονομικά προβλήματα, η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε κατά κύριο λόγο στο, όντως απαιτητικό, καθήκον της να τους παρέχει στέγη και να τους καταγράψει. Καθώς ο Τσίπρας κάνει (αξιέπαινες) εκκλήσεις για μια πιο ανθρωπιστική προσφυγική πολιτική από την ΕΕ, η πρακτική ανικανότητα της κυβέρνησής του υπονομεύει τις πιθανότητες να βρουν ευήκοα ώτα μεταξύ των πιο σημαντικών εταίρων του στον Βορρά. Στην πραγματικότητα, αντί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση από κρίση σε ευκαιρία, όπως έκανε τόσο επιδέξια ο Τούρκος Πρόεδρος Ρεσίπ Ταγίπ Ερντογάν, ο Τσίπρας έκανε και πάλι την Ελλάδα τον αποδιοπομπαίο τράγο της ΕΕ γενικά, και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Και τώρα η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πιθανό αποκλεισμό από τη ζώνη Σένγκεν.
Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δημιούργησε ούτε την οικονομική ούτε την προσφυγική κρίση, η ανικανότητά του και ο καιροσκοπισμός του επιδείνωσαν τις επιπτώσεις τους για την Ελλάδα και υπονομεύουν τη θέση της εντός της Ευρώπης. Ο Τσίπρας ακόμα πιστεύει ότι οι υπερφίαλες ομιλίες αρκούν για να αλλάξουν οι πολιτικές και η πραγματικότητα, επενδύοντας ελάχιστο χρόνο και προσπάθεια στη δημιουργία εποικοδομητικών συνασπισμών με διάρκεια εντός της Ελλάδας ή της ΕΕ. Με το να μην κάνει την επιλογή μεταξύ της επιστροφής του ΣΥΡΙΖΑ στις ριζοσπαστικές αριστερές ρίζες του ή της μετατροπής του σε ένα «λογικό» κεντροαριστερό κόμμα, αλλά αντίθετα να τα κουτσοκαταφέρνει με ένα μείγμα αυτών των δύο θεμελιακά αντίθετων μοντέλων, παραμένει πολιτικά απομονωμένος και επομένως ευάλωτος, τόσο στο εσωτερικό, ακόμα και από τον ίδιο τον εταίρο του στον συνασπισμό, όσο και στο εξωτερικό.

31 Ιαν 2016

Επιστολή απερχόμενου Διευθυντή Π.Ε. Θεσπρωτίας


Αγαπητοί συνάδελφοι εκπαιδευτικοί,
Με τη σημερινή αποχώρησή μου από τη θέση του Διευθυντή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας, αισθάνομαι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω συνολικά αλλά και τον καθένα χωριστά για τη γόνιμη και ειλικρινή συνεργασία, την οποία καλλιεργήσαμε και αναπτύξαμε από κοινού στο χώρο της εκπαιδευτικής κοινότητας της περιφέρειας μας. Αισθάνομαι πράγματι πολύ τυχερός, γιατί αξιώθηκα να συνεργαστώ μαζί σας την τελευταία πενταετία στον ευαίσθητο χώρο της εκπαίδευσης και να εισπράξω τόσα πολλά από αυτή τη συνεργασία.

Από το 2010, έτος που ανέλαβα Διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας, στόχος μου ήταν να δημιουργήσω τις ιδανικότερες συνθήκες τόσο για τις σχολικές μονάδες ευθύνης μου όσο και για το σύνολο των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε αυτές. Είναι βαθιά μου πεποίθηση ότι όλες οι θέσεις ευθύνης στην εκπαίδευση θα πρέπει να συντείνουν και να υπηρετούν τη μάχιμη διδασκαλία των εκπαιδευτικών της τάξης. Για το λόγο αυτό, από την πρώτη στιγμή της ανάληψής των καθηκόντων μου ως Διευθυντή Εκπαίδευσης, υιοθέτησα το ρόλο του “Διευθυντή – υπηρέτη και μετασχηματιστή”. Προσπάθησα τόσο εγώ όσο και όλοι οι συνάδελφοι, οι οποίοι υπηρέτησαν αυτή την πενταετία ως διοικητικοί υπάλληλοι ή ως αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί στο γραφείο της Διεύθυνσης μας, να οικοδομήσουμε ιδιαίτερες και προσωπικές σχέσεις με όλους τους εκπαιδευτικούς της περιφέρειάς μας. Με τη δική σας ανταπόκριση και συμμετοχή θεωρώ ότι αυτό επιτεύχθηκε στο μέγιστο βαθμό και είμαι ευγνώμων γι αυτό.
Στο σημείο αυτό, οφείλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους φίλους συνεργάτες, που υπηρέτησαν διαχρονικά στα γραφεία της Διεύθυνσής μας, οι οποίοι ξεπερνώντας κατά πολύ τα προσωπικά όρια αντοχής τους, κατάφεραν να ανταπεξέλθουν σε δυσμενείς και αντίξοες συνθήκες εργασίας, προσπερνώντας σημαντικότατες ελλείψεις σε προσωπικό αλλά και σε υλικοτεχνική υποδομή, υιοθετώντας άμεσα το όραμα της Διεύθυνσής μας «για μια Διεύθυνση υπηρέτη των μάχιμων εκπαιδευτικών». Μια μικρή ομάδα υπαλλήλων, κυρίως αποσπασμένων εκπαιδευτικών, επέδειξε, κατά γενική ομολογία, μια μοναδική οργάνωση αποτελεσματικότητας και προσφοράς προς όλους τους εκπαιδευτικούς όχι μόνον της περιφέρειάς μας αλλά και σε ένα πλήθος εκπαιδευτικών από όλη τη χώρα, οι οποίοι προσέφευγαν για συμβουλές στη Διεύθυνσή μας, αποδεικνύοντας με τη στάση τους ότι η Δημόσια Διοίκηση, θέτοντας υψηλούς στόχους, μπορεί να αποτελέσει το υπόδειγμα σωστής και αποτελεσματικής λειτουργίας σε μια παρηκμασμένη χώρα. Αποτέλεσμα αυτής της αμφίδρομης σχέσης ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς μας και στο προσωπικό της Διεύθυνσής μας, ήταν, όλοι οι εκπαιδευτικοί να έχουν άμεση πρόσβαση στη Διοίκηση και να τη θεωρούν ως τον πλέον αντικειμενικό, αξιοκρατικό και αποτελεσματικό σύμβουλο. Έτσι, χάρη σε όλους, εκπαιδευτικούς και διοικητικούς υπαλλήλους, η Διεύθυνσή μας ξεπέρασε γρήγορα τα στενά όρια της περιφέρειάς μας και αναγνωρίστηκε από όλη την εκπαιδευτική κοινότητα ως μια πραγματική όαση δημιουργίας, αποτελεσματικότητας, υπεύθυνης ενημέρωσης και ανιδιοτελούς προσφοράς.
Το ιδανικότερο υπόδειγμα υπαλλήλου σε αυτή την ομάδα συνιστά ο έως πρόσφατα προϊστάμενος εκπαιδευτικών θεμάτων, κ. Ηλίας Αλεξίου. Δε θα τον περιγράψω, για να μην αδικήσω πλευρές της προσωπικότητάς του, αλλά απλώς θα τον χαρακτηρίσω ως το σημαντικότερο κεφάλαιο της Δημόσιας Διοίκησης. 
Στα πλαίσια της «Διοίκησης ολικής ποιότητας» την οποία εφαρμόσαμε στη Διεύθυνσή μας, αποφασιστικά συνέβαλαν στην εύρυθμη λειτουργία της και οι Σχολικοί Σύμβουλοι της Διεύθυνσής μας, αλλά και οι Δήμαρχοι της περιοχής. Οφείλω βέβαια, ιδιαίτερη αναφορά στους γονείς και κηδεμόνες της περιοχής μας, οι οποίοι με τη στάση τους είτε μέσω των συλλόγων τους είτε μεμονωμένα διεκδίκησαν και βοήθησαν με τον αγώνα τους να βελτιώσουμε όλοι μαζί την παρεχόμενη εκπαίδευση στην περιφέρειά μας. Δε θα ξεχάσω ποτέ, ιδιαίτερα τη στάση των γονέων των παιδιών με αναπηρία ή με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, οι οποίοι με αξιοπρέπεια και με πείσμα διεκδίκησαν και μας ώθησαν εν τέλει όλα αυτά τα χρόνια, να εξασφαλίσουμε τις καλύτερες δυνατές εκπαιδευτικές συνθήκες για τα παιδιά τους. Τους ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου και δεσμεύομαι πως θα είμαι πάντα δίπλα τους. Η προσωπική σχέση που αναπτύξαμε μαζί τους αυτά τα χρόνια είναι θεωρώ η μεγαλύτερη ηθική αμοιβή. Επίσης, θα ήταν παράλειψή μου αν δεν ευχαριστούσα ιδιαίτερα τους υπαλλήλους της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Ηπείρου, με τους οποίους αναπτύξαμε, χάριν της προθυμίας τους και της συνεργατικής τους διάθεσης μία εποικοδομητική και αμφίδρομη συνεργασία.
Οφείλω ιδιαίτερα να ευχαριστήσω το εκλογικό σώμα (Διευθυντές, υποδιευθυντές και προϊσταμένες νηπιαγωγείων) που ψήφισε κατά τη διαδικασία επιλογής του νέου Διευθυντή Εκπαίδευσης. Πρώτον, ένα μεγάλο ευχαριστώ απευθύνω, σε όσους με επέλεξαν με την ψήφο τους και οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη προσπάθεια που καταβάλαμε αυτά τα χρόνια. Δεύτερον, ευχαριστώ και όσους, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, επέλεξαν κάποιον άλλον υποψήφιο και εκτιμώ ιδιαίτερα τη στάση, που οι περισσότεροι διατύπωσαν (είτε εκ των προτέρων είτε εκ των υστέρων) ότι αναγνωρίζουν στο πρόσωπό μου «έναν αντικειμενικό και αποτελεσματικό Διευθυντή Εκπαίδευσης», αλλά για λόγους μη εκπαιδευτικούς επέλεξαν κάποιον άλλο συνυποψήφιο. Τους διαβεβαιώνω ότι η επιλογή τους σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει τις σχέσεις μου μαζί τους, κάτι άλλωστε το οποίο τους είχα διαβεβαιώσει και πριν την ψηφοφορία, αλλά και ότι δεν πρέπει να αισθάνονται τύψεις, γιατί η μη έκφραση προτίμησης δια της ψήφου τους στο πρόσωπό μου, δεν θεωρώ ότι βάρυνε στην τελική επιλογή του νέου Διευθυντή Εκπαίδευσης, αλλά άλλοι παράγοντες με τις παρεμβάσεις τους επέβαλαν τη θέλησή τους. Σε κάθε περίπτωση τους ευχαριστώ όλους, όσους αποτέλεσαν το εκλογικό σώμα, από τα βάθη της καρδιάς μου για την εκτίμηση που μου έδειξαν με οποιονδήποτε τρόπο. 
Φίλοι συνάδελφοι, προβαίνοντας σε έναν προσωπικό απολογισμό αυτής της πενταετίας, θεωρώ ότι υπηρέτησα με υπευθυνότητα, αξιοπρέπεια, εντιμότητα και κυρίως με ανιδιοτέλεια (με μεγάλο προσωπικό, οικογενειακό και οικονομικό κόστος) τόσο στη θέση του Διευθυντή Εκπαίδευσης όσο και στις παρεπόμενες θέσεις, όπως μέλος του ΑΠΥΣΠΕ και του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Υπέρτατη αρχή στην προσωπική και επαγγελματική μου ζωή ήταν και είναι η ελευθερία της σκέψης, την οποία δε διαπραγματεύτηκα με κανέναν και για ουδένα αντάλλαγμα. Έτσι, μπορώ να καυχιέμαι για το γεγονός ότι κατά τα πέντε χρόνια που άσκησα διοίκηση στην εκπαίδευση, μέσα σε ένα έντονα παρεμβατικό περιβάλλον, δεν επικοινώνησε μαζί μου κάποιος εξωθεσμικός παράγοντας (βουλευτής, δήμαρχος, περιφερειάρχης, συνδικαλιστής, κ.α.) για την παραμικρή διευκόλυνση ή παράτυπη εξυπηρέτηση. Με αυτό τον τρόπο επιβάλαμε την πλήρη αποκομματικοποίηση της υπηρεσίας μας απαλλάσσοντάς την από τα κομματικά σύνδρομα του παρελθόντος. Στην αποτροπή τέτοιων ή παρόμοιων παρεμβάσεων βοηθήσατε όλοι με την προσωπική και επαγγελματική σας στάση.
Κλείνοντας, εύχομαι σε όλους κουράγιο, δύναμη, προσωπική και οικογενειακή ευτυχία και στη νέα Διευθύντρια Εκπαίδευσης, καλή θητεία.

Με ειλικρινή αισθήματα φιλίας 
Κώστας Νάτσης

18 Ιαν 2016

Η αμείλικτη διαύγεια των πραγμάτων

Του Αλέκου Παπαδόπουλου
Το 2015 θα καταγραφεί στην ιστορία ως το έτος της κορύφωσης του λαϊκισμού στη χώρα μας. Με το 2016 ανέτειλε ένα νέο κεφάλαιο. Του τέλους της "αθωότητας". Είναι πολύ δύσκολο πλέον να επανεμφανιστεί κάποιο από τα υπάρχοντα λαϊκίστικα κόμματα ή να εμφανιστεί κάποιο νέο στις επόμενες εκλογές και να αποτολμήσει να δημαγωγήσει με υποσχετικές προς τον λαό, προκειμένου να γίνει κυβέρνηση. Ο μύθος αυτός κατέρρευσε μαζί με το τέλος της αξιοπιστίας των σημερινών πολιτικών σχηματισμών. Αρχίζει σιγά-σιγά, και θα εντείνεται με τον καιρό, να συνειδητοποιείται περισσότερο η πραγματική κατάσταση της χώρας και η ανάγκη προσαρμογής της με περισσότερο ορθολογιστικούς τρόπους. 
Ο διαβρωτικός, και ου μόνο, λαϊκισμός ως κυρίαρχη ιδεολογία των τελευταίων τουλάχιστον 40 ετών στην πατρίδα μας δεν θα εξαλειφθεί, βεβαίως, και για αρκετά χρόνια θα έχει ακόμα ρίζες στην κοινωνία, αλλά είναι εξίσου φανερό ότι στις φωτισμένες περιοχές των νεότερων γενεών Ελλήνων, που απέκτησαν μεγαλύτερη επαφή με τις κινήσεις του σημερινού κόσμου, οι σκιαμαχίες των σημερινών πολιτικών προσώπων λίγο ενδιαφέρουν για τον ρόλο που είτε παίξαμε είτε για αυτόν που φιλοδοξούν κάποιοι να παίξουν. Την ιστορία την κινούν κυρίως αντικειμενικές και απρόσωπες συνθήκες και εξελίξεις και είναι αυτές που δημιουργούν τα μεγάλα υπόγεια κοινωνικά ρεύματα και ενεργοποιούν τις εσωτερικές δυνάμεις. Οι δυνάμεις αυτές διαμορφώνουν τις νέες "καταστάσεις". Οι προνομιούχες αντιλήψεις είναι το όχημα και ο ελληνικός λαϊκισμός θα αρχίσει από το 2016 να μην είναι η βασιλεύουσα αντίληψη.
Ο λαϊκισμός στη χώρα μας δεν λειτούργησε απλώς και μόνο ως δημαγωγικό εμπόριο ελπίδων προς τις ασθενέστερες τάξεις και τους "κυνηγούς" της εύκολης ευμάρειας, αλλά, δυστυχώς, εξελίχθηκε και κατέληξε με την πάροδο του χρόνου σε πολιτιστικό μόρφωμα που λειτουργεί ως φιλοσοφία, νοοτροπία, αντίληψη ζωής με συγκεκριμένες πρακτικές και συμπεριφορές. Γι' αυτό, σταθερά και επιταχυνόμενα, το πνεύμα του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας θα επανέλθει, με προοπτική διάρκειας και όχι ως παροδικά και ολιγόχρονα φωτεινά διαλείμματα στην ιστορική διαδρομή της χώρας.   
Για ένα είμαι βέβαιος... Η περίφημη φράση του φεουδάρχη της Σικελίας, Tomasi di Lampedusa, στο περίφημο έργο "Ο Γατόπαρδος", "πρέπει να αλλάξουμε για να μείνουμε ίδιοι" δεν θα ισχύσει στην περίπτωση της Ελλάδας· όσες προσπάθειες εξαπάτησης και αν επιχειρήσουν οι διάφορες εκφάνσεις του λαϊκισμού να αλλάξουν λεοντή τους για να παραμείνουν επικαρπωτές της χώρας, είτε ανήκουν στην πολιτική, είτε στην οικονομική, είτε την πνευματική κ.λπ. ελίτ. Ο αυθεντικός και αποτελεσματικός εκσυγχρονισμός των δομών της χώρας είναι και ο όρος επιβίωσής της. Γιατί είναι νομοτέλεια και άφευκτη ανάγκη. 
Η στρατηγική και οι τακτικές των ποπουλιστών σε όλο τον κόσμο είναι πάντα η πρόσκαιρη αγορά πολιτικού χρόνου και η προσπάθεια να πείσουν τους λαούς ότι το παραγόμενο από αυτούς ζωτικό για την επιβίωσή τους στην εξουσία ψεύδος είναι και η ιαματική ελπίδα του. Την ταύτιση αυτή, ψευδούς και ελπίδας, θα πρέπει συνεχώς να την ανανεώνουν. Όταν ο λαός κάποια στιγμή αρχίζει να αντιλαμβάνεται την πλάνη του, το λαϊκίστικο σύστημα αμέσως αντιδρά, οικοδομώντας συνθήκες μηδενισμού και αδιαφορίας την οποία τόσο χαρακτηριστικά περιέγραψε ο μεγάλος Σικελός συγγραφέας Elio Vittorini με τη φράση του "η αδιαφορία στην απουσία κάθε ελπίδας".
Για παράδειγμα, το συνταξιοδοτικό πρόβλημα. Η κυβέρνηση υποδύεται ότι δεν θα προχωρήσει σε περικοπές συντάξεων. Ενδέχεται, για καθαρά πολιτικούς λόγους, να μην το επιχειρήσει τις επόμενες μέρες και να καταφέρει να παρακάμψει την τρόικα, η οποία, σε αυτήν την περίπτωση, με τη σειρά της, πάλι για πολιτικούς λόγους, θα επιδείξει ανοχή. Καθαρή περίπτωση αγοράς πολιτικού χρόνου και για τις δύο πλευρές. Ως ποτέ, όμως; Τα μαθηματικά δεν λένε ποτέ ψέματα. Η χώρα αδυνατεί να καταβάλει συντάξεις εάν δεν γίνουν περικοπές, και μάλιστα οριζόντιες σε όλο το φάσμα, και, επιπροσθέτως, δεν αναζητηθούν νέοι πόροι επαναχρηματοδότησης του ασφαλιστικού τομέα, ο οποίος δεν περιλαμβάνει μόνο συντάξεις, αλλά και δαπάνες υγείας. Η κυβέρνηση, αλλά, και η τρόικα, ξέρουν, αλλά και εμείς ξέρουμε ότι δυστυχώς τον Ιούνιο, με αφορμή το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που προβλέπεται στο Μνημόνιο που υπέγραψε τον Αύγουστο το σημερινό κυβερνών κόμμα, θα υπάρξουν αναγκαστικά μεγάλες περικοπές συντάξεων. Δεν πρόκειται να το αποφύγει η κυβέρνηση, διότι οι αριθμοί και η γλώσσα των  πραγμάτων είναι αμείλικτοι. Με το νέο μεσοπρόθεσμο Μνημόνιο που θα υπογράψει η Ελλάδα τον Ιούνιο, που σχεδόν οι πάντες υποκρίνονται πως δεν γνωρίζουν,  θα προσδιοριστούν τα χρηματοδοτικά κενά του '17 και '18 με βάση και προσθετικά τα χρηματοδοτικά κενά του 2015 και 2016. Εκτιμώ ότι τα δημοσιονομικού χαρακτήρα μέτρα θα ανέλθουν περίπου στα 7 δισ. 
Φοβούμαι όμως, ότι στη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία και οι Έλληνες πολίτες, η λήψη αυτής της έκτασης δημοσιονομικών μέτρων (νέες φορολογίες, περικοπή συντάξεων και μισθών κ.λπ.) δεν θα είναι τον Ιούνιο πολιτικά και κοινωνικά διαχειρίσιμη. Ακόμα και, στην απίθανη περίπτωση, να υπάρξει βάση ευρείας κοινοβουλευτικής υποστήριξης, η προσπάθεια αυτή θα καταρρεύσει και μαζί με αυτήν θα παρασύρει και όλους τους τότε πολιτικούς διαχειριστές της χώρας, κάτω από τον νόμο της πολιτικής βαρύτητας, αφού θα έχουν ήδη χαθεί και οι τελευταίες αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις στήριξης και εμπιστοσύνης. 
Εύχομαι να διαψευστώ.

17 Ιαν 2016

H δικτατορία των φελλών

Συντάκτης:   Περικλής Κοροβέσης

Στη ζοφερή εποχή που ζούμε και με την εκμηδένιση όλων των ανθρώπινων αξιών και δικαιωμάτων -και ειδικά στη χώρα μας, όπου το τούνελ είναι σε «χειροπιαστό σκοτάδι» και αδιέξοδο- μπαίνει συχνά το ερώτημα πού είναι οι διανοούμενοί μας, γιατί αυτή η σιωπή, ακόμα και όταν στα παραθαλάσσια εξοχικά τους ξεβράζονται πτώματα προσφύγων; Για μένα το ερώτημα τίθεται αλλιώς.
Τελικά ποιοι είναι αυτοί που αποκαλούμε διανοούμενους; Είναι ένα αποσαφηνισμένο επάγγελμα, όπως του τσαγκάρη ή της μοδίστρας; Είναι οι πανεπιστημιακοί, οι επιστήμονες, οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες;
Μπορεί κάποιος να τους κατατάξει σε ένα ενιαίο σύνολο; Μια πρόχειρη απάντηση που δίνουν πολλοί είναι πως διανοούμενοι είναι αυτοί που σκέπτονται. Αυτή η απάντηση είναι λάθος γιατί όλοι οι άνθρωποι σκέπτονται, εκτός από αυτούς που υποφέρουν από την ασθένεια Αλτσχάιμερ.
Κάποιος φίλος, που είχαμε μια σχετική συζήτηση, υποστήριζε με θέρμη πως δίπλα στους πάσχοντες από Αλτσχάιμερ πρέπει να βάλουμε και τους επαγγελματίες πολιτικούς καριέρας.
Διαφώνησα βέβαια. Ένας που θέλει να αναρριχηθεί στην πυραμίδα της εξουσίας πρέπει να είναι άσος στην ίντριγκα και τη ραδιουργία, σαΐνι στους τακτικισμούς, να έχει σωστό προσανατολισμό προς την πλευρά που έχει την πιθανότητα να νικήσει, να ξέρει να λέει μόνο αυτά που τον συμφέρουν κολακεύοντας την ιεραρχία και προπαντός να χειρίζεται άριστα την τέχνη του ψεύδους.
Ακόμη, να έχει τη δεξιοτεχνία να κινείται χωρίς πρόβλημα από τον έναν πολιτικό χώρο στον άλλον και να αλλάζει απόψεις, όπως ο χαμαιλέοντας το χρώμα του. Και όλα αυτά απαιτούν σκέψη. Αλλά αυτό δεν αρκεί για να ονομάσουμε τον πολιτικό διανοούμενο. Αλλού πρέπει να ψάξουμε για να βρούμε μια απάντηση.
Ο Ρολάν Μπαρτ είχε πει πως δεν είναι συγγραφείς όλοι όσοι γράφουν βιβλία. Και έκανε τη διάκριση ανάμεσα σε συγγραφείς και γράφοντες. Οι πρώτοι, πάντοτε λίγοι, και συχνά ελάχιστα γνωστοί, είναι αυτοί που μπορούν να φτάσουν στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, εκεί που μόνο η τρέλα μπορεί να φτάσει, και να αναδυθούν αλώβητοι -όχι πάντα- δίνοντάς μας τη μαρτυρία της κατάδυσής τους.
Και αυτό βέβαια ισχύει για όλες τις τέχνες. Αλλά μπορούμε να μεταφέρουμε τη διάκριση του Μπαρτ και στις άλλες τέχνες ή σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με το γράψιμο. Και έτσι έχουμε: ζωγράφοι - ζωγραφίζοντες, ηθοποιοί-ηθοποιίζοντες, καλλιτέχνες-καλλιτεχνίζοντες, δημοσιογράφοι-δημοσιογραφίζοντες, τραγουδιστές-τραγουδίζοντες κ.λπ.
Οι γράφοντες δεν ασχολούνται με την ψυχή του ανθρώπου, αλλά με κάποιο θέμα που μπορεί να πιάσει εμπορικά. Εξάλλου, είναι και το πρώτο πράγμα που σε ρωτάει ο εκδότης όταν του πηγαίνεις ένα βιβλίο. «Περί τίνος πρόκειται;» Και αν ο συγγραφέας κάνει το λάθος να δώσει μια μικρή περίληψη, μπορεί ο εκδότης να το έχει απορρίψει ήδη με την ευγενική φράση «ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη σας, θα σας απαντήσουμε μόλις περάσει από την επιτροπή». Και η απάντηση δεν έρχεται ποτέ.
Και μια μικρή παρένθεση:

Ενας νεαρός συγγραφέας που είχε μια τέτοια εμπειρία έστειλε σε όλους τους έγκριτους γαλλικούς εκδοτικούς οίκους το πρώτο βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς, με άλλο όνομα. Και όλοι τους το απέρριψαν. Οι εκδότες -μιλάμε για τους εμπορικούς- ενδιαφέρονται για το κέρδος που είναι συνδεδεμένο με το θέμα. 

Αν υποθέσουμε πως μια Βόσνια μουσουλμάνα ξεπεράσει προκαταλήψεις και φόβους και μας δώσει μια μαρτυρία για τον διαδοχικό βιασμό της από Σέρβους στρατιώτες, έχει λίγες πιθανότητες να βρει εμπορικό εκδότη, γιατί το θέμα δεν πουλάει. Αλήθεια, ποια ήταν τα θέματα του Προυστ ή του Τζόις;
Ή ακόμα του Ομήρου και των αρχαίων τραγικών; Αντίθετα, αν κάποιος προτείνει ένα άλλο θέμα πιο περίπλοκο, π.χ. ένας πατέρας βιάζει τον γιο και την κόρη του, στη συνέχεια ο γιος βιάζει τη μάνα του και την αδελφή του, μάνα και κόρη γίνονται λεσβιακό ζευγάρι και πατέρας και γιος σοδομίζουν τον σκύλο τους, μπορεί να γίνει μπεστ σέλερ και ο συγγραφέας μπορεί να γίνει διάσημος και να χαρακτηριστεί τολμηρός, ρηξικέλευθος, πρωτοπόρος.
Κάποια αστυνομικά μυθιστορήματα στηρίζονται πάντοτε στο ίδιο θέμα. Ενας μυστηριώδης φόνος που κάποιος δαιμόνιος ντετέκτιβ αναλαμβάνει να τον διαλευκάνει. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ντετέκτιβ αλλά δεν βρίσκει ποτέ τον δολοφόνο. Και ο λόγος είναι απλός. Ο συγγραφέας οδηγεί διαρκώς τον αναγνώστη του σε λάθος δρόμους (Αγκαθα Κρίστι κ.ά.).
Έχουμε στην Ελλάδα έναν Ελληνα Σαρτρ και σιωπά; Από τις συνεντεύξεις και τα άρθρα που διαβάζω διαφόρων επιφανών, λίγοι είναι αυτοί που έχουν να πουν κάτι. Οι περισσότεροι αναζητούν δημοσιότητα που μπορεί να τους οδηγήσει και σε κάποια κοινοβουλευτική έδρα. Εντούτοις, υπάρχουν φωνές που κραυγάζουν.
Αλλά βρίσκονται στο περιθώριο. Και οι διάσημοι φελλοί σιωπούν, γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν. Και εκεί που περιμέναμε μια δικτατορία του προλεταριάτου, με τον Τσίπρα βρεθήκαμε σε μια δικτατορία των φελλών, πολυεπίπεδη.

ΠΗΓΗ: